Ιστορία|04.02.2026 18:13

4 Φεβρουαρίου 1843: Η ανέκδοτη επιστολή για το θάνατο του Κολοκοτρώνη αφού πρώτα «συμπεθέρεψε η κάπα με τη γούνα»

Κώστας Ασημακόπουλος

Το ξημέρωμα της 4ης Φεβρουαρίου 1843 δεν ήταν σαν τα άλλα. Η είδηση πως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είναι νεκρός έπεσε σαν κεραυνός σε φίλους και εχθρούς…

Ο ιστορικός και ερευνητής Γιώργος Πύργαρης μας φέρνει στο φως μία ανέκδοτη επιστολή που έχει διασωθεί στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και την τοποθετεί χρονικά στις κρίσιμες ώρες που το νέο για τον θάνατο του Γέρου του Μοριά διαδίδεται από στόμα σε στόμα και προκαλεί θλίψη και πένθος.

Η επιστολή είναι γραμμένη από κάποιον Α. Καρατάρα και απευθύνεται στον κουμπάρο του, πιθανότατα προς τον οπλαρχηγό Τζόκρη:

Γενναιότατε κύριε κουμπάρε
Αθήνα, τη 4η Φεβρουαρίου 1843

Λυπηράν και όλως απαρηγόρητον αγγελίαν επιφέρει η παρούσα μου. Ο σεβαστός μας γέρων Κολοκοτρώνης, όστις χθες το εσπέρας ήτον εις τον βασιλικόν χορόν, προσεβλήθη καθ’ ύπνον από αποπληγίαν, περί την τετάρτην ώραν της νυκτός. Μόλις εγνώρισαν τούτο οι εν τη οικία, ότι ουδεμία ήτο πλέον ελπίς. Οι ικανότεροι των ιατρών έσπευσαν να του δώσουν βοήθειαν με φλεβοτομίας, βδέλλας και… εις τους πόδας, χιόνας εις την κεφαλήν και άλλα, αλλά εις μάτην τα πάντα. Ο αείδημος, άφωνος και μόλις πνέων, περί την ενδεκάτην ώραν προ μεσημβρίας, έπαυσε του να είναι μεταξύ των ζώντων. Ίσως ο μακαρίτης ούτως ηθέλησε, δοξάσαντα αυτόν τον Ύψιστον Θεόν, το να υπανδρεύση και τον κ. Κωνσταντίνον και να αποθάνη.
Ο γέρων μας δεν είναι πλέον μεταξύ μας. Εις την άλλην ζωήν μας περιμένει. Ευχόμεθα όθεν προς Κύριον, ίνα αναπαύση αυτόν εις αιωνίους μονάς. Αμήν.

Ο κουμπάρος σου
Α. Καρατάρας

Συμπεθέρεψε η κάπα με τη γούνα

Ο μπαρουτοκαπνισμένος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, παρότι έζησε πόνο και κακουχίες, ευτύχησε να δει την Ελλάδα ελεύθερη. Ο δε θάνατός του επήλθε μέσα σε στιγμές ευτυχίας, που ήταν σπάνιες στον 72χρονο βίο του.  

Σύμφωνα με τον Γιώργο Πύργαρη, την 1η Φεβρουαρίου 1843, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε καμαρώσει τον γάμο του γιου του Κωνσταντίνου (του αποκαλούμενου και Κολίνου). Παντρεύτηκε την εγγονή του άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά.
Η χαρά του «Γέρου» ήταν μεγάλη. Αστειευόταν με όλους, γελούσε και ήταν η στιγμή που είπε την περίφημη φράση: «Συμπεθέρεψε η κάπα με τη γούνα».

Ήταν από τις σπάνιες στιγμές όπου ο πολεμιστής άφηνε για λίγο στην άκρη το βάρος της Ιστορίας. Τη βραδιά του θανάτου του ήταν προσκεκλημένος στον βασιλικό χορό του Παλατιού. Μετά τον χορό γύρισε στο σπίτι του, το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά στο Παλάτι, στη σημερινή Βουλή των Ελλήνων. Από τις τελευταίες του κουβέντες προς τον γιο του, τον Γενναίο, ήταν: «Σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις».

Το μοιραίο εγκεφαλικό

Τα πολύημερα γλέντια, το κρασί, η ένταση των ημερών, ίσως και τα χρόνια των κακουχιών, στάθηκαν μοιραία… Τη νύχτα της 4ης Φεβρουαρίου 1843, ο Γέρος του Μοριά υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι γιατροί Γλαράκης, Οικονόμου και Ρέζερ έσπευσαν να τον σώσουν. Πάλεψαν. Μα χωρίς αποτέλεσμα. Το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου, στις έντεκα, η ανάσα του έσβησε.

