«20 χρόνια Μέτρημα» με τη Νατάσσα Μποφίλιου στο ethnos.gr: «Θέλω να με θυμούνται ως έναν καλό άνθρωπο»
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ Νατάσσα Μποφίλιου βρίσκεται το φετινό καλοκαίρι μπροστά σε ένα μεγάλο «Μέτρημα». Είκοσι χρόνια κοινής πορείας με τον Θέμη Καραμουρατίδη και τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο, δεκάδες τραγούδια, συναυλίες, αλλαγές, μεγάλες στιγμές, δυσκολίες και μια σχέση με το κοινό που όλα αυτά τα χρόνια μεγάλωσε μαζί τους. Η νέα τους μουσική παράσταση επιστρέφει σε αυτή τη διαδρομή, όχι για να σταθεί στο παρελθόν, αλλά για να δει τι έμεινε από αυτό και κυρίως τι έρχεται μετά.
Το «Μέτρημα» βρίσκει τους τρεις τους σε μια στιγμή αλλαγής. Ο κύκλος του «Κάτι καίγεται» έχει κλείσει και ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει, με το «Όλα τέλεια» να κυκλοφορεί από το νέο τους δισκογραφικό label, CUT. Στη σκηνή συναντιούνται τραγούδια που κουβαλούν ολόκληρη την ιστορία τους με τα πρώτα δείγματα αυτής της νέας εποχής. Πιο απλά, πιο καθαρά, πιο κοντά στην αρχή των πραγμάτων.
Για μένα, βέβαια, αυτά τα είκοσι χρόνια έχουν και μια πιο προσωπική ματιά. Γιατί μέσα σε αυτή τη διαδρομή υπάρχουν τραγούδια που με συνόδευσαν σε πολύ διαφορετικές στιγμές της δικής μου ζωής. Τραγούδια που κάποτε άκουσα με έναν τρόπο και χρόνια αργότερα απέκτησαν εντελώς διαφορετικό νόημα. Στίχοι που έδωσαν κουράγιο, που έγιναν παρέα, που είπαν αυτά που εκείνη τη στιγμή ίσως εγώ δεν μπορούσα να βάλω σε λέξεις. Και η ίδια η Νατάσσα είναι για μένα ένα πρόσωπο που παρακολουθώ εδώ και χρόνια να αλλάζει, να μεγαλώνει, να γίνεται πιο σίγουρη, πιο τολμηρή, να υπερασπίζεται όσα πιστεύει και να πληρώνει κάποιες φορές το κόστος αυτής της επιλογής. Ίσως γι’ αυτό αυτή η συνέντευξη είχε για μένα διαφορετικό βάρος. Γιατί δεν ήταν μόνο μια κουβέντα για μια συναυλία ή για έναν επετειακό σταθμό.
Μιλήσαμε για το κορίτσι που ξεκινούσε πριν από είκοσι χρόνια και για τη γυναίκα που είναι σήμερα. Για τον Θέμη και τον Γεράσιμο, για τις στιγμές που την έκαναν να λυγίσει, για την τεράστια αγάπη που γνώρισε αλλά και την αμφισβήτηση, για τις συνεργασίες που τη σημάδεψαν, για όσα την πλήγωσαν, για τις ματαιώσεις, για τις δημόσιες θέσεις της και για το επόμενο βήμα. Και τελικά, για το τι μένει όταν αρχίζεις να μετράς πραγματικά είκοσι χρόνια ζωής μέσα στη μουσική.
Το «Μέτρημα» μοιάζει σαν μια συνάντηση με όλες τις Νατάσσες που υπήρξαν αυτά τα είκοσι χρόνια. Αν στην ίδια σκηνή βρίσκονταν η κοπέλα που ξεκινούσε, εκείνη που ένιωσε πρώτη φορά ότι «είναι τραγουδίστρια», αυτή από τις «Ημέρες του Φωτός» και η σημερινή, ποια πιστεύεις ότι θα χαμογελούσε βλέποντας όσα κατάφερες και ποια θα είχε ακόμη ανάγκη να της πεις «όλα θα πάνε καλά»;
Νομίζω ότι όλες αυτές οι Νατάσσες θα χαμογελούσαν σήμερα, γιατί θα έβλεπαν ότι τελικά τα καταφέραμε. Και ίσως όλες, στις διαφορετικές στιγμές τους, να είχαν ανάγκη να ακούσουν ένα «όλα θα πάνε καλά, συνέχισε». Γιατί υπήρξαν πολλές φορές μέσα σε αυτά τα είκοσι χρόνια που τα πράγματα ήταν δύσκολα και κάποιος από εμάς έπρεπε να κρατήσει τους υπόλοιπους και να πει «δεν κάνουμε πίσω». Φέτος, αισθάνομαι πολύ έντονα αυτή τη συνάντηση με τους παλιότερους εαυτούς μας. Όλη η προετοιμασία για τα 20 χρόνια «Μέτρημα» έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη αναδρομή. Ακόμη και μέσα από κάτι πολύ απλό, όπως τα ρούχα. Φέτος ξαναφοράω στη σκηνή κομμάτια που είχα φορέσει το 2005, το 2006, το 2008 και τα οποία είχα κρατήσει για συναισθηματικούς λόγους. Μπορεί να πιάσω μια φούστα και να θυμηθώ ότι την είχα φορέσει την πρώτη φορά που πήγα στην τηλεόραση. Το ίδιο συμβαίνει με το ρεπερτόριο, με τις ιστορίες που μας λέει ο κόσμος σε κάθε συναυλία μας, με όλα. Έρχονται συνέχεια μνήμες και είναι πολύ συγκινητικό.
