Πάολα Ρεβενιώτη: Η γυναίκα που διάλεξε να ζήσει με τους δικούς της όρους - Πότε και πού θα γίνει η κηδεία της
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΤο τελευταίο αντίο στην Πάολα Ρεβενιώτη θα ειπωθεί το Σάββατο 11 Ιουλίου, στις 12:00 το μεσημέρι, στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου συγγενείς, φίλοι, άνθρωποι του πολιτισμού, της πολιτικής και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας θα τη συνοδεύσουν στην πολιτική κηδεία της.
Με τον θάνατό της ολοκληρώνεται η πορεία μιας γυναίκας που έζησε πάντα μπροστά από την εποχή της. Υπήρξε φωτογράφος, εκδότρια, δημιουργός ντοκιμαντέρ, ποιήτρια, πολιτικό πρόσωπο, μητέρα από επιλογή και μια προσωπικότητα που προτιμούσε να μιλά με απόλυτη ειλικρίνεια για όσα οι περισσότεροι προτιμούσαν να προσπερνούν.
Η ζωή που επέλεξε
Η Πάολα Ρεβενιώτη συνήθιζε να λέει πως η ζωή της αποτέλεσε μια προσωπική απόφαση από την πρώτη στιγμή. Καμία διαδρομή δεν χαρίστηκε. Καμία πόρτα δεν άνοιξε από τύχη. Κάθε βήμα είχε κόστος, κάθε κατάκτηση απαιτούσε επιμονή. «Είμαι ένας άνθρωπος απλός που η κοινωνία από τη στιγμή που κατάλαβε ότι δεν είμαι σαν τους άλλους ήθελε να με θέσει στο περιθώριο, να μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Και είπα… εγώ, Πάολα, δεν θα γίνω αυτό που η κοινωνία λέει να γίνω».
Αυτή η φράση συνόδευσε σχεδόν κάθε δημόσια παρουσία της. Περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον εαυτό της. Ποτέ δεν ήθελε να την ορίζει μία μόνο ιδιότητα. Προτιμούσε να συζητά για τον άνθρωπο, για την αξιοπρέπεια, για την ελευθερία και για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζει όπως επιλέγει. Πολλοί τη γνώρισαν μέσα από τον ακτιβισμό. Άλλοι μέσα από τα ντοκιμαντέρ της. Κάποιοι τη θυμούνται από το περιοδικό «Κράξιμο». Άλλοι από τις υποψηφιότητές που είχε στην πολιτική.
Γεννήθηκε το 1958 στα Μανιάτικα του Πειραιά και μεγάλωσε στο Κερατσίνι. Η παιδική της ηλικία κύλησε σε μια λαϊκή γειτονιά, γεμάτη εικόνες που αργότερα επέστρεφαν συχνά στις κουβέντες και στα έργα της. «Είμαι Πειραιώτισσα, αλλά αισθάνομαι Αθηναία, παρ’ όλο που κρατάω λίγο το μάγκικο του Πειραιά. Ήμουν το αποτέλεσμα ενός τυχαίου έρωτα της μάνας μου με κάποιον Μανιάτη όμορφο». Από μικρή ηλικία ένιωθε διαφορετική, «ένιωθα κοριτσάκι».
Στα δώδεκά της χρόνια μπήκε στη Σχολή Υπαξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού στον Πόρο. Η πορεία της εκεί διακόπηκε λίγο πριν από την αποφοίτηση. Η εποχή αντιμετώπιζε τη διαφορετικότητα με φόβο και προκατάληψη και η ίδια βρέθηκε πολύ γρήγορα αντιμέτωπη με αυτή την πραγματικότητα. Λίγο αργότερα έφυγε από το πατρικό της σπίτι. «Έφυγα από το σπίτι μικρή. Τα πάντα στη ζωή μου τα έκανα μόνη μου».
