Ιστορία|08.11.2026 20:00

Κάτια Γιαννακοπούλου: Η γυναίκα με την ξανθιά περούκα που δολοφόνησε τον αρχιμανδρίτη που λάτρευε σαν Θεό

Newsroom

Το πρωί της 22ας Ιουλίου 1997, ένας αρχιμανδρίτης βγαίνει από το σπίτι του στη Νέα Σμύρνη και κατευθύνεται προς το αυτοκίνητό του. Δεν γνωρίζει ότι σε μικρή απόσταση τον περιμένει μια γυναίκα με ξανθιά περούκα και μεγάλα γυαλιά.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο ιερωμένος πέφτει νεκρός από οκτώ πυροβολισμούς.

Η γυναίκα που κρατούσε το όπλο είναι η Κάτια Γιαννακοπούλου, 42 ετών, παντρεμένη και μητέρα ενός γιου. Το θύμα είναι ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος Ελευθεριάδης, ένας άνθρωπος με σημαντική παρουσία στους εκκλησιαστικούς κύκλους, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην Ελλάδα και στο Λονδίνο.

Αυτό που αρχικά μοιάζει με μια ανεξήγητη δολοφονία θα αποκαλυφθεί σταδιακά ως μία από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις της δεκαετίας του 1990.

Η δράστιδα θα υποστηρίξει ότι διατηρούσε επί οκτώ χρόνια ερωτική σχέση με τον ιερωμένο, τον οποίο είχε γνωρίσει αναζητώντας πνευματική καθοδήγηση. Θα μιλήσει για απόλυτη αφοσίωση, για οικονομική εκμετάλλευση, για εκατομμύρια δραχμές και για έναν έρωτα που, όπως η ίδια περιέγραφε, δεν μπορούσε να ελέγξει.

Η οικογένεια του αρχιμανδρίτη θα αμφισβητήσει βασικά στοιχεία της αφήγησής της.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, η εκπομπή «Κόκκινη Γραμμή» του OPEN ανασυνθέτει το χρονικό της υπόθεσης μέσα από αρχειακά ντοκουμέντα, μαρτυρίες αστυνομικών, δικηγόρων και ανθρώπων που παρακολούθησαν τη δικαστική εξέλιξη.

Η γνωριμία στον ναό της Παναγίτσας

Η ιστορία αρχίζει το 1989.

Η Κάτια Γιαννακοπούλου ζει στην Καλλιθέα με τον σύζυγο και τον γιο τους. Εργάζεται ως πωλήτρια ειδών δώρων και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάζονται στην εκπομπή, αντιμετωπίζει προσωπικά προβλήματα που την οδηγούν στην αναζήτηση πνευματικής στήριξης.

Μέσω συγγενικού της προσώπου γνωρίζει τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Ελευθεριάδη, ο οποίος υπηρετεί στον ναό της Παναγίτσας στο Παλαιό Φάληρο.

Η σχέση τους ξεκινά, σύμφωνα με τη δική της κατάθεση, ως σχέση πνευματικού και εξομολογούμενης.

Η ίδια αρχίζει να επισκέπτεται συχνότερα την εκκλησία, να εξομολογείται στον ιερωμένο και να του εμπιστεύεται προσωπικά ζητήματα.

Σταδιακά, όπως θα ισχυριστεί αργότερα ενώπιον της Δικαιοσύνης, η σχέση αποκτά ερωτικό χαρακτήρα.

Η Γιαννακοπούλου υποστήριξε ότι ο αρχιμανδρίτης ήταν εκείνος που την προσέγγισε πρώτος ερωτικά, καλώντας την στο σπίτι του.

Η εκδοχή της δεν έμεινε αναμφισβήτητη. Οι συγγενείς του Ελευθεριάδη αρνήθηκαν ότι υπήρξε ερωτικός δεσμός και υποστήριξαν πως η σχέση ήταν αποκλειστικά πνευματική.

«Τον είχα πιστέψει σαν Θεό»

Η φράση με την οποία η Κάτια Γιαννακοπούλου περιέγραψε τη σχέση της με τον αρχιμανδρίτη έμεινε χαρακτηριστική.