Κι έχει ενδιαφέρον ότι όλο αυτό συμβαίνει σε μια χρονιά που για μένα ήταν πάρα πολύ δύσκολη, ακόμη και βάρβαρη σε πολλά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, νιώθω έναν τεράστιο ενθουσιασμό. Νομίζω ότι γεννήθηκε ακριβώς από αυτή την επιστροφή στο παρελθόν. Γιατί όταν ξαναβλέπεις και τα σκοτεινά και τα φωτεινά σημεία της διαδρομής, συνειδητοποιείς κάποια στιγμή ότι, παρά τις δυσκολίες, είσαι ακόμη εδώ. Αυτό είναι που με κάνει να νιώθω σήμερα περηφάνια και απέραντη ευγνωμοσύνη. Περηφάνια για εκείνο το παιδί που κάθε φορά δεν έκανε πίσω. Και λέω «παιδί» γιατί δεν ήμουν πάντα εγώ. Άλλοτε ήταν ο Θέμης που μας κρατούσε, άλλοτε ο Γεράσιμος, άλλοτε εγώ. Όταν ένας απογοητευόταν ή λύγιζε από τη δυσκολία, υπήρχε κάποιος άλλος που έλεγε «πάμε παρακάτω».
Είσαι άνθρωπος που κάνει συχνά απολογισμούς; Βλέπεις παλιότερες φωτογραφίες ή έχει συμβεί να πέσεις πάνω σε μια παλιότερη συνέντευξή σου και να σκεφτείς «κοίτα πόσο διαφορετικά έβλεπα τότε τα πράγματα»;
Όχι, δεν είμαι άνθρωπος που επιστρέφει συχνά στο παρελθόν. Δεν διαβάζω τις παλιές συνεντεύξεις μου και σχεδόν ποτέ δεν βλέπω βίντεο από εμφανίσεις μου στο YouTube. Στην αρχή το έκανα, αλλά κατάλαβα ότι με επηρέαζε πολύ. Έβλεπα κάτι και αμέσως άρχιζα να σκέφτομαι «εδώ γιατί το έκανα έτσι;», «εκεί γιατί είπα αυτό;». Όταν άρχισα να γίνομαι περισσότερο γνωστή, προστέθηκαν και τα σχόλια του κόσμου και όλο αυτό έγινε ακόμη πιο δύσκολο. Οπότε αποφάσισα να απομακρυνθώ. Τώρα, όμως, με τα 20 χρόνια «Μέτρημα», συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Είναι η πρώτη πραγματικά μεγάλη γιορτή της διαδρομής μας και, μοιραία, μας έχει βάλει σε μια διαδικασία αναδρομής. Για χρόνια, αν με ρωτούσες τι πιστεύω ότι έχουμε καταφέρει, θα σου απαντούσα «θα το δείξει ο χρόνος». Δεν μπορούσα να ξέρω αν αυτό που φτιάχναμε θα αντέξει. Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε και περιμέναμε.
Τώρα αισθάνομαι ότι αυτά τα είκοσι χρόνια είναι ήδη μια πρώτη απάντηση. Ο χρόνος έχει δείξει μια τρυφερότητα απέναντί μας. Το γεγονός ότι η μουσική μας εξακολουθεί να κρατά το ενδιαφέρον και την αγάπη του κόσμου σημαίνει κάτι. Και αυτό με κάνει για πρώτη φορά να σκέφτομαι ότι ίσως αυτό που φτιάξαμε έχει την ευκαιρία να αποκτήσει μια διαχρονικότητα. Από τότε που ανακοινώσαμε το θέμα της περιοδείας, φίλοι μού στέλνουν συνέχεια παλιές φωτογραφίες, βίντεο και συνεντεύξεις. Κι έτσι συνάντησα ξανά εκείνη τη Νατάσσα. Αυτό που βλέπω είναι ότι στον πυρήνα μου δεν έχω αλλάξει τόσο πολύ. Αν διαβάσεις μια παλιά συνέντευξή μου, θα συναντήσεις ουσιαστικά τον ίδιο άνθρωπο, απλώς νεότερο.
Εκεί που βλέπω μεγάλη διαφορά είναι στον τρόπο που εκφράζομαι. Τότε ήμουν πολύ πιο αυθόρμητη και είχα μια τεράστια άγνοια κινδύνου. Έλεγα αυτό που σκεφτόμουν, όπως ακριβώς μου ερχόταν, χωρίς να αναρωτιέμαι πώς μπορεί να αποτυπωθεί ή τι μπορεί να προκαλέσει την επόμενη μέρα. Και πολλές φορές αυτό με πλήγωνε πολύ. Σήμερα εξακολουθώ να λέω την αλήθεια μου και, επί της ουσίας, πιστεύω στα ίδια πράγματα. Απλώς έχω καταλάβει ότι όταν μιλάς δημόσια, αυτό που λες αφήνει ένα αποτύπωμα. Ξέρω πλέον ότι πρέπει να είμαι σίγουρη γι’ αυτό που λέω και έτοιμη να αναλάβω ό,τι μπορεί να ακολουθήσει. Δεν είναι ότι έχασα τον αυθορμητισμό μου. Στη σκηνή, μάλιστα, νομίζω ότι είμαι περισσότερο αυθόρμητη από παλιά. Απλώς σήμερα είμαι πιο ώριμη, ξέρω καλύτερα τι μπορεί να ακολουθήσει και ίσως γι’ αυτό έχω μάθει και να πληγώνομαι λιγότερο.
Το 2014, στην Τεχνόπολη, την ώρα που ερμήνευες το «Μέτρημα», λύγισες βλέποντας χιλιάδες ανθρώπους να τραγουδούν μαζί σου. Τι κατάλαβες εκείνη τη στιγμή που ίσως δεν είχες καταλάβει μέχρι τότε; Ήταν για σένα μια στιγμή που άλλαξε κάτι ουσιαστικά;
Τώρα που μου το θυμίζεις, μου έρχεται πάλι να κλάψω. Αυτό μου συμβαίνει συνέχεια φέτος με τα είκοσι χρόνια «Μέτρημα». Επιστρέφω σε στιγμές που είχα ζήσει τότε και είναι σαν να τις αισθάνομαι ξανά από την αρχή. Εκείνο το διήμερο στην Τεχνόπολη ήταν από μόνο του πολύ σημαντικό για εμάς. Ήταν η πρώτη φορά που κάναμε δύο συνεχόμενες συναυλίες εκεί, με χιλιάδες ανθρώπους. Τότε ίσως δεν μπορούσα να το εξηγήσω με λόγια, καταλάβαινα όμως ότι αυτό που συνέβαινε ήταν μια μεγάλη νίκη. Και όχι μόνο προσωπική.