Η Αθήνα έγινε το νέο της σπίτι. Τα ξενοδοχεία γύρω από το Σύνταγμα, οι δρόμοι, οι πλατείες και οι παρέες της εποχής αποτέλεσαν το δικό της άτυπο πανεπιστήμιο. Αργότερα συνήθιζε να αυτοσαρκάζεται. «Πήρα το πτυχίο μου στη Συγγρού, μεταπτυχιακό στην Αθηνάς και διδακτορικό στη Λεωφόρο Καβάλας». Η ατάκα προκαλούσε γέλιο. Ταυτόχρονα έκρυβε ολόκληρη την αλήθεια μιας γενιάς τρανς ανθρώπων που μεγάλωσε σε μια Ελλάδα με ελάχιστες ευκαιρίες.
Η Συγγρού ως σχολείο ζωής
«Η πρώτη βίζιτα έγινε για πλάκα. Δεν τρωγόμουν να γίνω τρανσέξουαλ, πάντα είχε μια γοητεία το να με πλησιάζουν με διάφορους τρόπους. Άλλες τις κλέβανε και τις βάραγαν, εμένα με είχαν θεά». Η σεξεργασία αποτέλεσε για την Πάολα μια πραγματικότητα που ποτέ δεν προσπάθησε να εξωραΐσει. Μιλούσε γι' αυτή ανοιχτά, με χιούμορ, με αυτοκριτική και με απόλυτη ειλικρίνεια. «Ήταν μονόδρομος εκείνη την εποχή. Ποιος θα σε προσλάμβανε;» Για πολλούς ανθρώπους της γενιάς της, η εργασία στον δρόμο αποτελούσε τη μοναδική δυνατότητα επιβίωσης.
Η ίδια το περιέγραφε ως μια συνθήκη της εποχής και όχι ως στοιχείο που καθόριζε ολόκληρη την προσωπικότητά της. Έλεγε μάλιστα πως αυτό που τη βοήθησε ήταν ένας ιδιαίτερος συνδυασμός χαρακτήρα και παιδείας. «Με έσωσε το ότι ήμουν όμορφη και ότι είχα κάποια παιδεία». Η Πάολα απέφευγε να παρουσιάζει τον εαυτό της ως θύμα. Προτιμούσε να εξηγεί τις καταστάσεις μέσα από την κοινωνία που τις δημιουργούσε. «Όταν παίρνεις ένα σπαθί και κόβεις το σχοινί που σε συνδέει με τα καθωσπρέπει της κοινωνίας και βουτάς στα βαθιά, ξέρεις ότι θα υπάρχει και το τίμημα».
Στη δεκαετία του 1970 γνώρισε τον Κώστα Ταχτσή. Η σχέση τους κράτησε πολλά χρόνια και υπήρξε καθοριστική. Η ίδια έλεγε πως δίπλα του γνώρισε έναν διαφορετικό κόσμο. «Η παρέα του Ταχτσή με βοήθησε να αναπτυχθώ πνευματικά, να μη γίνω ένα αγρίμι της Συγγρού».
Ο συγγραφέας αποτέλεσε για την Πάολα έναν άνθρωπο που της άνοιξε νέους δρόμους στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο και στη σκέψη. Θυμόταν συχνά και μια κουβέντα που της είχε πει. «Τι τη θες την απελευθέρωση; Μετά δεν θα πηδιέται κανείς». Η ίδια γελούσε κάθε φορά που την επαναλάμβανε. Χρόνια αργότερα παραδεχόταν πως καταλάβαινε καλύτερα το χιούμορ και τον συμβολισμό που έκρυβε εκείνη η φράση.
Το «Κράξιμο» που άλλαξε μια εποχή
Το 1982, γεννήθηκε το περιοδικό «Κράξιμο». Για τα σημερινά δεδομένα ίσως μοιάζει αυτονόητο να υπάρχει ένας έντυπος χώρος που να ασχολείται με ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Στις αρχές της δεκαετίας του '80, μια τέτοια έκδοση αποτελούσε σχεδόν επανάσταση. Η Πάολα υπέγραφε ως «εκδιδόμενη τραβεστί Πάολα» και επέλεγε να αντιμετωπίζει ακόμη και τις πιο δύσκολες στιγμές με χιούμορ και αυτοπεποίθηση.