«Τον είχα πιστέψει σαν Θεό».

Όπως εξήγησαν ειδικοί στην «Κόκκινη Γραμμή», μια τέτοια εξιδανίκευση μπορεί να δημιουργήσει ισχυρή συναισθηματική εξάρτηση, ιδιαίτερα όταν η σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν βρίσκονται σε ισότιμη θέση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ένας άνθρωπος είχε τον ρόλο του πνευματικού καθοδηγητή και ο άλλος του πιστού που αναζητούσε βοήθεια.

Η σχέση, σύμφωνα με την ίδια τη Γιαννακοπούλου, κράτησε περίπου οκτώ χρόνια.

Στο διάστημα αυτό, όπως κατέθεσε, πραγματοποιούσε συναντήσεις με τον αρχιμανδρίτη, αποκρύπτοντας την προσωπική τους επαφή από το οικογενειακό περιβάλλον της.

Η ίδια θα περιγράψει αργότερα έναν δεσμό που είχε κυριαρχήσει στη ζωή της, επηρεάζοντας τις επιλογές και την καθημερινότητά της.

Τα 27 εκατομμύρια δραχμές και η οικονομική διαμάχη

Μία από τις πιο σκοτεινές πτυχές της υπόθεσης ήταν η οικονομική σχέση των δύο προσώπων.

Η Γιαννακοπούλου ισχυρίστηκε ότι είχε δώσει στον Άνθιμο Ελευθεριάδη περισσότερα από 27 εκατομμύρια δραχμές, χρήματα που, όπως ανέφερε, προέρχονταν από κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τον σύζυγό της.

Σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, μέρος των χρημάτων δόθηκε για την πραγματοποίηση εκκλησιαστικού έργου, καθώς ο αρχιμανδρίτης φέρεται να της είχε περιγράψει ένα όνειρο στο οποίο είχε εμφανιστεί η Παναγία.

Η ίδια υποστήριζε ότι πίστευε απόλυτα όσα της έλεγε.

Στην υπόθεση αναφέρθηκε και ένα ιδιόχειρο έγγραφο, το οποίο η Γιαννακοπούλου παρουσίασε ως αναγνώριση οφειλής από τον ιερωμένο και ως πρόθεση να της παραχωρηθεί διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη έναντι χρέους 20 εκατομμυρίων δραχμών.

Οι τραπεζικές κινήσεις που εξετάστηκαν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των δύο. Ωστόσο, η ακριβής αιτία των καταβολών και το τι απέγιναν τα χρήματα αποτέλεσαν αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών.

Η οικονομική εκμετάλλευση ήταν κεντρικός ισχυρισμός της υπεράσπισης της Γιαννακοπούλου, όχι γεγονός που μπορεί να αποδίδεται ανεπιφύλακτα σε κάθε επιμέρους λεπτομέρειά του.

Η μετάθεση στο Λονδίνο και η αρχή της ρήξης

Το 1995 ο Άνθιμος Ελευθεριάδης απομακρύνεται από τον ναό της Παναγίτσας και μετατίθεται στο Λονδίνο.

Οι ακριβείς λόγοι της μετακίνησής του αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων και ισχυρισμών, χωρίς να έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως στο δημόσιο αρχείο της υπόθεσης.

Για τη Γιαννακοπούλου, όμως, η απόσταση αυτή φαίνεται πως αποτέλεσε σημείο καμπής.

Σύμφωνα με όσα η ίδια κατέθεσε, συνέχισε να επιδιώκει την επικοινωνία μαζί του και ταξίδευε ακόμη και αυθημερόν στο Λονδίνο για να τον συναντήσει.

Οι επαφές τους, ωστόσο, άρχισαν να αραιώνουν.

Τα τηλεφωνήματα γίνονταν δυσκολότερα, οι συναντήσεις λιγότερες και η ίδια αντιλαμβανόταν ότι ο άνθρωπος στον οποίο είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής της απομακρυνόταν.

Η ένταση κλιμακώθηκε.