Την ώρα που τραγουδούσα το «Μέτρημα» και άρχισα να αναφέρω τους ανθρώπους της ζωής μου, κοίταξα γύρω μου και σκέφτηκα τη γενιά μας. Μια γενιά που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι, αν δουλέψει και προσπαθήσει, θα μπορέσει να φτιάξει τη ζωή που ονειρεύεται και τελικά ενηλικιώθηκε μέσα στην οικονομική κρίση, στην άνοδο του φασισμού και σε μια εποχή γεμάτη ματαιώσεις και απώλειες. Ζήσαμε πολύ δύσκολα πράγματα ως γενιά, χάσαμε ανθρώπους και είδαμε πολλές από τις βεβαιότητες με τις οποίες μεγαλώσαμε να καταρρέουν. Κι όμως, εκείνο το βράδυ ένιωσα ότι, παρ’ όλα αυτά, συνεχίσαμε να πιστεύουμε στα όνειρά μας. Κοιτούσα όλους αυτούς τους ανθρώπους και σκεφτόμουν: «Είμαστε ακόμη εδώ. Δεν χαθήκαμε στον δρόμο. Έχουμε ο ένας τον άλλον και δεν είμαστε μόνοι». Αυτό ήταν που με έκανε να λυγίσω.
Με κατέκλυσε μια τεράστια χαρά και μαζί μια βαθιά συγκίνηση, σχεδόν ένας σπαραγμός. Σαν να λέγαμε όλοι μαζί ότι επιβιώσαμε και, με έναν τρόπο, τα καταφέραμε. Ήταν ένα συναίσθημα πολύ μεγαλύτερο από εμένα, από εμάς, ακόμη και από την επιτυχία εκείνων των συναυλιών. Άλλωστε, δυσκολεύομαι να βιώσω τη χαρά ή την επιτυχία ως κάτι αποκλειστικά προσωπικό. Για να αποκτήσει πραγματικό νόημα για μένα, χρειάζεται να περιλαμβάνει τους ανθρώπους που αγαπώ και εκείνους με τους οποίους πορεύομαι. Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, αυτό που ένιωσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν ότι είμαστε μαζί. Και μέσα σε αυτό υπήρχε μια απέραντη ελπίδα.
Κοιτάζοντας εκείνη τη στιγμή σήμερα, μοιάζει σαν να έκλεινε ένας κύκλος στην πορεία σου και να άνοιγε ένας καινούργιος. Το αισθάνθηκες κι εσύ έτσι τότε ή το κατάλαβες αργότερα;
Ναι, ήταν πράγματι το κλείσιμο ενός κύκλου. Έπειτα από εκείνη τη συναυλία, σταμάτησα για περίπου έναν χρόνο και, όταν επέστρεψα, ξεκίνησε ουσιαστικά μια τελείως διαφορετική εποχή για μένα. Εκείνη τη στιγμή, βέβαια, αυτό που ένιωθα περισσότερο ήταν αυτό που σου είπα πριν: «Κοίτα, επιβιώσαμε. Φτάσαμε μέχρι εδώ». Και αυτό έχει μείνει πολύ έντονα μέσα μου.
Υπάρχει, μάλιστα, κάτι ακόμη από εκείνη τη βραδιά που δεν μπορώ να ξεχάσω. Το βίντεο είχε τραβήξει ένας φίλος, ένας από τους πρώτους ανθρώπους που αγάπησαν πραγματικά τη μουσική μας και ο οποίος έχει ανεβάσει στο YouTube πολλά βίντεο από εκείνα τα χρόνια. Όταν άρχισαν να εμφανίζονται από κάτω άσχημα σχόλια, αποφάσισε να τα κλείσει. Δεν ήθελε κάτω από ένα βίντεο που κουβαλούσε τόση συγκίνηση για εμάς και για όσους είχαν ζήσει εκείνη τη στιγμή να υπάρχει χώρος για κακία και λάσπη.
Αυτό με συγκίνησε πάρα πολύ, γιατί μέσα σε όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ υπήρχε τελικά και κάτι ακόμη. Η φροντίδα ενός ανθρώπου που σε αγαπά, σε γνωρίζει, ακούει τη μουσική σου και θέλει να σε προστατεύσει. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, αλλά για μένα δεν ήταν καθόλου. Την επόμενη μέρα, πέρα από τη χαρά και τη συγκίνηση της συναυλίας, ένιωσα και αυτή την προστασία. Και σκέφτηκα: «Κάτι θα έχεις κάνει καλά για να σου επιστρέφονται όλα αυτά με τόση απλοχεριά». Ίσως τελικά αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη επιβεβαίωση ότι μπορούσαμε να προχωρήσουμε στην επόμενη εποχή.
Από πολύ νωρίς στη διαδρομή σας γνωρίσατε δύο εντελώς αντίθετες πλευρές. Από τη μία, μια τεράστια αγάπη από τον κόσμο και, από την άλλη, έντονη αμφισβήτηση και υποτίμηση. Πόσο σας διαμόρφωσε αυτή η αντίθεση και πόσο πέρασε τελικά στα τραγούδια σας;
Νομίζω ότι μας διαμόρφωσε απόλυτα. Εκπαιδευτήκαμε πολύ νωρίς σε αυτό το δίπολο. Από τη μία πήραμε μια ασύλληπτη αγάπη, πραγματικά πολύ μεγαλύτερη από οτιδήποτε θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί. Και από την άλλη, δεχθήκαμε πολλή υποτίμηση. Αυτά τα δύο υπήρχαν σχεδόν από την πρώτη στιγμή και, με έναν τρόπο, μεγαλώσαμε μέσα σε αυτά. Από τη μία, λοιπόν, καλλιεργήθηκε πολύ έντονα μέσα μας η αγάπη και η τρυφερότητα, που πιστεύω ότι υπάρχουν και στα τραγούδια μας. Από την άλλη, χρειάστηκε να αναπτύξουμε τη δύναμη που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να παραμένει στη θέση του και στο κέντρο του, όταν γύρω του αμφισβητείται.