Το περιοδικό φιλοξενούσε φωτογραφίες, κείμενα, συνεντεύξεις, πολιτικά σχόλια, καλλιτεχνικές παρεμβάσεις και πρόσωπα που σπάνια έβρισκαν χώρο στον δημόσιο λόγο. «Το στήναμε με πολύ κόπο». Με τα χρόνια κατάλαβε ακόμη περισσότερο τη σημασία του. «Όταν με συναντούν σαραντάρηδες και μου λένε ότι έχουν ακόμα το "Κράξιμο" στη βιβλιοθήκη τους, παίρνω μια ικανοποίηση».
Θυμόταν μάλιστα ένα περιστατικό που την είχε συγκινήσει ιδιαίτερα. Ένας νεαρός υπάλληλος αρνήθηκε να πάρει χρήματα όταν πήγε να αγοράσει μια τυρόπιτα. «Μου είπε "έμαθα να σέβομαι μερικά πράγματα από το Κράξιμο"». Η Πάολα περιέγραφε εκείνη τη στιγμή ως μία από τις πιο όμορφες ανταμοιβές της ζωής της.
Ο άνθρωπος που προτιμούσε την αλήθεια
Η Πάολα Ρεβενιώτη απέφευγε τους μεγάλους τίτλους. Ο χαρακτηρισμός «ακτιβίστρια» τη συνόδευε επί δεκαετίες, η ίδια, πάντως, προτιμούσε να μιλά για την καθημερινότητα, για τους ανθρώπους που γνώριζε, για τις μικρές στιγμές που είχαν τη δύναμη να αλλάξουν μια ολόκληρη ζωή. Θεωρούσε ότι η παρουσία ενός ανθρώπου στον δημόσιο χώρο έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε σύνθημα. Η δική της παρουσία, άλλωστε, αποτέλεσε από μόνη της μια πράξη διεκδίκησης.
Η σχέση της με την πολιτική ξεκινούσε από την πίστη ότι τα δικαιώματα αφορούν κάθε άνθρωπο. Για τον λόγο αυτό συμμετείχε ενεργά σε πρωτοβουλίες και οργανώσεις που διεκδικούσαν ίσα δικαιώματα. Βρέθηκε στους πρώτους αγώνες για τα δικαιώματα των τρανς ανθρώπων, υπήρξε πρόεδρος του Σωματείου Αλληλεγγύης Τραβεστί Τρανσέξουαλ Ελλάδας (ΣΑΤΤΕ) και αργότερα επέλεξε να είναι υποψήφια με τους Οικολόγους Εναλλακτικούς, καθώς και με το ΜέΡΑ25.
Η ίδια εξηγούσε την απόφασή της με τον δικό της τρόπο. «Με αυτόν τον τρόπο θα έμπαινα στα σπίτια του κάθε Έλληνα. Εκπαιδεύεται ο κόσμος, αλλάζει. Γι' αυτό συμμετείχα». Στο δημόσιο λόγο της απέφευγε τις εύκολες αντιπαραθέσεις. Προτιμούσε να μιλά για την καθημερινότητα ενός ανθρώπου που αναζητά μια θέση στην κοινωνία. Για εκείνη, κάθε μικρή αλλαγή μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επόμενη. «Ο Έλληνας δεν έχει πρόβλημα με τους γκέι. Έχει πρόβλημα με τους φτωχούς γκέι. Γιατί όταν εμένα με δείχνανε και με φτύνανε, τον Billy Bo τον είχαν θεά. Τότε είπα ότι εσύ, Πάολα, θα είσαι πάντα με τον αδύναμο».
Τα τελευταία χρόνια αφιερώθηκε με ιδιαίτερη αγάπη στον κινηματογράφο. Δημιούργησε τα ντοκιμαντέρ «Καλιαρντά» και «Πικροδάφνες», παρουσιάζοντας πρόσωπα, γειτονιές και ιστορίες που σπάνια αποκτούσαν χώρο στη μεγάλη οθόνη. Αγαπούσε το σινεμά από μικρή ηλικία. Παρότι είχε γνωρίσει το έργο μεγάλων ευρωπαίων δημιουργών, η καρδιά της ανήκε στο κλασικό Χόλιγουντ. «Εγώ γούσταρα το Χόλιγουντ, σαν την "Καζαμπλάνκα" και τη "Ρεβέκκα". Τη μιζέρια δεν την ήθελα».
