Μουσική|30.06.2026 19:30

Moby: Η διαδρομή ενός ανήσυχου δημιουργού - Από τα υπόγεια της Νέας Υόρκης στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η αντίστροφη μέτρηση για την επιστροφή του Moby στην Αθήνα έχει ήδη ξεκινήσει. Την Τετάρτη 1η Ιουλίου, ο Αμερικανός μουσικός, συνθέτης και παραγωγός θα εμφανιστεί στην Πλατεία Νερού, στο πλαίσιο του Release Athens 2026, φέρνοντας μαζί του τραγούδια που εδώ και περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια αποτελούν σημείο αναφοράς για την ηλεκτρονική μουσική. Από το «Porcelain» και το «Natural Blues» μέχρι το «Why Does My Heart Feel So Bad?» και το «Lift Me Up», η συναυλία αναμένεται να λειτουργήσει σαν μια διαδρομή σε μια πορεία που άφησε έντονο αποτύπωμα στη σύγχρονη μουσική.

Η επίσκεψή του, στην ελληνική πρωτεύουσα, αποτελεί την ιδανική αφορμή για να γνωρίσουμε καλύτερα τον άνθρωπο πίσω από τον καλλιτέχνη. Έναν δημιουργό που ξεκίνησε από ένα μικρό διαμέρισμα της Νέας Υόρκης, έφτασε στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη μουσική με την ίδια περιέργεια που είχε όταν έγραφε τις πρώτες του συνθέσεις.

Η μουσική ως ένας τρόπος να γνωρίσει καλύτερα τον κόσμο

Η ιστορία του ξεκινά αρκετά χρόνια πριν από την παγκόσμια επιτυχία του «Play», του άλμπουμ που άλλαξε τη θέση της ηλεκτρονικής μουσικής στη διεθνή δισκογραφία. Ξεκινά από ένα παιδί που αναζητούσε έναν τρόπο να εκφράσει τον κόσμο που είχε μέσα του. Ο Richard Melville Hall γεννήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1965 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Το παρατσούκλι «Moby» τον ακολούθησε από τις πρώτες ημέρες της ζωής του, καθώς η οικογένειά του είχε συγγενική σχέση με τον συγγραφέα Herman Melville, δημιουργό του εμβληματικού μυθιστορήματος «Moby Dick».

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από σημαντικές αλλαγές. Ο πατέρας του έχασε τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα όταν ο ίδιος ήταν ακόμη βρέφος και η μητέρα του ανέλαβε μόνη την ανατροφή του. Όπως έχει πει ο ίδιος σε συνέντευξή του, «η μητέρα μου έκανε ό,τι μπορούσε. Μπορεί να είχαμε λίγα χρήματα, αλλά το σπίτι μας ήταν πάντοτε γεμάτο βιβλία και μουσική».

Σε ηλικία εννέα ετών ξεκίνησε μαθήματα κλασικής κιθάρας. Ακολούθησαν το πιάνο, τα κρουστά και η θεωρία της μουσικής. Πολύ γρήγορα άρχισε να ανακαλύπτει την τζαζ, τη ροκ, την πανκ, τη νέα κυματική σκηνή και την ηλεκτρονική μουσική. Η περιέργεια αυτή εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο δημιουργικό του πλεονέκτημα. Δύσκολα συναντά κανείς δύο του δίσκους, οι οποίοι να μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε άλμπουμ γεννιέται μέσα από διαφορετικές επιρροές και διαφορετικές αναζητήσεις.

Ο ίδιος έχει αναφερθεί πολλές φορές στους καλλιτέχνες που τον διαμόρφωσαν. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι Orchestral Manoeuvres in the Dark, ο Brian Eno, ο Nick Drake και οι Public Enemy. «Αν δεν είχα ακούσει τους Orchestral Manoeuvres in the Dark, πιθανότατα δεν θα είχα ασχοληθεί ποτέ με την ηλεκτρονική μουσική» έχει δηλώσει.

Η Νέα Υόρκη και τα πρώτα βήματα

Στα τέλη της δεκαετίας του '80 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο κατά την οποία η πόλη έσφυζε από δημιουργικότητα. Μικρά κλαμπ, ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες και αυτοσχέδια στούντιο αποτελούσαν το σημείο συνάντησης μιας νέας γενιάς μουσικών.

Ο Moby εργαζόταν ως DJ, έγραφε μουσική, έκανε παραγωγές και remixes και παράλληλα προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την καθημερινότητά του. Θυμάται εκείνα τα χρόνια με χιούμορ, λέγοντας ότι έκανε τα πάντα. Απαντούσε στα τηλέφωνα, καθάριζε την κουζίνα, έστελνε φαξ και ταυτόχρονα ηχογραφούσε μουσική.