Αν παρατηρήσεις τα τραγούδια μας, νομίζω ότι αυτά τα δύο πράγματα επιστρέφουν συνέχεια. Μιλούν πολύ για τη δύναμη του «εμείς», για τη δύναμη που χρειάζεται για να σταθείς απέναντι σε όσα σε δυσκολεύουν, αλλά ταυτόχρονα και για την ανάγκη να είσαι μαζί με τους άλλους ανθρώπους, να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Και τώρα, είκοσι χρόνια μετά, μπορώ να σου πω ότι δεν θα άλλαζα τίποτα. Αν με ρωτούσες αν θα ήθελα να ήταν πιο εύκολος ο δρόμος, θα σου έλεγα όχι. Γιατί ακριβώς επειδή υπήρξε δύσκολος, μπορέσαμε να καταλάβουμε καλύτερα και τις δυσκολίες των άλλων. Μπορέσαμε μέσα από τα τραγούδια μας να σταθούμε δίπλα σε ανθρώπους στις δικές τους δύσκολες στιγμές. Αν δεν είχαμε πονέσει κι εμείς, ίσως να μην μπορούσαμε να το κάνουμε με τον ίδιο τρόπο.
Την προηγούμενη φορά που είχαμε μιλήσει, με αφορμή το άλμπουμ «Οι μέρες του φωτός», μου είχες πει ότι ο στίχος που σε εκφράζει περισσότερο είναι το «πάντα ό,τι σκεφτώ θα το λέω» από το τραγούδι «Τσιγάρα Βαριά». Παραμένει ο πιο δικός σου στίχος ή σήμερα θα διάλεγες κάποιον άλλο;
Εξακολουθεί να είναι ένας από τους αγαπημένους μου στίχους, απλώς σήμερα τον αισθάνομαι διαφορετικά. Τότε είχα πολύ έντονη την ανάγκη να χτυπήσω το χέρι στο τραπέζι και να πω: «Είναι δικαίωμά μου να λέω αυτό που σκέφτομαι». Ήταν μια περίοδος που είχα ανάγκη να δηλώσω ποια είμαι, τι πιστεύω και να υπερασπιστώ το δικαίωμά μου να το εκφράζω. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, έχω περάσει σε μια διαφορετική θέση. Έχω μεγαλώσει, έχω ζήσει άλλα πράγματα και κοιτάζω διαφορετικά και τον εαυτό μου και τους ανθρώπους γύρω μου. Δεν αισθάνομαι τόσο έντονα την ανάγκη της δήλωσης. Έχω περισσότερο ανάγκη τη φροντίδα.
Αν τότε ήμουν ο άνθρωπος που έλεγε «πάντα ό,τι σκεφτώ θα το λέω», σήμερα νιώθω περισσότερο σαν τον άνθρωπο που στέκεται απέναντί του, τον αγκαλιάζει και του λέει: «Ναι, να το λες. Μη φοβάσαι. Συνέχισε». Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που βλέπω μέσα σε αυτά τα χρόνια. Δεν έχασα εκείνη την πλευρά μου ούτε έπαψα να πιστεύω σε αυτόν τον στίχο. Απλώς σήμερα έχω μεγαλύτερη ανάγκη να δώσω σε κάποιον άλλον τη δύναμη που τότε προσπαθούσα να δώσω στον εαυτό μου. Από τη δήλωση πέρασα περισσότερο στην αγκαλιά και στη φροντίδα. Και νομίζω ότι αυτό με εκφράζει περισσότερο σήμερα.
Έχεις συνεργαστεί με ανθρώπους που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στο ελληνικό τραγούδι, όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Σωκράτης Μάλαμας, η Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Μάνος Ελευθερίου, η Λένα Πλάτωνος. Τι σημαίνει για σένα, κοιτάζοντας σήμερα πίσω, το γεγονός ότι τόσο σημαντικοί δημιουργοί και ερμηνευτές σε επέλεξαν οι ίδιοι για να συναντηθείτε καλλιτεχνικά;
Έχω την τεράστια τύχη να έχω συνεργαστεί με ανθρώπους που θεωρώ κορυφαίους στο είδος τους. Και κάθε φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο, το πρώτο συναίσθημα ήταν μια πολύ βαθιά τιμή και ένας τεράστιος σεβασμός. Το πιο συγκλονιστικό σε αυτές τις συνεργασίες είναι ο τρόπος με τον οποίο προέκυψαν. Προέκυψαν μέσα από τους ίδιους τους καλλιτέχνες και τη μουσική. Θυμάμαι, για παράδειγμα, να χτυπάει το τηλέφωνό μου, να το σηκώνω και στην άλλη άκρη να είναι ο Σταύρος Ξαρχάκος. Για μένα αυτό είναι συνταρακτικό. Γιατί αισθάνομαι ότι αυτές οι συναντήσεις γεννήθηκαν από την ίδια την πηγή, από τη μουσική και από την ανάγκη δύο καλλιτεχνών να συναντηθούν μέσα σε αυτή. Αυτό είναι κάτι αξεπέραστο για μένα και το λέω με όλη μου την ψυχή.
