Μουσική|22.09.2026 16:30

Σαβίνα Γιαννάτου στο ethnos.gr: «Όσο περνά ο χρόνος, εκτιμώ περισσότερο αυτά που έχω κάνει»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η Σαβίνα Γιαννάτου επιστρέφει στη σκηνή με τους Primavera en Salonico για μια συναυλία που κουβαλά ήδη τη δική της διαδρομή μέσα στον χρόνο. Την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου, στο θέατρο «Δόρα Στράτου», παρουσιάζουν ξανά το «Watersong», που είχε πρωτοπαρουσιαστεί στη Μικρή Επίδαυρο το 2020 και βασίζεται στο ομότιτλο άλμπουμ τους για την ECM.

Το πρόγραμμα φέρνει μαζί παραδοσιακά και αναγεννησιακά τραγούδια από διαφορετικές χώρες, με κοινό άξονα το νερό και τις πολλές σημασίες του, από τη ζωή και τη γονιμότητα μέχρι τον φόβο, την απώλεια και την απειλή. Ούτι, κανονάκι, νέι, βιολί, ακορντεόν, κρουστά, waterphone και κοντραμπάσο συναντούν τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, ενώ μαζί τους θα βρίσκεται και η Τυνήσια Lamia Bedioui, φέρνοντας στη σκηνή τον κόσμο της ερήμου μέσα από το ιδιαίτερο ηχόχρωμα της φωνής της.

Με αφορμή αυτή τη συναυλία, η Σαβίνα Γιαννάτου μιλά στο ethnos.gr για όσα έχουν αλλάξει από την πρώτη παρουσίαση του «Watersong», για τη σχέση μας με το νερό σε μια εποχή όπου η πρόσβαση σε αυτό κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι για όλους, για τη Μεσόγειο και τους πρόσφυγες που συχνά χάνονται πίσω από αριθμούς και «ροές», αλλά και για την επιστροφή των νεότερων γενιών στην παραδοσιακή μουσική. 

Λίγες ημέρες αργότερα, θα βρεθεί και στην Εθνική Λυρική Σκηνή για το «Ακόμα κι αν φύγεις…», το μεγάλο αφιέρωμα στη Μαριανίνα Κριεζή σε σύλληψη και καλλιτεχνική επιμέλεια της Δήμητρας Γαλάνη. Στις 1, 3, 4 και 7 Οκτωβρίου, μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Γιάννη Παλαμίδα, θα ερμηνεύσει τραγούδια από διαφορετικές περιόδους της δημιουργίας της Μαριανίνας Κριεζή, με τη συμμετοχή δεκαμελούς μουσικού συνόλου και της Παιδικής Χορωδίας της ΕΛΣ. Για τη Σαβίνα Γιαννάτου, το αφιέρωμα σηματοδοτεί παράλληλα και μια επιστροφή σε υλικό που συνδέεται με τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα.

Το «Watersong» επιστρέφει αρκετά χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση στη Μικρή Επίδαυρο. Τι έχει αλλάξει για εσάς από τότε μέχρι σήμερα;

Σε σχέση με το «Watersong» τίποτα. Σε ότι αφορά τη δουλειά μου γενικά, αυτό που έχει αλλάξει είναι το ότι έχω κάνει καινούργιες συνεργασίες, για έργα που δεν αφορούν αποκλειστικά τη μουσική ή το τραγούδι. Το ’20 είμασταν ακόμα στην πανδημία. Έχουν αλλάξει πολλά από τότε.

Όταν επιστρέφετε σε ένα έργο έπειτα από χρόνια, το αντιμετωπίζετε με τον ίδιο τρόπο ή αισθάνεστε ότι έχει αποκτήσει καινούργιο νόημα;

Συνήθως, όσο περνά ο χρόνος, εκτιμώ περισσότερο αυτά που έχω κάνει. Στην αρχή έχω σχεδόν πάντα πολλές αμφιβολίες και είμαι αρκετά αυστηρή με τον εαυτό μου. Χρειάζομαι μια απόσταση για να μπορέσω να δω τη δουλειά μου πιο καθαρά. Μετά από κάποιο διάστημα μπορώ να αναγνωρίσω ότι κάποια πράγματα άξιζαν περισσότερο απ’ όσο πίστευα τη στιγμή που τα έκανα και να τα δω με μεγαλύτερη επιείκεια. 

Έχετε δημιουργήσει μια ολόκληρη συναυλία γύρω από το νερό, το οποίο μπορεί να σημαίνει ζωή, θάνατος, κάθαρση, φόβος, επιθυμία. Ποια από όλες αυτές τις πλευρές του, αισθάνεστε πιο κοντά σας σήμερα;

Δυστυχώς, νομίζω ότι σήμερα ο φόβος είναι αυτός που κερδίζει περισσότερο έδαφος. Η ηρεμία του νερού μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε απειλή, σε τρικυμία, σε ένα τσουνάμι που ανατρέπει τα πάντα. Ίσως αυτό να έχει να κάνει και με την εποχή που ζούμε. Υπάρχει η αίσθηση ότι οι ισορροπίες γύρω μας είναι ιδιαίτερα εύθραυστες και μπορούν να αλλάξουν πολύ γρήγορα. Και όταν υπάρχει αυτή η αβεβαιότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, αναπόφευκτα επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε ακόμη και πράγματα που υπό άλλες συνθήκες θα συνδέαμε περισσότερο με την ηρεμία ή την ομορφιά.

