Robert Plant: Από τους Led Zeppelin στους Saving Grace, μια ζωή αφιερωμένη στη μουσική
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΓια τους περισσότερους, το όνομα του Robert Plant παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με τους Led Zeppelin. Για τον ίδιο, όμως, εκείνη η διαδρομή υπήρξε η αφετηρία και όχι ο τελικός προορισμός. Από τις αρχές της δεκαετίας του '80 μέχρι σήμερα συνεχίζει να αναζητά νέες συνεργασίες, νέα τραγούδια και νέους ήχους, επιστρέφοντας ξανά και ξανά στη μουσική που τον διαμόρφωσε πολύ πριν γνωρίσει την παγκόσμια αναγνώριση.
Γι' αυτό και σήμερα, σχεδόν έξι δεκαετίες μετά την πρώτη του εμφάνιση στη δισκογραφία, παραμένει ένας από τους πιο απρόβλεπτους μουσικούς της γενιάς του. Στις 9 Ιουλίου θα βρεθεί στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού μαζί με τους Saving Grace και τη Suzi Dian, παρουσιάζοντας το «All That Glitters....». Το σχήμα που δημιούργησε το 2019 κινείται μακριά από τη λογική μιας μπάντας που συνοδεύει έναν διάσημο τραγουδιστή. Οι ρόλοι μοιράζονται, οι φωνές εναλλάσσονται και τα τραγούδια γεννιούνται ξανά μέσα από τις διαφορετικές προσωπικότητες των μουσικών.
Η εικόνα απέχει αρκετά από εκείνη που έχει συνδεθεί με τον άνθρωπο που τραγούδησε το «Whole Lotta Love», το «Black Dog» και το «Stairway to Heaven». Ο Robert Plant εμφανίζεται συχνά στο πλάι της Suzi Dian, αφήνοντάς της, τον πρώτο λόγο σε αρκετά τραγούδια. Για πολλούς καλλιτέχνες της γενιάς του μια τέτοια επιλογή θα έμοιαζε ασυνήθιστη. Για τον ίδιο αποτελεί τη φυσική συνέχεια μιας πορείας που, εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνια, στηρίζεται περισσότερο στην περιέργεια παρά στη νοσταλγία.
«Πρόκειται για μια εντυπωσιακή ομάδα ανθρώπων. Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο τυχερός νιώθω», έχει πει για τους Saving Grace. Αυτή η αλλαγή δεν ήρθε ξαφνικά. Είναι το αποτέλεσμα μιας πορείας που ξεκίνησε αρκετά μακριά από τα μεγάλα στάδια, σε μια εργατική γειτονιά της δυτικής Αγγλίας, εκεί όπου ένα αγόρι ανακάλυπτε, μέσα από το ραδιόφωνο και λίγους πολύτιμους δίσκους, τη μουσική που θα άλλαζε τη ζωή του.
Ενα ταξίδι που ξεκίνησε από τα μπλουζ
Ο Robert Anthony Plant γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1948 στο Γουέστ Μπρόμιτς, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Μπέρμιγχαμ. Η περιοχή ζούσε στον ρυθμό της βιομηχανίας και δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι από εκεί θα ξεκινούσε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της σύγχρονης μουσικής.
Η πρώτη μεγάλη του αγάπη ήταν ο Elvis Presley. Πολύ γρήγορα, όμως, άρχισε να αναζητά τις φωνές που βρίσκονταν ακόμη πιο βαθιά στις ρίζες της αμερικανικής μουσικής. Ο Robert Johnson, ο Skip James, ο Muddy Waters, ο Sonny Boy Williamson και ο James Brown έγιναν σιγά - σιγά οι άνθρωποι που του έδειξαν έναν διαφορετικό τρόπο να ακούει και να τραγουδά.
«Μοίραζα εφημερίδες και με τα χρήματα που έβγαζα έστελνα παραγγελίες στην King Records, στο Σινσινάτι», έχει θυμηθεί. «Έτσι απέκτησα τους πρώτους δίσκους του James Brown». Λίγο αργότερα, ανακάλυψε και τον Smokey Robinson. «Τότε κατάλαβα τι σημαίνει ένας τραγουδιστής να δίνει κάθε ανάσα που έχει».
Η φωνή που καθόρισε μια ολόκληρη εποχή
Όταν οι Led Zeppelin εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Robert Plant βρέθηκε αμέσως στο επίκεντρο. Η φωνή του, η σκηνική του παρουσία και ο τρόπος με τον οποίο στεκόταν απέναντι στο κοινό διαμόρφωσαν μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες στην ιστορία της ροκ. Το μακρύ ξανθό μαλλί, η σχεδόν θεατρική κίνηση πάνω στη σκηνή και η χαρακτηριστική χροιά του έγιναν σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών.