Φυσικά, υπάρχει και ένα τεράστιο καμάρι. Καμαρώνω πολύ για τους ανθρώπους που με επέλεξαν και για όσα μου έχουν δοθεί μέσα από αυτές τις συνεργασίες. Ταυτόχρονα, όμως, αυτό το καμάρι λειτουργεί και ως ευθύνη. Είναι ένας οδηγός για το πώς θέλω να συνεχίσω. Θέλω να εξακολουθήσω να δουλεύω με ειλικρίνεια και αφοσίωση, ώστε κάποια στιγμή, κοιτάζοντας πίσω, να μπορώ ακόμη να καμαρώνω για τις επιλογές μου και να μη ντρέπομαι για τίποτα από όσα έκανα. Με αυτή την έννοια, όλες αυτές οι συναντήσεις είναι και ένα πολύ ισχυρό κίνητρο για να προσπαθώ συνεχώς να γίνομαι καλύτερη.
Έχεις πει ότι έγινες τραγουδίστρια για να λες τα τραγούδια του Θέμη και του Γεράσιμου. Έπειτα από είκοσι χρόνια, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σε ξαφνιάζει σε αυτά που γράφουν;
Με ξαφνιάζει ακόμη το ταλέντο τους. Κάθε φορά που μου φέρνουν κάτι καινούργιο, μπορεί να τους γνωρίζω είκοσι χρόνια, αλλά εξακολουθώ να σκέφτομαι: «Μα είναι δυνατόν; Πώς το έγραψαν αυτό;». Ενθουσιάζομαι πραγματικά, κάνω κωλοτούμπες. Δεν έχει χαθεί καθόλου αυτό το συναίσθημα με τα χρόνια. Και υπάρχει κάτι ακόμη που με εντυπωσιάζει. Σε ό,τι κι αν μου φέρουν, αισθάνομαι ότι είναι για εμάς. Δεν λέω «για μένα», γιατί δεν το νιώθω έτσι. Είναι για τους τρεις μας, για αυτό που έχουμε δημιουργήσει μαζί και για τη ζωή που έχουμε μοιραστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκω πάντοτε τον εαυτό μου σε κάθε τραγούδι ή ότι βρίσκομαι στην ίδια φάση με αυτό που περιγράφει. Μπορεί εκείνη τη στιγμή να ζω κάτι εντελώς διαφορετικό. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει πάντα μια σύνδεση που δύσκολα μπορώ να εξηγήσω.
Ο Θέμης και ο Γεράσιμος το έχουν περιγράψει πολύ όμορφα. Οταν έρχεται η ώρα να δουλέψουμε οι τρεις μας, είναι σαν να μπαίνουμε σε ένα ξεχωριστό δωμάτιο, όπου υπάρχουμε μόνο εμείς. Είναι ένας δικός μας χώρος, διαφορετικός από οτιδήποτε κάνει ο καθένας ξεχωριστά. Ειδικά με τον Γεράσιμο, πέρα από τη φιλία μας και την οικογένεια που έχουμε γίνει, αισθάνομαι ότι είμαι η πρώτη και μεγαλύτερη θαυμάστριά του. Οι στίχοι του έχουν διαμορφώσει τη ζωή μου. Και αυτό συνέβη πριν ακόμη τους τραγουδήσω. Πρώτα με επηρέασαν ως ακροάτρια και ως άνθρωπο. Μου έδωσαν θάρρος και δύναμη σε δύσκολες στιγμές, πιάστηκα από αυτούς και άλλαξαν ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι.
Γι’ αυτό και πολλές φορές αναρωτιόμαστε μεταξύ μας πώς θα ήταν η ζωή μας αν δεν είχαμε συναντηθεί. Γιατί αυτό που φτιάχνουμε όταν είμαστε μαζί είναι το αποτύπωμα και των τριών. Αν λείψει ένας, δεν είναι το ίδιο. Φυσικά, ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει μόνος του κάτι πολύ όμορφο και σημαντικό, αλλά όταν βρισκόμαστε οι τρεις μας γεννιέται αυτό το συγκεκριμένο πράγμα που χτίζουμε εδώ και είκοσι χρόνια. Αν κάποιος με ρωτούσε, λοιπόν, τι είναι καλλιτεχνικά η Νατάσσα, δεν θα μπορούσα να την ξεχωρίσω από τα τραγούδια του Θέμη και του Γεράσιμου. Όπως κι εκείνοι, με έναν τρόπο, δεν μπορούν να διαχωριστούν από αυτό που έχουμε δημιουργήσει οι τρεις μας. Είμαστε πολύ περήφανοι γι’ αυτό και, ακόμη και σήμερα, μας φαίνεται αδιανόητη η σκέψη του πώς θα ήταν η ζωή μας αν δεν είχαμε γνωριστεί.
Μια ακόμη κομβική στιγμή για μένα στην καριέρα σου ήταν η συναυλία-αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη. Εκεί είδαμε μια Νατάσσα που στεκόταν ακόμη πιο σίγουρη καλλιτεχνικά και πιο πολιτικοποιημένη. Εσύ πώς θυμάσαι εκείνη την περίοδο; Τι άλλαξε μέσα σου;
Ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια συναυλία για μένα. Ακόμη και σήμερα, όταν το συζητάμε με τους ανθρώπους που το ζήσαμε μαζί, υπάρχει μια σύνδεση που δύσκολα περιγράφεται. Ο Θέμης λέει ότι είναι σαν να έχουμε πάει όλοι μαζί φαντάροι. Περάσαμε κάτι τόσο δυνατό και απαιτητικό, που μας έδεσε για πάντα. Εγώ κουβαλούσα την επιθυμία να κάνω κάτι πάνω στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη σχεδόν δέκα χρόνια. Περίμενα, όμως, να έρθει η στιγμή που θα αισθανόμουν ότι έχω την ηλικία και κυρίως την ωριμότητα για να το επιχειρήσω. Για μένα το έργο του είναι κάτι ιερό. Και για να μπεις μέσα σε κάτι που θεωρείς τόσο μεγάλο, πρέπει πρώτα να έχεις αποδείξει στον εαυτό σου ότι διαθέτεις την αφοσίωση και το βάθος που απαιτεί, ανεξάρτητα από το αν στο τέλος θα πετύχεις.