Το 1991 κυκλοφόρησε το «Go», ένα κομμάτι που βασίστηκε σε μουσικό θέμα του Angelo Badalamenti από τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Twin Peaks». Το τραγούδι γνώρισε μεγάλη επιτυχία κυρίως στην Ευρώπη και έφερε τον Moby στο προσκήνιο της ηλεκτρονικής μουσικής. Η αναγνώριση ήρθε γρήγορα, τα οικονομικά οφέλη, όμως, παρέμειναν περιορισμένα.

Όπως αποκάλυψε αργότερα, από το «Go» εισέπραξε περίπου δύο χιλιάδες δολάρια σε δικαιώματα. Το ποσό ακούγεται μικρό για ένα τραγούδι που σήμερα θεωρείται κλασικό, δείχνει όμως πόσο διαφορετικά λειτουργούσε τότε η μουσική βιομηχανία. 

Ωστόσο, η επιτυχία του «Go» άνοιξε τον δρόμο για όσα θα ακολουθούσαν. Η επόμενη δεκαετία θα αποδειχθεί καθοριστική τόσο για τον ίδιο όσο και για ολόκληρη την ηλεκτρονική μουσική, η οποία αρχίζει σταδιακά να αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή δισκογραφία. Η συνέχεια της πορείας του θα οδηγήσει σε έναν από τους σημαντικότερους δίσκους της σύγχρονης μουσικής, έναν δίσκο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η ηλεκτρονική μουσική συνάντησε το ευρύ κοινό και μετέτρεψε έναν δημιουργό των underground σκηνών σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς.

Από το «Everything is Wrong» στο «Play»

Στις αρχές της δεκαετίας του '90 η ηλεκτρονική μουσική βρισκόταν σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών. Τα club γέμιζαν, τα φεστιβάλ αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερο κοινό και νέοι παραγωγοί αναζητούσαν τρόπους να διευρύνουν τα όρια του είδους. Ο Moby παρακολουθούσε αυτή τη μετάβαση από κοντά, συμμετέχοντας ενεργά σε μια σκηνή που άλλαζε σχεδόν κάθε μήνα.

Η μέχρι τότε πορεία του είχε ήδη δείξει ότι δυσκολευόταν να μείνει πιστός σε μία μόνο μουσική ταυτότητα. Την ίδια περίοδο που υπέγραφε ηλεκτρονικά κομμάτια, έπαιζε κιθάρα, έγραφε ατμοσφαιρικές συνθέσεις, δοκίμαζε ροκ φόρμες και πειραματιζόταν με ήχους που ελάχιστοι περίμεναν να ακούσουν από έναν δημιουργό της dance μουσικής.

Αυτή η διάθεση για συνεχή αναζήτηση κορυφώθηκε το 1995, με την κυκλοφορία του «Everything Is Wrong». Ένας δίσκος που σήμερα θεωρείται από πολλούς κριτικούς σημείο αναφοράς για την ηλεκτρονική μουσική των τελευταίων δεκαετιών. Εκείνη την εποχή, αρκετοί δυσκολεύτηκαν να τον κατατάξουν. Σε συνέντευξή του είχε εξηγήσει ότι ποτέ δεν τον απασχολούσε ιδιαίτερα η κατηγοριοποίηση. «Απλώς προσπαθούσα να γράψω τη μουσική που ήθελα να ακούσω». Παρ' όλα αυτά, η μεγάλη εμπορική επιτυχία παρέμενε μακριά. 

Ο Moby συνέχιζε να περιοδεύει ασταμάτητα, να εμφανίζεται σε φεστιβάλ και να δοκιμάζει νέες ιδέες. Στο μυαλό του υπήρχε πάντοτε η σκέψη ότι ένας καλλιτέχνης χρειάζεται διαρκή εξέλιξη. Το 1996, κυκλοφορεί το «Animal Rights», έναν δίσκο με έντονο πανκ και ροκ χαρακτήρα. Για αρκετούς ακροατές αποτέλεσε μια απρόσμενη στροφή. Εκείνος, αντίθετα, τον αντιμετώπιζε ως μια απολύτως φυσική συνέχεια της μουσικής του πορείας.