«Αφησε πίσω έναν ολόκληρο λαό»

«Ο Κολοκοτρώνης άφηνε πίσω του όχι μόνο παιδιά και οικογένεια, αλλά έναν ολόκληρο λαό που είχε μάθει να τον βλέπει ως στήριγμα και σύμβολο. Άφηνε τον μικρό Πάνο, που ήταν μόλις επτά ετών. Άφηνε μνήμες αγώνων, φυλακίσεων, νικών και πίκρας. Άφηνε, πάνω απ’ όλα, μια ελεύθερη Ελλάδα που είχε σμιλευτεί και με το δικό του αίμα και μυαλό. Εκείνη την ημέρα, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς έναν άνθρωπο. Έχασε τη φωνή που έλεγε “φωτιά και τσεκούρι”, το βλέμμα που έβλεπε την ελευθερία πριν ακόμη γεννηθεί, τον στρατηγό που έγινε μύθος όσο ζούσε. Ο Γέρος του Μοριά πέθανε. Μα πέρασε οριστικά στην αιωνιότητα», αναφέρει ο Γιώργος Πύργαρης.

Λαϊκό προσκύνημα

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770 και έφυγε στις 4 Φεβρουαρίου 1843, σε ηλικία 72 ετών. Η κηδεία του υπήρξε εθνικό γεγονός. Τελέστηκε στην Αθήνα, λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, και έμοιαζε περισσότερο με λαϊκό προσκύνημα παρά με απλή εξόδιο ακολουθία. Από νωρίς, πλήθος λαού συνέρρεε σιωπηλό. Αγωνιστές του ’21, αξιωματικοί, απλοί πολίτες, άνθρωποι που τον είχαν ακολουθήσει στα βουνά ή τον είχαν ακούσει να μιλά για την ελευθερία, στάθηκαν με δέος μπροστά στο φέρετρο. Ήταν η τελευταία φορά που έβλεπαν τον άνθρωπο που για δεκαετίες ταύτισαν με τη μοίρα του Αγώνα. Η πομπή διέσχισε τους δρόμους της πόλης με βαριά συγκίνηση. Στρατιωτικά αγήματα απέδωσαν τιμές, καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα και τα πρόσωπα ήταν σκυθρωπά. Δεν έκλαιγαν μόνο τον άνθρωπο· αποχαιρετούσαν μια ολόκληρη εποχή.

Στο ναό της Αγίας Ειρήνης

Ή πομπή κατέβηκε από την οδό Έρμου, και μπαίνοντας στην οδό Αίολου έφτασε στον ναό της Αγ. Ειρήνης, όπου έψάλη ή νεκρώσιμος ακολουθία. Γύρω από το φέρετρο κατά την πορεία της προς την Αγία Ειρήνη παραστέκονταν: Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Κουντουριώτης, ο Αντιστράτηγος Τσωρτς, ο Υποστράτηγος Τζαβέλλας, ο Υποστράτηγος Γιατράκος, οι Συνταγματάρχες Πλαπούτας και Μακρυγιάννης, οι σύμβουλοι επικρατείας Δεληγιάννης και Παλαμήδης. Επίσης ακολουθούσε πλήθος κόσμου. Ήταν τόσος ο λαός, πού όταν ή κεφαλή της πομπής έμπαινε στην εκκλησία, ή ουρά ήταν στην αρχή της Έρμου!
Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε μία μεγάλη μορφή των γραμμάτων της εποχής, ο εκκλησιαστικός ρήτορας και συγγραφέας Κωνσταντίνος Οικονόμου των έξ’ Οικονόμων. Έπειτα ή πομπή, περνώντας ξανά από το παλάτι, έφτασε στο Α’ Νεκροταφείο.

Η Ελλάδα δεν αποχαιρέτησε απλώς έναν στρατηγό. Αποχαιρέτησε τον Γέρο του Μοριά, τον άνθρωπο που δίδαξε ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται — κερδίζεται.

Το τρένο με τα οστά

Ο Κολοκοτρώνης τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου παρέμειναν τα οστά του μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1930, ημέρα κατά την οποία, ύστερα από αίτημα των Αρκάδων και με απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου, τα οστά του «Γέρου του Μοριά» μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικώς από την Αθήνα στην Τρίπολη, τοποθετημένα μέσα σε ειδικά διαμορφωμένο βαγόνι, διακοσμημένο με δάφνες και στα εθνικά χρώματα. Λέγεται πως στο χώρο του παλιού μηχανοστασίου στον Πειραιά στην περιοχή Λεύκα.

Η βεβήλωση και διάσωση

Κατά τη Γερμανική Κατοχή βεβηλώθηκε ο χώρος φύλαξης των οστών του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη. Τη μνήμη δεν τη διέσωσε κάποιο αξίωμα ή μια αρχή, αλλά ένα 13χρονο παιδί. Ένας ανώνυμος πιτσιρικάς, με θάρρος μεγαλύτερο από την ηλικία του, μάζεψε κρυφά όσα οστά μπόρεσε, τα προστάτεψε και τα έκρυψε από τη βεβήλωση, χωρίς να αφήσει το όνομά του στην Ιστορία. Χάρη σε εκείνον, μετά την Απελευθέρωση κατέστη δυνατή η αποκατάσταση και η επανατοποθέτηση των οστών με σεβασμό στη μνήμη και στην Ιστορία.

ΤρίποληΘεόδωρος Κολοκοτρώνηςειδήσεις τώραειδήσειςΓιώργος Πύργαρης