Όλα αυτά τα χρόνια, λοιπόν, σκεφτόμουν και τους ανθρώπους με τους οποίους θα ήθελα να το κάνω. Η πρώτη ομάδα ήμασταν εγώ, ο Θέμης, ο Άγγελος Τριανταφύλλου, ο Θύμιος Καλαμούκης και ο Χρήστος Κορτσέλης. Κανείς μας δεν είχε ξανακάνει κάτι αντίστοιχο και, για να είμαι ειλικρινής, η ιδέα ήταν τρελή. Δεν θέλαμε να κάνουμε απλώς μια συναυλία με τραγούδια του Θεοδωράκη. Προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε κάτι που ακουμπούσε το μουσικό θέατρο, το δραματικό στοιχείο και ταυτόχρονα να περάσουμε μέσα από το έργο του την πορεία των ανθρώπων απέναντι στη ζωή, στην Ιστορία, στην αδικία και στους αγώνες. Και όλα αυτά μέσα από το έργο ενός τεράστιου δημιουργού. Η ευθύνη ήταν τρομακτική.
Από την αρχή ξέραμε ότι έπρεπε να τολμήσουμε. Έλεγα συνέχεια στα παιδιά: «Ή θα είναι μια τερατώδης αποτυχία που θα μας κοστίσει πολύ ή θα φτιάξουμε κάτι που θα έχει πραγματικό νόημα». Δεν υπήρχε για μένα η επιλογή μιας ασφαλούς, ενδιάμεσης λύσης. Αν ήταν να το κάνουμε, έπρεπε να φτάσουμε μέχρι την άκρη. Και πρακτικά ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Οι μουσικοί κινούνταν στη σκηνή, έπαιζαν διαφορετικά όργανα, τραγουδούσαν παράλληλα, όλα λειτουργούσαν ασύρματα, υπήρχε ένα πολύ απαιτητικό σκηνικό. Πολλοί άνθρωποι μάς είχαν πει εξαρχής «αυτό δεν γίνεται». Και κάθε φορά που ακούγαμε ένα «δεν γίνεται», εμείς έπρεπε να απαντήσουμε «θα βρούμε τον τρόπο».
Μέχρι να παρουσιαστεί, δεν ξέραμε πραγματικά τι είχαμε φτιάξει. Δεν ξέραμε αν ο κόσμος θα συγκινηθεί, αν θα καταλάβει αυτό που προσπαθούμε να πούμε ή ακόμη και αν κάποιοι θα αισθανθούν ότι προσβάλλουμε το έργο του Θεοδωράκη. Υπήρχε τεράστια αγωνία. Αυτό που άλλαξε μέσα μου από εκείνη τη διαδικασία ήταν κυρίως η αίσθηση του τι σημαίνει ευθύνη απέναντι σε ένα έργο πολύ μεγαλύτερο από εσένα. Έπρεπε να εμπιστευτώ περισσότερο τον εαυτό μου, τους ανθρώπους δίπλα μου και αυτό που πιστεύαμε ότι θέλαμε να πούμε. Και ίσως εκεί να ένιωσα για πρώτη φορά τόσο καθαρά ότι η καλλιτεχνική ωριμότητα δεν είναι να αισθάνεσαι σίγουρος ότι θα πετύχεις. Είναι να ξέρεις γιατί κάνεις κάτι και να είσαι διατεθειμένος να αναλάβεις ολόκληρο το ρίσκο του.
Και όταν τελείωσε εκείνη η παράσταση στο Ηρώδειο και κατάλαβες πια τι είχε συμβεί, ποια είναι η πρώτη εικόνα που σου έρχεται ακόμη και σήμερα στο μυαλό;
Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνα τα λεπτά. Κατά τη διάρκεια της παράστασης ήμασταν όλοι σε μια τέτοια κατάσταση συγκέντρωσης, σχεδόν στο υπερπέραν, που δεν είχαμε πραγματική επαφή με όσα συνέβαιναν γύρω μας. Δεν ήξερα αν ο κόσμος χειροκροτούσε, αν συγκινήθηκε, αν του άρεσε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Όταν τελείωσε η παράσταση, έφυγα από τη σκηνή και πήγα στα καμαρίνια. Εκεί μου κόπηκαν τα πόδια. Σωριάστηκα κυριολεκτικά πάνω στο μάρμαρο – είχα μετά μια τεράστια μελανιά – και άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Δεν ήξερα καν γιατί έκλαιγα. Ήταν σαν να βγήκε εκείνη τη στιγμή από μέσα μου όλη η αγωνία, η πίεση και η συγκίνηση για αυτό που μόλις είχαμε ζήσει.
Και τότε άρχισε να συμβαίνει κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα ανθρώπους να μπαίνουν στα παρασκήνια. Οι άνθρωποι του θεάτρου δεν προλάβαιναν να τους σταματήσουν. Ήταν φίλοι μας, δικοί μας άνθρωποι, καλλιτέχνες. Και άρχισα ξαφνικά να βλέπω μπροστά μου τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Γιώργο Νταλάρα, τον Νίκο Πορτοκάλογλου, την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, τον Θέμη, τον Άγγελο, τον Θύμιο, τον Χρήστο. Και ήταν όλοι συγκινημένοι. Θυμάμαι τον Γιώργο Νταλάρα να με πιάνει από το πρόσωπο με τα δυο του χέρια και να μου μιλάει. Δεν θυμάμαι καν τι μου έλεγε. Θυμάμαι μόνο την εικόνα του. Και μετά τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να με κοιτάει γελώντας και με αγάπη και να μου λέει: «Ρε, τι κάνατε; Τι κάνατε ρε; Τι κάνατε,»
Έχεις σκεφτεί να κάνεις και άλλα τέτοιου είδους αφιερώματα;
Ναι. Υπάρχει ακόμη ένα αφιέρωμα που έχω στο μυαλό μου και θα ήθελα κάποια στιγμή να κάνω. Είναι ένα ρεπερτόριο που θέλω πολύ να πλησιάσω, αλλά αισθάνομαι ότι πρέπει να περιμένω μερικά χρόνια, μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Όπως συνέβη και με τον Θεοδωράκη, υπάρχουν έργα που για μένα χρειάζονται χρόνο και ωριμότητα για να αισθανθώ ότι μπορώ πραγματικά να τα πλησιάσω. Γενικότερα, νιώθω και μια υποχρέωση απέναντι σε αυτό το μεγάλο ελληνικό ρεπερτόριο. Αισθάνομαι ότι έχουμε και μια ευθύνη. Να λειτουργήσουμε, με τον δικό μας τρόπο, ως γέφυρα ώστε αυτά τα τραγούδια να φτάσουν στην επόμενη γενιά. Το είδα πολύ έντονα και με το αφιέρωμα στον Θεοδωράκη. Ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους που το παρακολούθησαν υπήρχαν πολλά νέα παιδιά που δεν γνώριζαν αυτό το ρεπερτόριο. Μέσα από την παράσταση ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του και στη συνέχεια άρχισαν να αναζητούν και να ακούν Θεοδωράκη. Για μένα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Πόσο σε επηρέασε τελικά η ματαίωση εκείνης της περιοδείας; Γιατί φαντάζομαι ότι, έπειτα από τόση προετοιμασία και προσμονή, η απογοήτευση ήταν μεγάλη.
