Υγεία|01.10.2019 16:56

Τι είναι το διαχωριστικό ανεύρυσμα με το οποίο διεγνώσθη ο Τατσόπουλος

Newsroom

O συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος, ενώ ήταν στον αέρα πολιτικής εκπομπής του Alpha και επρόκειτο να μιλήσει για το Προσφυγικό, ξαφνικά ζήτησε να αποχωρήσει. Λίγο αργότερα, αφού διεκομίσθη εσπευσμένα στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, διεγνώσθη από τους θεράποντες ιατρούς με διαχωριστικό ανεύρυσμα, την πλέον επείγουσα και καταστροφική πάθηση που μπορεί να αντιμετωπίσει η σύγχρονη καρδιοχειρουργική. 

Ειδικά τα πρώτα εικοσιτετράωρα η θνητότητα είναι πολύ μεγάλη. Σκοπός της θεραπευτικής αντιμετώπισης είναι η ταχεία πτώση της αρτηριακής πίεσης με φάρμακα όπως το νιτροπρωσσικό νάτριο. Έχει βρεθεί ότι με τον τρόπο αυτό καθυστερεί η επέκταση του διαχωρισμού της αορτής. Ορισμένες επιλεγμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να χειρουργηθούν (κυρίως όταν συμμετέχει η ανιούσα αορτή). Τονίζεται, όμως, ότι η χειρουργική θνητότητα είναι πολύ μεγάλη.

Τι είναι, όμως, ο διαχωρισμός και το διαχωριστικό ανεύρυσμα της αορτής: Η αορτή δεν είναι απλά ένας αγωγός αιματικής ροής αλλά αποτελείται από ένα σύστημα χιτώνων. Υπό φυσιολογικές συνθήκες οι χιτώνες αυτοί είναι στερεά συνδεμένοι μεταξύ τους. Όταν όμως συμβεί ενδοτοιχωματική αιμορραγία, τότε μπορεί η απότομη είσοδος του αίματος ανάμεσα στους χιτώνες να προκαλέσει διαχωρισμό/σκίσιμο  του αρτηριακού τοιχώματος.

Ο διαχωρισμός αυτός, το επίμηκες σκίσιμο των χιτώνων της αορτής, δημιουργεί δύο αυλούς: τον αληθή και τον ψευδή αορτικό αυλό. Σε μερικές περιπτώσεις μέσα από τον ψευδή αυλό μπορεί να προκληθεί και δεύτερη ή και περισσότερες ρήξεις του έσω χιτώνα, με αποτέλεσμα την επανείσοδο του αίματος από τον ψευδή αυλό στον αληθή με παράλληλη αποκατάσταση της περιφερικής κυκλοφορίας και της αιμάτωσης των αντίστοιχων οργάνων. Τα περισσότερα εκλυτικά αίτια δημιουργίας των αορτικών ανευρυσμάτων και κυρίως η υπέρταση, μπορεί να προκαλέσουν και τον διαχωρισμό της αορτής, με αποτέλεσμα την αύξηση της διαμέτρου του αορτικού αυλού και τη δημιουργία διαχωριστικού ανευρύσματος.

Κλινική εικόνα

Η κλινική εικόνα των ασθενών με διαχωρισμό της αορτής, σε αντίθεση με την εικόνα των αρτηριακών ανευρυσμάτων πολύ συχνά είναι ιδιαίτερα θορυβώδης και σπανιότερα ήπια. Συνήθως παρατηρείται απότομη εισβολή των συμπτωμάτων με οξύ διαξιφιστικό οπισθοστερνικό άλγος που μπορεί να αντανακλά στην ωμοπλάτη, και να μιμείται το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Όταν ο διαχωρισμός επεκτείνεται προς τη ρίζα της ανιούσης αορτής μπορεί να προκαλέσει οξεία ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας. Η οξεία ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας αποτελεί σημείο επικείμενης ρήξης του ανευρύσματος στην περικαρδιακή κοιλότητα με συνοδό υπογκαιμική καταπληξία, επιπωματισμό ή δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και γι΄ αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα με χειρουργική θεραπεία.

Κάθε υπερτασικός ασθενής που προσέρχεται στο τμήμα επειγόντων με οπισθοστερνικό άλγος και διαστολικό φύσημα αορτής πρέπει να ελέγχεται αμέσως με υπερηχοκαρδιογράφημα, κατά προτίμηση διοισοφάγειο, για να αποκλεισθεί ή να επιβεβαιωθεί η διάγνωση του διαχωρισμού της ανιούσης αορτής. Ας σημειωθεί ότι ακόμη και η ηλεκτροκαρδιογραφική διάγνωση κατωτέρου εμφράγματος του μυοκαρδίου με οξεία ανεπάρκεια της αορτής, όχι μόνο δεν αποκλείει αορτικό διαχωρισμό αλλά μπορεί να είναι και απότοκός του. Στην προκειμένη περίπτωση το κατώτερο έμφραγμα μπορεί να προέρχεται από επέκταση του διαχωρισμού προς το στόμιο της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας. Όταν δε ο διαχωρισμός εκτείνεται προς το στέλεχος της αριστεράς στεφανιαίας τότε συνήθως το έμφραγμα δεν εκδηλώνεται, διότι ο ασθενής καταλήγει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από οξύ εκτεταμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου, συχνά με κοιλιακή μαρμαρυγή.

Διάγνωση

Όταν η διάγνωση του διαχωρισμού της αορτής τίθεται μέσα σε χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων από την έναρξη των συμπτωμάτων, τότε ονομάζεται οξύς διαχωρισμός. Αντίθετα ονομάζεται χρόνιος διαχωρισμός όταν η διάγνωση τίθεται τυχαία ή μετά το χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων. 

Η αρχική διάγνωση σε ασθενείς με χρόνιο διαχωρισμό συνήθως τίθεται τυχαία, ή μετά από φυσική εξέταση κατά την οποία αποκαλύπτεται νέο διαστολικό φύσημα ανεπάρκειας της αορτικής βαλβίδας, είτε μετά από απλή ακτινογραφία θώρακος κατά την οποία προβάλλει προς τα δεξιά η ακτινογραφική σκιά της ανιούσης αορτής, είτε μετά από υπερηχοκαρδιογράφημα καρδιάς κατά το οποίο η ρίζα της ανιούσης αορτής ελέγχεται με διαχωρισμό των αορτικών χιτώνων. Η επιβεβαίωση της διάγνωσης αλλά και ο καθορισμός του μεγέθους και της έκτασης του διαχωρισμού τίθεται συνήθως με υπολογιστική ή μαγνητική τομογραφία θώρακος ή και με διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα. Όταν οι παραπάνω εξετάσεις αναδεικνύουν μεν ανώμαλη και διατεταμένη αορτή χωρίς να θέτουν τη διάγνωση του διαχωρισμού, τότε υπάρχει ένδειξη αορτογραφίας, η οποία μπορεί να αποκλείσει ή να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Επίσης όλοι οι ασθενείς με υψηλή πιθανότητα στεφανιαίας νόσου πρέπει να υποβάλλονται σε στεφανιογραφία εφόσον βρίσκονται σε καλή αιμοδυναμική κατάσταση.

Πηγες: www.euroclinic.gr, www.iator.gr

ανεύρυσμαλιποθυμίαΠέτρος Τατσόπουλος