Οι μυστικές κασέτες και η επίθεση με μαχαίρι

Καθώς η σχέση επιδεινωνόταν, η Γιαννακοπούλου άρχισε να καταγράφει συνομιλίες με τον αρχιμανδρίτη.

Στην κατοχή της βρέθηκαν μαγνητοταινίες που παραδόθηκαν στον ανακριτή.

Η ίδια υποστήριζε ότι οι κασέτες αποδείκνυαν τόσο την ερωτική σχέση όσο και τις οικονομικές εκκρεμότητες μεταξύ τους.

Η οικογένεια του Ελευθεριάδη αμφισβήτησε την εκδοχή αυτή και, κατά τη διάρκεια της δίκης, τέθηκε ακόμη και ζήτημα ταυτοποίησης της φωνής που ακουγόταν στις ηχογραφήσεις.

Η διαμάχη, όμως, δεν περιορίστηκε στις τηλεφωνικές συνομιλίες.

Στις 7 Μαρτίου 1997, οι δύο συναντήθηκαν στο διαμέρισμα του αρχιμανδρίτη στη Νέα Σμύρνη.

Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στη δικαστική διαδικασία, η συνάντηση εξελίχθηκε σε έντονο επεισόδιο, κατά το οποίο η Γιαννακοπούλου τον τραυμάτισε στον λαιμό με μαχαίρι.

Το περιστατικό αποτέλεσε αργότερα ένα από τα στοιχεία που εξετάστηκαν για την κλιμάκωση της βίας πριν από τη δολοφονία.

Η ξανθιά περούκα και το καρτέρι στη Νέα Σμύρνη

Τον Ιούνιο του 1997, σύμφωνα με τη δικογραφία όπως παρουσιάζεται στην εκπομπή, η Γιαννακοπούλου προμηθεύεται παράνομα πυροβόλο όπλο στην περιοχή της Ομόνοιας.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, μαθαίνει ότι ο Άνθιμος βρίσκεται στην Αθήνα.

Επιχειρεί να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά η συνάντηση που επιθυμεί δεν πραγματοποιείται.

Το πρωί της 22ας Ιουλίου 1997 φεύγει από το σπίτι της φορώντας ξανθιά περούκα και μεγάλα γυαλιά, έχοντας μαζί της το όπλο.

Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, την περούκα της την είχε δώσει παλαιότερα ο ίδιος ο αρχιμανδρίτης για τις μυστικές συναντήσεις τους.

Πηγαίνει στη Νέα Σμύρνη και περιμένει έξω από το σπίτι του.

Περίπου στις 10:30 το πρωί, ο Ελευθεριάδης εμφανίζεται και κατευθύνεται προς το αυτοκίνητό του.

Η Γιαννακοπούλου τον πλησιάζει.

Σύμφωνα με τη δική της περιγραφή, προσπαθεί να του μιλήσει, όμως εκείνος της γυρίζει την πλάτη.

Τότε βγάζει το όπλο και πυροβολεί.

Οκτώ σφαίρες πλήττουν τον αρχιμανδρίτη, ο οποίος πεθαίνει επί τόπου.

Τα στοιχεία της ιατροδικαστικής έρευνας και η προετοιμασία που είχε προηγηθεί θα αποκτήσουν καθοριστική σημασία στη δικαστική αξιολόγηση της πράξης.

Η φυγή, το ποδήλατο και η εξομολόγηση στο μοναστήρι

Μετά τη δολοφονία, η Γιαννακοπούλου απομακρύνεται από το σημείο με αυτοκίνητο.

Μάρτυρες από κοντινό συνεργείο συγκρατούν στοιχεία του οχήματος, δίνοντας στην αστυνομία ένα κρίσιμο στοιχείο για την ταυτότητά της.

Η γυναίκα εγκαταλείπει το αυτοκίνητο, πετά αντικείμενα που συνδέονται με το έγκλημα και περιπλανιέται στην Αθήνα.

Σύμφωνα με το χρονικό της υπόθεσης, αγοράζει ένα ποδήλατο στην Ομόνοια και περνά ένα βράδυ σε εγκαταλελειμμένη οικοδομή.

Η φυγή της ολοκληρώνεται δύο ημέρες μετά τη δολοφονία.