Η λέξη «στεναχώρια» δεν αρκεί για να περιγράψει αυτό που ένιωσα. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ, πληγώθηκα, ένιωσα μεγάλη ματαίωση και δυσκολεύτηκα να το διαχειριστώ. Είναι από τα πιο σκληρά πράγματα που μου έχουν συμβεί στη ζωή μου. Και δεν ήταν μόνο προσωπικό. Αφορούσε όλη την ομάδα, γιατί υπήρξαν δεκάδες άτομα που είχαν οργανώσει και δεσμεύσει ολόκληρη τη χρονιά τους για να συμμετάσχουν σε αυτό και ξαφνικά βρέθηκαν στον αέρα. Αυτό έκανε όλο το βάρος ακόμη μεγαλύτερο. Αν υπάρχει κάτι θετικό που μπορώ να κρατήσω, είναι ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία βούτηξα ξανά πολύ βαθιά στην τέχνη και στη μουσική. Και, επίσης, ήρθα πολύ κοντά με τον Γιάννη Χαρούλη, σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Το περάσαμε μαζί και αυτή η σχέση που δημιουργήθηκε μέσα απ' όλο αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό για μένα.
Από εκεί και πέρα, δεν ξέρω αν υπάρχει μία λέξη που να μπορεί να περιγράψει όσα ένιωσα. Και δεν θέλω να προσποιηθώ ότι ήταν απλώς κάτι που συνέβη και ξεπεράστηκε. Φυσικά, στη δουλειά και στη ζωή συμβαίνουν ματαιώσεις, αλλά η συγκεκριμένη άφησε ένα πολύ μεγάλο αποτύπωμα πάνω μου και δεν μπορώ να πω ψέματα γι’ αυτό. Ταυτόχρονα, έχω επιλέξει να μη μιλήσω για όσα συνέβησαν και θέλω να παραμείνω σε αυτή την επιλογή. Δεν έχω πει τίποτα μέχρι σήμερα και δεν πρόκειται να πω. Μπορώ μόνο να είμαι ειλικρινής για το πώς με επηρέασε. Με πλήγωσε βαθιά και χρειάστηκε χρόνο για να το διαχειριστώ.
Το βίωσες όλο αυτό και ως μια προσωπική ήττα;
Όχι, ως προσωπική ήττα δεν το βίωσα. Ως μια τεράστια ματαίωση, ναι. Ήττα, όμως, όχι, γιατί σε ό,τι αφορά τη δική μου ευθύνη είμαι εντάξει με τον εαυτό μου. Η δική μου δουλειά ήταν να αφοσιωθώ ουσιαστικά στο έργο, να το μελετήσω και να δώσω το καλύτερο που μπορούσα στον τρόπο με τον οποίο θα το προσεγγίσω και θα το τραγουδήσω. Να μπω σε αυτό με όλη μου την ψυχή, με σεβασμό, τιμή και δέος απέναντι σε όσα εκπροσωπεί. Αυτό κληθήκαμε να κάνουμε τόσο εγώ όσο και ο Γιάννης Χαρούλης και θεωρώ ότι το κάναμε.
Γι’ αυτό μπορώ να κοιτάζω τον εαυτό μου και να αισθάνομαι ήσυχη ως προς το δικό μου κομμάτι. Όλα τα υπόλοιπα αφορούν πράγματα που δεν ήταν δική μας ευθύνη και δεν μας ανήκαν. Και θεωρώ χυδαίο το γεγονός ότι κάποια από αυτά φορτώθηκαν τελικά σε εμάς σαν να ήταν δικά μας. Δεν έχω άλλη λέξη για να το περιγράψω. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τη δική μου συμμετοχή. Ξέρω με πόση αφοσίωση και σεβασμό μπήκα σε αυτή τη δουλειά και γι’ αυτό δεν μπορώ να τη δω ως προσωπική ήττα.
Έχω την αίσθηση ότι πολλές φορές, όταν παίρνεις δημόσια θέση, αντί η συζήτηση να μένει σε αυτό που λες, μεταφέρεται σε σένα προσωπικά. Ξαφνικά μπορεί να συζητάμε για τα ρούχα σου, την εμφάνισή σου ή ακόμη και για τον… θερμοσίφωνα. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει τόσο συχνά αυτό στη δική σου περίπτωση;
Για μένα όλα αυτά έχουν την ίδια ρίζα. Όταν ο στόχος είναι να αποκαθηλώσεις έναν άνθρωπο ή να απαξιώσεις συνολικά την παρουσία του, θα χρησιμοποιήσεις οτιδήποτε μπορεί να σε βοηθήσει να το πετύχεις. Από κάτι εντελώς ασήμαντο μέχρι κάτι πολύ σοβαρό. Και πολλές φορές αισθάνομαι ότι αυτό συμβαίνει και στη δική μου περίπτωση. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η ιστορία με τον θερμοσίφωνα. Είχα δώσει μήνες νωρίτερα μια συνέντευξη στη Μαρία Σολωμού, ήταν μια πολύ χαλαρή κουβέντα, σαν να κάθονται δύο φίλες στο μπαλκόνι και να πίνουν καφέ. Μέσα σε αυτή τη συζήτηση είχα αναφέρει και την ιστορία με τον θερμοσίφωνα.