Αργότερα θυμόταν εκείνη την περίοδο, λέγοντας ότι «ήταν ένας παράξενος, μεγάλος και αρκετά απαιτητικός δίσκος». Η υποδοχή υπήρξε διχασμένη. Μέρος του κοινού που είχε γνωρίσει τον Moby μέσα από την ηλεκτρονική μουσική δυσκολεύτηκε να ακολουθήσει αυτή τη νέα κατεύθυνση. Ο ίδιος, παρ' όλα αυτά, συνέχισε να γράφει με τον ίδιο τρόπο που το έκανε πάντα. Ακολουθώντας αποκλειστικά το προσωπικό του ένστικτο. Αρκετά χρόνια αργότερα θα εξηγούσε ότι η δημιουργία αποκτά αξία όταν εκφράζει πραγματική ανάγκη και όχι προσδοκίες τρίτων.

Η ιδέα που γεννήθηκε μέσα από παλιές ηχογραφήσεις

Στα τέλη της δεκαετίας του '90 συμβαίνει κάτι που αλλάζει οριστικά την πορεία της ζωής του. Ένας δημοσιογράφος τού δίνει μια συλλογή με ιστορικές ηχογραφήσεις του μουσικολόγου Άλαν Λόμαξ. Οι καταγραφές αυτές περιλαμβάνουν παραδοσιακά μπλουζ, γκόσπελ και τραγούδια ανθρώπων που ζούσαν στον αμερικανικό Νότο αρκετές δεκαετίες νωρίτερα. Ο Moby γοητεύεται αμέσως.

Ακούει ξανά και ξανά αυτές τις φωνές και αρχίζει να σκέφτεται πώς θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια νέα ζωή μέσα από τη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική. Το αποτέλεσμα είναι το «Play», που κυκλοφορεί το 1999. Στην αρχή τίποτε δεν προμηνύει όσα θα ακολουθήσουν. Οι πρώτες πωλήσεις κινούνται σε χαμηλά επίπεδα και ο δίσκος περνά σχεδόν απαρατήρητος.

Η συνέχεια θυμίζει κινηματογραφικό σενάριο. Τα τραγούδια αρχίζουν να ακούγονται σε τηλεοπτικές σειρές, κινηματογραφικές παραγωγές και διαφημίσεις. Σταδιακά το «Play» μετατρέπεται σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Οι πωλήσεις ξεπερνούν τα δώδεκα εκατομμύρια αντίτυπα και ο Moby περνά από τις μικρές μουσικές σκηνές στα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου.

Στον δίσκο περιλαμβάνονται τραγούδια όπως το «Porcelain», το «Natural Blues», το «Why Does My Heart Feel So Bad?», το «Run On», το «Bodyrock» και το «South Side», κομμάτια που μέχρι σήμερα θεωρούνται από τα σημαντικότερα της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε τραγούδι του άλμπουμ βρήκε τη θέση του σε κάποια ταινία, τηλεοπτική σειρά ή διαφήμιση.

Η επιλογή αυτή προκάλεσε πολλές συζητήσεις. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι ένας τόσο μεγάλος αριθμός αδειοδοτήσεων αλλοίωνε τον χαρακτήρα του έργου. Ο Moby έδωσε τη δική του εξήγηση, η οποία αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη μουσική. «Η μουσική μου δυσκολευόταν να βρει χώρο στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Οι ταινίες και οι ανεξάρτητες παραγωγές έδωσαν στα τραγούδια μια δεύτερη ζωή».

Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Το «Play» έφερε την ηλεκτρονική μουσική σε ανθρώπους που μέχρι τότε είχαν ελάχιστη επαφή με το συγκεκριμένο είδος. Ξαφνικά, μελωδίες που γεννήθηκαν μέσα σε ένα μικρό στούντιο της Νέας Υόρκης ακούγονταν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο άνθρωπος πίσω από τα τραγούδια

Η εικόνα που έχει δημιουργήσει ο κόσμος για τον Moby συνδέεται κυρίως με τη μουσική του. Τα μεγάλα φεστιβάλ, οι γεμάτες αρένες, τα τραγούδια που ακούστηκαν σε δεκάδες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, οι εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων και η διαρκής παρουσία του στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα συνθέτουν το δημόσιο πρόσωπό του. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, βρίσκεται ένας άνθρωπος που μοιάζει να αντιμετωπίζει τη δημιουργία με έναν σχεδόν καθημερινό τρόπο, σαν μια φυσική συνέχεια της ζωής του.

Ο ίδιος έχει εξηγήσει πολλές φορές ότι ποτέ δεν ένιωσε ιδιαίτερη έλξη προς τη διασημότητα. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν πάντοτε η διαδικασία της σύνθεσης. Το μικρό στούντιο όπου περνούσε αμέτρητες ώρες, οι ήχοι που δοκίμαζε, τα συνθεσάιζερ, τα παλιά ηλεκτρονικά ντραμς, οι κιθάρες και τα πιάνα αποτελούσαν τον πραγματικό του κόσμο.