Στις 24 Ιουλίου 1997 φτάνει με ποδήλατο στη Μονή Παναγίας Γοργοεπηκόου στη Μάνδρα.

Ζητά να εξομολογηθεί και αποκαλύπτει στη μοναχή όσα έχουν συμβεί.

Η απόφαση της μοναχής να ενημερώσει την αστυνομία προκάλεσε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, έντονες συζητήσεις για τον χαρακτήρα της εξομολόγησης και τα όρια του απορρήτου.

Λίγο αργότερα, οι αστυνομικοί φτάνουν στο μοναστήρι.

Η Γιαννακοπούλου δεν προβάλλει αντίσταση.

«Την ώρα που πέθανε, πέθανα κι εγώ μαζί»

Η ομολογία της στις τηλεοπτικές κάμερες θα γίνει μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της υπόθεσης.

Όταν δημοσιογράφοι τη ρωτούν εάν έχει μετανιώσει, απαντά:

«Έχω μετανιώσει και τον αγαπώ και τον αγαπούσα και τη στιγμή που έκανα εκείνο το πράγμα και την ώρα που πέθανε πέθανα κι εγώ μαζί».

Η φράση αυτή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια επιχειρούσε να περιγράψει την πράξη της και τα συναισθήματά της.

Στην πολύωρη απολογία της μίλησε για την αρχή της σχέσης, την απογοήτευση, τα χρήματα, την απόρριψη και τελικά την απόφασή της να χρησιμοποιήσει το όπλο.

Οι δικαστικές αρχές, ωστόσο, έπρεπε να αξιολογήσουν όχι μόνο τις εξηγήσεις της, αλλά και τη συγκεκριμένη ακολουθία πράξεων που είχε προηγηθεί του εγκλήματος.

Η δίκη του 1998 και η απόφαση των 20 ετών

Τον Νοέμβριο του 1998 η Κάτια Γιαννακοπούλου οδηγείται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας.

Η υπεράσπισή της υποστηρίζει ότι βρέθηκε μέσα σε μια σχέση έντονης συναισθηματικής εξάρτησης και ότι υπήρξε αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Η οικογένεια του αρχιμανδρίτη απορρίπτει αυτή την εικόνα και επιμένει στην πλήρη ευθύνη της κατηγορούμενης.

Στο δικαστήριο εμφανίζονται δύο διαφορετικές αφηγήσεις για τη σχέση των δύο ανθρώπων.

Η Γιαννακοπούλου κρίνεται ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, αναγνωρίζει ελαφρυντικά, μεταξύ των οποίων τον πρότερο έντιμο βίο και την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος.

Της επιβάλλεται ποινή κάθειρξης 20 ετών.

Η απόφαση προκαλεί συζητήσεις, ιδιαίτερα επειδή η προηγούμενη συμπεριφορά του θύματος αποκτά νομική σημασία κατά την επιμέτρηση της ποινής, χωρίς αυτό να αναιρεί την ενοχή της για τη δολοφονία.

Η ανατροπή στο Εφετείο: Από τα 20 χρόνια στα ισόβια

Η υπόθεση δεν τελειώνει με την πρώτη απόφαση.

Έπειτα από εισαγγελική έφεση, η Γιαννακοπούλου επιστρέφει στο εδώλιο τον Νοέμβριο του 2001.

Αυτή τη φορά το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας την κρίνει ομόφωνα ένοχη και δεν της αναγνωρίζει κανένα ελαφρυντικό.

Η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια κάθειρξη.

Στο επίκεντρο της δικαστικής κρίσης βρίσκεται η προετοιμασία του εγκλήματος: η προηγούμενη επίθεση, η αγορά του όπλου, η αναμονή έξω από το σπίτι και οι πολλαπλοί πυροβολισμοί.

Η υπερασπιστική θέση περί βρασμού ψυχικής ορμής δεν γίνεται δεκτή.

Η αναίρεση που ακολούθησε στον Άρειο Πάγο απορρίπτεται.

Για τη γυναίκα που είχε υποστηρίξει ότι σκότωσε τον άνθρωπο που αγαπούσε, η ζωή αλλάζει οριστικά.