Αυτό το απόσπασμα ανασύρθηκε αργότερα, αμέσως μετά τη συναυλία όπου φόρεσα συμβολικά την keffiyeh στο «Τίποτα δεν πάει χαμένο» ως μια κίνηση συμπαράστασης και αλληλεγγύης. Και εκεί, για μένα, φάνηκε πολύ καθαρά ο μηχανισμός. Περαν από τη συζήτηση για την πράξη ή τη θέση μου που κάποιος μπορεί συμφωνεί ή διαφωνεί, μετατοπίστηκε από μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων στο «αυτή που άφησε ανοιχτό τον θερμοσίφωνα θα μας μιλήσει για την Παλαιστίνη;». Δηλαδή, αν παρουσιάσεις τον άνθρωπο ως γελοίο ή ανόητο, θεωρείς ότι έχεις ακυρώσει και όσα λέει. Το ίδιο έχω δει να συμβαίνει πολλές φορές. Μιλάω για κάτι και εμφανίζεται η ιστορία ότι δήθεν φοράω γούνα από τα Harrods στο Λονδίνο. Μιλάω σε μια συναυλία για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και τον φασισμό και η απάντηση είναι ότι φοράω ένα φόρεμα 3.000 ευρώ. Κι όταν βάζω το link που φαίνεται το πραγματικό κόστος του ρούχου, αυτό έχει πολύ μικρή σημασία. Η αρχική πληροφορία συνεχίζει να αναπαράγεται σαν να είναι αληθινή.
Και αυτό είναι που με προβληματίζει περισσότερο. Γιατί μπορεί κάποιος να διαφωνεί απόλυτα με μια θέση. Είναι δικαίωμά του και δεν υπάρχει πρόβλημα σε αυτό. Άλλο, όμως, η διαφωνία με μια πολιτική ή κοινωνική θέση και άλλο να μεταφέρεις τη συζήτηση σε κάτι άσχετο, ώστε να παρουσιάσεις τον άνθρωπο που την εκφράζει ως υποκριτή, γελοίο ή αναξιόπιστο.
Πρόσφατα ανοίξατε ένα νέο κεφάλαιο, αλλάζοντας δισκογραφική στέγη, Cut Records και παρουσιάζοντας το πρώτο δείγμα αυτής της νέας εποχής, με τίτλο «Όλα Τέλεια». Τι σηματοδοτεί για εσάς αυτή η αλλαγή και τι μπορούμε να περιμένουμε από τον νέο δίσκο που ετοιμάζετε;
Ακολουθήσαμε τον παραγωγό μας, με τον οποίο έχουμε μια σχέση πολλών χρόνων. Εγώ συνεργάζομαι μαζί του από τη «Βαβέλ», ενώ ο Θέμης ακόμη νωρίτερα. Κάθε νέο ξεκίνημα, πάντως, μου δημιουργεί πάντα ενθουσιασμό. Μου αρέσει πολύ η αίσθηση ότι κάτι καινούργιο αρχίζει. Η «Όλα Τέλεια» είναι για εμάς ένα τραγούδι μετάβασης. Μας πηγαίνει από τον κόσμο του «Κάτι Καίγεται» σε αυτό που θέλουμε να είναι ο επόμενος δίσκος μας.
Το «Κάτι Καίγεται» είχε πολλή δύναμη και ορμή. Ήταν πιο έντονο και στην παραγωγή και στον τρόπο που τραγούδησα. Είχε αυτή την αίσθηση της φωτιάς. Τώρα θέλουμε να πάμε κάπου πιο απλά και καθαρά. Με λιγότερα εφέ, πιο καθαρές ενορχηστρώσεις και περισσότερο χώρο για τη μουσική και τα τραγούδια.
Αυτή τη φορά, επίσης, δεν ξεκινάμε με ένα συγκεκριμένο κόνσεπτ για ολόκληρο τον δίσκο. Θέλουμε απλώς να φτιάξουμε τραγούδια. Αυτό έχουμε ανάγκη αυτή τη στιγμή. Νομίζω ότι όλο αυτό συνδέεται και με τα είκοσι χρόνια που κλείνουμε μαζί. Το «Μέτρημα» και ο νέος δίσκος έχουν κάτι κοινό. Είναι μια επιστροφή στη βάση μας. Ένα back to basics, σε αυτό που αγαπάμε περισσότερο να κάνουμε.
Όταν κάποτε κοιτάξεις πίσω όλη αυτή τη διαδρομή, πώς θα ήθελες να σε θυμάται ο κόσμος; Τι θα ήθελες να έχει μείνει από σένα πέρα από τα τραγούδια;
Θα ήθελα να με θυμούνται ως έναν καλό άνθρωπο. Ως έναν άνθρωπο που προσπάθησε να μη βλάψει κανέναν, που προσπάθησε να είναι εντάξει με τους άλλους και με τον εαυτό του. Έναν καλό τύπο, αυτό. Και καλλιτεχνικά, θα ήθελα να μπορώ να πω ότι προσπάθησα να μη βλάψω τη μουσική. Ότι τη σεβάστηκα, ότι στάθηκα απέναντί της όσο πιο τίμια μπορούσα και ότι έκανα τη δουλειά μου με αγάπη και αφοσίωση. Πραγματικά, δεν με ενδιαφέρει να μείνει κάτι άλλο.