Το 2002, κυκλοφόρησε το «18», έναν δίσκο που κινήθηκε στον ίδιο δημιουργικό ορίζοντα με τον προκάτοχό του, διατηρώντας την ατμοσφαιρική διάθεση και τις έντονες μελωδίες που είχαν ήδη αγαπήσει εκατομμύρια ακροατές. Το άλμπουμ γνώρισε επίσης εντυπωσιακή εμπορική πορεία, με περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η περιοδεία που ακολούθησε αποδείχθηκε εξαντλητική. Μέσα σε λίγα χρόνια πραγματοποίησε εκατοντάδες συναυλίες, ταξιδεύοντας σχεδόν αδιάκοπα από ήπειρο σε ήπειρο. Σήμερα θυμάται εκείνη την περίοδο περισσότερο ως μια αδιάκοπη εναλλαγή αεροδρομίων, ξενοδοχείων και σκηνών, παρά ως μια εποχή λαμπερής δημοσιότητας.

Η αγάπη για τη φωτογραφία και το γράψιμο

Η μουσική αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του, η φωτογραφία, όμως, κατέχει επίσης μια ξεχωριστή θέση. Το ενδιαφέρον του γεννήθηκε όταν ήταν ακόμη παιδί. Ένας θείος του, φωτογράφος των New York Times, τού χάρισε μια φωτογραφική μηχανή Nikon. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια σχέση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Στην εφηβεία διαμόρφωσε ακόμη και αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο στο σπίτι, ώστε να εμφανίζει μόνος του τα φιλμ. Για πολλά χρόνια κράτησε τις φωτογραφίες του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Τις αντιμετώπιζε σαν μια προσωπική δημιουργική διαδικασία. Μόλις το 2010, αποφάσισε να παρουσιάσει δημόσια μέρος της δουλειάς του, μέσα από εκθέσεις και φωτογραφικά λευκώματα.

Το βιβλίο «Destroyed», που κυκλοφόρησε παράλληλα με τον ομώνυμο δίσκο, περιλαμβάνει εικόνες τραβηγμένες στη διάρκεια των περιοδειών του. Στιγμές από αεροδρόμια, ξενοδοχεία, άδειους δρόμους, νυχτερινές πόλεις και μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας αποκτούν μια ιδιαίτερη ποιητική διάσταση. Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι η φωτογραφία τον βοηθά να παρατηρεί τον κόσμο με μεγαλύτερη προσοχή.

 

Η σχέση του με τις λέξεις αποδείχθηκε εξίσου δημιουργική. Το 2016 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία «Porcelain», ένα βιβλίο που καλύπτει τη ζωή του από τα πρώτα χρόνια στη Νέα Υόρκη μέχρι την ολοκλήρωση του «Play». Αντί να παρουσιάσει ένα κλασικό χρονικό επιτυχιών, προτίμησε να εστιάσει στις μικρές καθημερινές στιγμές, στις δυσκολίες των πρώτων χρόνων, στις αμφιβολίες, στις γνωριμίες και στη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης.

Λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε το «Then It Fell Apart», που καλύπτει τη δεκαετία της παγκόσμιας αναγνώρισης. Και στα δύο βιβλία κυριαρχεί η ίδια διάθεση ειλικρίνειας που χαρακτηρίζει και τις συνεντεύξεις του. «Προσπάθησα να γράψω την αλήθεια, ακόμη κι όταν με έκανε να αισθάνομαι άβολα».

Η τρυφερή σχέση με τα ζώα

Ελάχιστοι μουσικοί έχουν συνδέσει τόσο στενά τη δημόσια εικόνα τους με τη φιλοζωία όσο ο Moby. Η επιλογή του να ακολουθήσει έναν τρόπο ζωής βασισμένο στον σεβασμό προς τα ζώα ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '80 και παραμένει μέχρι σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς του.

Η αφορμή υπήρξε ένας γάτος που είχε διασώσει μαζί με τη μητέρα του. Θυμάται ακόμη τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι η αγάπη που ένιωθε για εκείνο το ζώο θα μπορούσε να αφορά κάθε μορφή ζωής. «Αποφάσισα ότι, όπως δεν θα έκανα ποτέ κακό στον Tucker, έτσι δεν ήθελα να κάνω κακό σε κανένα ζώο». Από τότε η φιλοζωία εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες προτεραιότητές του.