Ο σύζυγος και ο γιος που δεν την εγκατέλειψαν

Μια ιδιαίτερη πλευρά της υπόθεσης ήταν η στάση της οικογένειας της Κάτιας Γιαννακοπούλου.

Παρά τις αποκαλύψεις για τη σχέση της με τον αρχιμανδρίτη και την καταδίκη για τη δολοφονία του, ο σύζυγός της, Γιώργος, και ο γιος τους παρέμειναν στο πλευρό της.

Ο σύζυγος κατέθεσε υπέρ της, προσπαθώντας να εξηγήσει την προσωπικότητά της και τις αλλαγές που είχε παρατηρήσει κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών.

Η υποστήριξη αυτή δεν ισοδυναμούσε με αποδοχή του εγκλήματος.

Ανέδειξε, ωστόσο, μια ακόμη τραγική πτυχή: μια οικογένεια που βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας δολοφονίας και προσπάθησε να συνεχίσει να υπάρχει.

Η αποφυλάκιση το 2013

Η Κάτια Γιαννακοπούλου παρέμεινε στη φυλακή για περίπου 16 χρόνια.

Σύμφωνα με το χρονικό που παρουσιάζεται στην «Κόκκινη Γραμμή», τον Αύγουστο του 2013 έγινε δεκτή η αίτησή της για υφ’ όρον απόλυση, βάσει των προϋποθέσεων που προέβλεπε η νομοθεσία.

Στις 5 Αυγούστου 2013 αποφυλακίστηκε από τις γυναικείες φυλακές της Θήβας.

Η έξοδός της έγινε χωρίς τη δημοσιότητα που είχε συνοδεύσει τη σύλληψη και τις δίκες της.

Ο σύζυγος και ο γιος της εξακολουθούσαν να τη στηρίζουν.

Η οικογένεια του δολοφονημένου αρχιμανδρίτη, αντίθετα, εξέφρασε τη θλίψη και την αντίθεσή της στην αποφυλάκιση.

Μια υπόθεση που σημάδεψε τη δεκαετία του 1990

Η δολοφονία του Άνθιμου Ελευθεριάδη συγκέντρωσε τεράστιο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η υπόθεση πέρασε ακόμη και στη μυθοπλασία, αποτελώντας πηγή έμπνευσης για επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς «Κόκκινος Κύκλος», με τον Μηνά Χατζησάββα και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Όσα συνέβησαν εξακολουθούν να προκαλούν ερωτήματα για την πνευματική εξουσία, τα όρια της εμπιστοσύνης, τη συναισθηματική εξάρτηση και την ευθύνη απέναντι σε μια ανθρώπινη ζωή.

Οι καταγγελίες της Γιαννακοπούλου για τη σχέση και την οικονομική εκμετάλλευση αποτέλεσαν μέρος της δικαστικής αντιπαράθεσης. Η οικογένεια του αρχιμανδρίτη αμφισβήτησε την εκδοχή της. Η Δικαιοσύνη, από την πλευρά της, έκρινε την ποινική ευθύνη για την ανθρωποκτονία.

Πέρα από τις αντιπαραθέσεις, όμως, υπάρχει ένα γεγονός που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Στις 22 Ιουλίου 1997, ο Άνθιμος Ελευθεριάδης έχασε τη ζωή του από το όπλο της Κάτιας Γιαννακοπούλου.

Και η γυναίκα που δήλωνε ότι τον είχε αγαπήσει περισσότερο από τον εαυτό της πέρασε τα επόμενα 16 χρόνια στη φυλακή.

Μια ιστορία που ξεκίνησε με την αναζήτηση πνευματικής καθοδήγησης κατέληξε σε μια δολοφονία, δύο δίκες και μια οικογενειακή τραγωδία που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

Η υπόθεση παρουσιάζεται αναλυτικά στην εκπομπή «Κόκκινη Γραμμή» του OPEN, μέσα από αρχειακό υλικό, αυθεντικές δηλώσεις και μαρτυρίες προσώπων που παρακολούθησαν την αστυνομική και δικαστική εξέλιξή της.

Εγκλήματαδολοφονία