Η αναγνώριση ήρθε γρήγορα και διατηρήθηκε στον χρόνο. Αναγνώστες του NME και του Rolling Stone τον ανέδειξαν, με διαφορά δύο ετών, ως την κορυφαία φωνή στην ιστορία της ροκ. Ο ίδιος, πάντως, αντιμετωπίζει εκείνη την περίοδο με μεγαλύτερη ψυχραιμία από τους θαυμαστές του.
«Όταν ακούω σήμερα εκείνους τους δίσκους», έχει πει, «ακούω έναν νεαρό που προσπαθούσε να καταλάβει τι κάνει. Κοιτάζει το κοινό, κουνάει τα πόδια του και σκέφτεται τι θα φάει μετά». Είναι ένας τρόπος να απομακρύνει τον μύθο από τον εαυτό του και να θυμίσει ότι, πίσω από τον θρύλο των Led Zeppelin, υπήρχε ένας μουσικός που μάθαινε ακόμη τη δουλειά του.
Η σχέση του με τη φωνή του είχε πάντα κάτι αντιφατικό. Για εκατομμύρια ακροατές αποτέλεσε το στοιχείο που καθόρισε τον ήχο των Led Zeppelin. Ο ίδιος, αντίθετα, την αντιμετώπιζε ως ένα ακόμη όργανο μέσα στο σύνολο. «Οι υπερβολές στη φωνή μου γεννιούνταν από τις τονικότητες των τραγουδιών», έχει εξηγήσει. «Πολλά κομμάτια ήταν γραμμένα σε τονικότητες που σε υποχρέωναν να φτάσεις πολύ ψηλά».
Παρότι ταυτίστηκε με τη ροκ, ο ίδιος έβλεπε τη φωνή του από διαφορετική σκοπιά. «Ήθελα να τραγουδάω σαν τενόρο σαξόφωνο», έχει εξομολογηθεί. Πρότυπά του ήταν ο Coleman Hawkins και ο Dexter Gordon, μουσικοί που, όπως έλεγε, μπορούσαν να ακολουθήσουν τη σκέψη τους με απόλυτη ελευθερία. Αυτή την αίσθηση προσπαθούσε να μεταφέρει και στο τραγούδι, αντιμετωπίζοντας τη φωνή περισσότερο ως μέρος της ενορχήστρωσης παρά ως μέσο επίδειξης δεξιοτεχνίας.
Την ίδια περίοδο άρχισε να διαμορφώνεται και η ταυτότητά του ως στιχουργού. Οι στίχοι του σπάνια περιορίζονταν στις συμβάσεις της ροκ. Αντλούσαν υλικό από τη λογοτεχνία, τη μυθολογία και τα ταξίδια του. Τα βιβλία του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν άφησαν το αποτύπωμά τους στα «Ramble On», «The Battle of Evermore» και «Misty Mountain Hop», ενώ το «Kashmir» γεννήθηκε ύστερα από ένα ταξίδι στο Μαρόκο, όπου το τοπίο και οι εικόνες της βορειοαφρικανικής ερήμου του έδωσαν την αίσθηση ενός τόπου που έμοιαζε να βρίσκεται έξω από τον χρόνο.
Ανάμεσα σε όλα τα τραγούδια των Led Zeppelin, το «Stairway to Heaven» εξακολουθεί να κατέχει ξεχωριστή θέση. Η μουσική του Jimmy Page και οι στίχοι του Robert Plant δημιούργησαν ένα έργο που εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις περισσότερο από πενήντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Ο ίδιος απέφευγε πάντοτε να εξηγήσει τι ακριβώς σημαίνουν οι στίχοι. Προτιμούσε να αφήνει τον ακροατή να βρει τη δική του ερμηνεία, μια στάση που ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.
Όταν τελείωσε ένα κεφάλαιο
Ο θάνατος του John Bonham, τον Σεπτέμβριο του 1980, έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο των Led Zeppelin. Ο Jimmy Page, ο John Paul Jones και ο Robert Plant συμφώνησαν ότι το συγκρότημα δεν μπορούσε να υπάρξει με διαφορετικό ντράμερ. Ύστερα από δώδεκα χρόνια, μία από τις σημαντικότερες μπάντες στην ιστορία της ροκ ολοκλήρωσε τον κύκλο της.
Σχεδόν πέντε δεκαετίες αργότερα, εκείνη η ιστορία παρουσιάστηκε ξανά μέσα από το ντοκιμαντέρ «Becoming Led Zeppelin». Η ταινία, σε σκηνοθεσία των Bernard MacMahon και Allison McGourty, είναι η πρώτη που δημιουργήθηκε με την πλήρη συμμετοχή των τριών επιζώντων μελών του συγκροτήματος. Σπάνιο αρχειακό υλικό, ανέκδοτες ηχογραφήσεις και νέες συνεντεύξεις συνθέτουν την ιστορία μιας μπάντας που άλλαξε τη ροκ μουσική, φωτίζοντας παράλληλα τη δημιουργική σχέση ανάμεσα στους τέσσερις μουσικούς.