Συνεργάζεται με δεκάδες οργανισμούς, στηρίζει δράσεις προστασίας των ζώων, διαθέτει σημαντικό μέρος των εσόδων του σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες και οργανώνει συναυλίες με φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Όταν πραγματοποίησε την ευρωπαϊκή περιοδεία για τα είκοσι πέντε χρόνια του «Play», ανακοίνωσε ότι όλα τα προσωπικά του έσοδα θα διατεθούν σε οργανώσεις προστασίας των ζώων στις χώρες που επισκέφθηκε. «Η μουσική είναι αυτό που κάνω. Η προστασία των ζώων είναι ο σκοπός της ζωής μου».

 

Η αναζήτηση της ισορροπίας

Λίγο πριν από τον θάνατό της μητέρας του, το 1997, η ίδια του αποκάλυψε μία οικογενειακή ιστορία που ο ίδιος αγνοούσε μέχρι τότε. Ο Moby έμαθε ότι έχει έναν ετεροθαλή αδελφό. Η πληροφορία αυτή ήρθε σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη περίοδο της ζωής του. «Μετά τον θάνατο της μητέρας μου άρχισα να δοκιμάζω πράγματα που μέχρι τότε είχαν μείνει έξω από τη ζωή μου».

Τα επόμενα χρόνια αποτέλεσαν μια περίοδο υπερβολών. Στα τέλη της δεκαετίας του '00 ο Moby πήρε μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής του. Έπειτα από μια δύσκολη προσωπική περίοδο, αποφάσισε να αφήσει οριστικά πίσω του το αλκοόλ και να αναζητήσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Παράλληλα με τη μουσική, ο Moby αφιερώνει σημαντικό χρόνο στον διαλογισμό. Κατά καιρούς έχει δοκιμάσει διαφορετικές πρακτικές και έχει μιλήσει δημόσια για τα οφέλη που θεωρεί ότι προσφέρουν στην καθημερινότητα και στη δημιουργικότητά του. Σε αρκετές συνεντεύξεις περιγράφει τον διαλογισμό ως μια διαδικασία που τον βοηθά να παρατηρεί πιο καθαρά όσα συμβαίνουν γύρω του και να προσεγγίζει τη σύνθεση με μεγαλύτερη συγκέντρωση.

Παρόμοιο ενδιαφέρον δείχνει και για τη φιλοσοφία. Άλλωστε, πριν αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μουσική, είχε ξεκινήσει σπουδές φιλοσοφίας, οι οποίες άφησαν το αποτύπωμά τους στον τρόπο που σκέφτεται και εκφράζεται. Το 2021 παρουσίασε το «Reprise», έναν δίσκο που επανασυστήνει μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια του μέσα από συμφωνικές ενορχηστρώσεις. Ακολούθησε το «Resound NYC», ενώ το 2024 κυκλοφόρησε το «Always Centered at Night», έναν δίσκο γεμάτο νέες συνεργασίες και διαφορετικές φωνές.

Ο Moby αντιμετωπίζει τη δημιουργία σαν μια καθημερινή άσκηση. Γράφει μουσική σχεδόν κάθε ημέρα, ηχογραφεί νέες ιδέες, δοκιμάζει διαφορετικούς συνδυασμούς ήχων και επιστρέφει συχνά σε παλιότερες συνθέσεις, αναζητώντας μια νέα προσέγγιση.

Ίσως γι' αυτό η δισκογραφία του αριθμεί δεκάδες άλμπουμ, ατμοσφαιρικά έργα, ρεξίμ, συνεργασίες, κινηματογραφικές μουσικές και συμφωνικές διασκευές. Κοιτάζοντας σήμερα τη διαδρομή του, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο Moby αντιμετωπίζει κάθε νέο έργο σαν μια ακόμη ευκαιρία να μάθει κάτι καινούργιο. Η δημιουργία μοιάζει να αποτελεί μια αδιάκοπη διαδικασία ανακάλυψης, που συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες.

Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρος. Όχι επειδή ακολουθεί τις τάσεις της εποχής, αλλά επειδή επιλέγει κάθε φορά να ακολουθεί τη δική του διαδρομή. Έναν δρόμο που ξεκίνησε σε μικρά υπόγεια της Νέας Υόρκης και συνεχίζει ακόμη, με την ίδια περιέργεια που είχε το παιδί το οποίο ανακάλυπτε για πρώτη φορά τη δύναμη της μουσικής.

συναυλίαRelease AthensΝέα ΥόρκηMoby