Η ίδια είχε δεχθεί αρκετές προτάσεις να συμμετάσχει ως ηθοποιός σε ελληνικές παραγωγές. Οι περισσότερες παρουσίαζαν έναν κόσμο γεμάτο στερεότυπα. «Πολλές φορές αρνήθηκα να παίξω σε ελληνικές ταινίες. Οι ρόλοι ήταν πολύ μαύροι και στενάχωροι. Δεν ήθελα να κλαίω τη μοίρα μου για κανέναν και για τίποτα».
Από τις πιο σημαντικές δουλειές της υπήρξε το ντοκιμαντέρ «Καλιαρντά», αφιερωμένο στη μυστική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν επί δεκαετίες οι ομοφυλόφιλοι στην Ελλάδα. Η ίδια εξηγούσε την ύπαρξή της με απόλυτη σαφήνεια. «Τα καλιαρντά ήταν μια αναγκαιότητα για να συνεννοούμαστε μεταξύ μας και να μη μας καταλαβαίνουν».
Για την Πάολα, κάθε λέξη έκρυβε μια μικρή ιστορία. Κάθε έκφραση αποτελούσε ένα κομμάτι μιας κοινότητας που προσπαθούσε να βρει τον χώρο της μέσα στην πόλη. Η Αθήνα κατείχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Περπατούσε ασταμάτητα στο κέντρο, φωτογράφιζε γειτονιές, κατέγραφε πρόσωπα, θυμόταν ιστορίες που είχαν χαθεί μέσα στον χρόνο.
Η «μάνα» του Κοστέλ
Το 2005 γνώρισε τον δεκατετράχρονο Κοστέλ Μουντέανου. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε μια σχέση ζωής. Εκείνη τον αποκαλούσε γιο της και εκείνος τη φώναζε «μάνα». Η σχέση τους αποτέλεσε ίσως την πιο ανθρώπινη πλευρά της προσωπικότητάς της. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, η Πάολα στάθηκε δίπλα σε ένα παιδί που χρειαζόταν στήριξη, ασφάλεια και έναν άνθρωπο να το πιστέψει.
Ο ίδιος έχει περιγράψει πολλές φορές ότι εκείνη τον βοήθησε να καλλιεργήσει τα καλύτερα στοιχεία του χαρακτήρα του και να κοιτάξει το μέλλον με αισιοδοξία. Η Πάολα μιλούσε σπάνια για αυτή τη σχέση. Προτιμούσε να αφήνει τα γεγονότα να μιλούν από μόνα τους.
Παρά τις δυσκολίες που συνάντησε, απέφευγε να παρουσιάζει τη ζωή της μέσα από το πρίσμα της πίκρας. «Δεν μπορώ να λέω τι έκανα και να κλαίω τη μοίρα μου. Επιλογές μου ήταν. Όπως στρώνεις θα κοιμηθείς». Η αυτοκριτική συνυπήρχε με το χιούμορ. Συχνά γελούσε ακόμη και με τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της. Ίσως γι' αυτό κατάφερνε να κάνει τους συνομιλητές της να αισθάνονται άνετα.
Το τελευταίο αντίο στην Πάολα Ρεβενιώτη σηματοδοτεί το τέλος μιας διαδρομής που συνδέθηκε με σημαντικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Για τους ανθρώπους που τη γνώρισαν υπήρξε μια γυναίκα με χιούμορ, ευθύ λόγο και διάθεση να μοιραστεί όσα έμαθε στην πορεία της ζωής της. Για τους νεότερους αποτέλεσε μια μορφή που άνοιξε δρόμους σε εποχές ιδιαίτερα δύσκολες.
Πίσω από τη δημόσια εικόνα, υπήρχε πάντα η Πάολα. Κι όταν μιλούσε για τον εαυτό της, άφηνε στην άκρη κάθε ρόλο. «Τη φοβάμαι τη μοναξιά. Πάντα μόνη μου ήμουν. Δυστυχώς. Έχω φίλους, αλλά μόνο από τα παλιά. Φίλοι μας είναι μόνο αυτοί που κάνουμε σαν παιδιά, μετά τα τριάντα κάνεις μόνο γνωριμίες».