Μετά τη διάλυση των Led Zeppelin, αρκετοί περίμεναν ότι ο Robert Plant θα συνέχιζε να κινείται γύρω από το συγκρότημα που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό. Εκείνος επέλεξε μια διαφορετική πορεία. Από τις αρχές της δεκαετίας του '80 άρχισε να χτίζει μια προσωπική δισκογραφία που είχε ως αφετηρία τις μουσικές που τον είχαν διαμορφώσει πολύ πριν από τους Led Zeppelin. Τα blues, η folk, η country, η gospel και, αργότερα, οι αφρικανικές μουσικές παραδόσεις βρέθηκαν στο επίκεντρο των αναζητήσεών του.
Το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, «Pictures at Eleven», κυκλοφόρησε το 1982 και ακολούθησαν τα «The Principle of Moments», «Shaken 'n' Stirred», «Now and Zen», «Manic Nirvana» και «Fate of Nations». Κάθε νέος δίσκος του αποτελούσε μια ευκαιρία να δοκιμάσει διαφορετικές μουσικές διαδρομές.
Συνεργάστηκε με τους Strange Sensation, επανέφερε τους Band of Joy και αργότερα δημιούργησε τους Sensational Space Shifters, αναζητώντας διαρκώς νέους ήχους και νέους συνεργάτες. Ξεχωριστή θέση στην πορεία του κατέχει και η συνεργασία με την Alison Krauss. Το άλμπουμ «Raising Sand», που κυκλοφόρησε το 2007, απέσπασε εξαιρετικές κριτικές και τιμήθηκε με το Grammy για το αλμπουμ της χρονιάς, φέρνοντας κοντά δύο μουσικούς από διαφορετικούς κόσμους που μοιράζονταν την ίδια αγάπη για τις μουσικές των αμερικανικών ριζών.
«Η μουσική που με διαμόρφωσε γεννήθηκε στην Αμερική», έχει πει. «Ως παιδιά στη Βρετανία νιώθαμε τη δύναμη αυτών των ήχων. Αυτή ήταν η μουσική που με συγκινούσε και εξακολουθεί να με συγκινεί».
Οι Saving Grace και η επιστροφή στις ρίζες
Το πιο πρόσφατο κεφάλαιο αυτής της διαδρομής ξεκίνησε το 2019, όταν δημιούργησε τους Saving Grace. Η μπάντα σχηματίστηκε στα σύνορα της Αγγλίας με την Ουαλία, μακριά από τη λογική των μεγάλων περιοδειών και της μουσικής βιομηχανίας. Οι πρώτες εμφανίσεις έγιναν σε μικρούς χώρους, δίνοντας χρόνο στους μουσικούς να διαμορφώσουν έναν κοινό ήχο.
Σήμερα οι Saving Grace αποτελούνται από τους Suzi Dian, Oli Jefferson, Tony Kelsey, Matt Worley και Barney Morse Brown. Στο συγκρότημα, το τραγούδι στηρίζεται στη συνύπαρξη των φωνών. Ο Robert Plant τραγουδά μαζί με τη Suzi Dian και συχνά της αφήνει τον πρώτο ρόλο.
Η επιλογή αυτή χαρακτηρίζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τη μουσική τα τελευταία χρόνια. «Πρόκειται για μια εντυπωσιακή ομάδα ανθρώπων. Νιώθω πραγματικά τυχερός που παίζω μαζί τους. Έχουν διαμορφώσει το δικό τους ύφος και όλοι μαζί βρήκαμε έναν δρόμο που μας εκφράζει».
Ο ήχος του συγκροτήματος κινείται ανάμεσα στη folk, στα blues, στη gospel, στην country και στις ψυχεδελικές αποχρώσεις της βρετανικής παράδοσης. «Η μπάντα αυτή αντιπροσωπεύει τη μουσική που γεμίζει την ψυχή μου», έχει πει ο ίδιος.
Η Αθήνα ως επόμενος σταθμός
Στις 9 Ιουλίου ο Robert Plant θα εμφανιστεί στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού μαζί με τους Saving Grace. Για όσους περιμένουν μια συναυλία αφιερωμένη αποκλειστικά στους Led Zeppelin, η βραδιά πιθανότατα θα κρύβει εκπλήξεις. Ο Robert Plant έχει επιλέξει εδώ και πολλά χρόνια να κοιτάζει μπροστά. Η ιστορία του συγκροτήματος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διαδρομής του, η δημιουργική του προσοχή, όμως, βρίσκεται αλλού.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της πορείας του. Έπειτα από σχεδόν έξι δεκαετίες στη μουσική, εξακολουθεί να αναζητά νέους συνεργάτες, νέα τραγούδια και νέους τρόπους ερμηνείας. Όχι επειδή έχει κάτι να αποδείξει, αλλά επειδή αυτή ήταν πάντοτε η σχέση του με τη μουσική.