Ζούμε σε μια εποχή όπου σε ορισμένα μέρη το νερό θεωρείται αυτονόητο και σε άλλα αποτελεί ήδη είδος πολυτελείας. Πιστεύετε ότι έχουμε ξεχάσει πόσο εύθραυστη είναι η σχέση μας μαζί του;

Ναι, νομίζω ότι εμείς που ζούμε σε χώρες όπου θεωρούμε δεδομένη την πρόσβαση στο νερό ξεχνάμε πολύ εύκολα πόσο εύθραυστη είναι αυτή η σχέση. Δεν αναρωτιόμαστε αν αύριο θα έχουμε νερό να πιούμε, να πλυθούμε ή να καλύψουμε τις καθημερινές μας ανάγκες. Φτάνουμε ακόμη και στο σημείο να γεμίζουμε πισίνες, αντιμετωπίζοντάς το σχεδόν όπως τον αέρα που αναπνέουμε, σαν κάτι που θα υπάρχει πάντα και για όλους. Κι όμως, γνωρίζουμε ότι το νερό μπορεί να γίνει αντικείμενο ελέγχου και εξουσίας. Μπορεί κάποιος να το οικειοποιηθεί εις βάρος άλλων, είτε μιλάμε για κράτη είτε για μεγάλες εταιρείες. Και αυτό είναι κάτι που, με έναν παράξενο τρόπο, υπάρχει εδώ και αιώνες ακόμη και στις παραδόσεις μας.

Στα παραδοσιακά τραγούδια και στα παραμύθια συναντάμε συχνά τον δράκο που κρατά το νερό και εμποδίζει να φτάσει στη χώρα ή στο χωριό. Για να το ελευθερώσουν, οι κάτοικοι πρέπει να πληρώσουν ένα τρομερό τίμημα, ακόμη και να του παραδώσουν ένα από τα παιδιά τους. Είναι μια πολύ παλιά ιστορία, που στην ουσία μιλά για κάτι εξαιρετικά σύγχρονο. Ποιος ελέγχει ένα αγαθό απαραίτητο για τη ζωή και τι συμβαίνει όταν η πρόσβαση σε αυτό παύει να θεωρείται δικαίωμα και γίνεται μέσο εξουσίας.

Η Μεσόγειος είναι ένας κοινός τόπος πολιτισμών, αλλά ταυτόχρονα ένα σύνορο όπου άνθρωποι εξακολουθούν να χάνουν τη ζωή τους προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη. Πώς βλέπετε αυτή την αντίφαση; Πιστεύετε ότι έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε τους πρόσφυγες περισσότερο ως αριθμούς και «ροές» και λιγότερο ως ανθρώπους με προσωπικές ιστορίες;

Νομίζω ότι ήδη ξέρετε την απάντηση. Όταν άρχισαν να φτάνουν οι πρώτες βάρκες στο Αιγαίο, θυμάστε πόσο μεγάλη ήταν η κινητοποίηση του κόσμου, κυρίως στη Λέσβο, στη Χίο και γενικότερα στα νησιά. Άνθρωποι προσπαθούσαν να ταΐσουν, να ντύσουν και να ζεστάνουν όσους έφταναν εξαντλημένοι, να τους βοηθήσουν να βρουν μια διέξοδο, ακόμη και να εντοπίσουν συγγενείς τους στην Ευρώπη μέσω Facebook. Πολλές φορές συνεννοούνταν μόνο με νοήματα, επειδή δεν υπήρχε κοινή γλώσσα. Και το Λιμενικό, απ’ όσο γνωρίζω, είχε τότε διαφορετική στάση, πολλές φορές ακόμη και χωρίς τον απαραίτητο εξοπλισμό. Υπήρχε πολύ περισσότερο το στοιχείο της αυθόρμητης ανθρώπινης βοήθειας. Ο καθένας λειτουργούσε σύμφωνα με τη συνείδησή του.

Από τη στιγμή που οι ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν η μία μετά την άλλη να κλείνουν τα σύνορά τους, η κατάσταση άλλαξε δραματικά. Πολλοί άνθρωποι εγκλωβίστηκαν στον ευρωπαϊκό Νότο, χωρίς δουλειά, χωρίς προοπτική και, κυρίως, χωρίς ελπίδα. Και όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται σε αυτή τη θέση, γίνεται πολύ πιο ευάλωτος στην εκμετάλλευση, στην παρανομία και σε κάθε μορφή κακοποίησης. Οπότε, όταν με ρωτάτε αν βλέπουμε πλέον τους πρόσφυγες περισσότερο ως αριθμούς και «ροές», θα έλεγα πως σε μεγάλο βαθμό αυτό ακριβώς έχει συμβεί. Οι προσωπικές ιστορίες χάθηκαν πίσω από τους αριθμούς και οι ίδιοι οι πρόσφυγες κατέληξαν πολλές φορές να αντιμετωπίζονται ως ένα ακόμη μέσο πίεσης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών.

Επιστρέφοντας στη συναυλία, τι σας οδήγησε στην επιλογή τραγουδιών από τόσο διαφορετικές χώρες και μουσικές παραδόσεις; Τι ήταν αυτό που αναζητούσατε μέσα από αυτή τη συνύπαρξη;

Με ενδιέφεραν κυρίως τα διαφορετικά ηχοχρώματα, τόσο των οργάνων όσο και της φωνής. Ο λόγος των επιλογών μου ήταν εξαρχής μουσικός. Ήθελα να συναντηθούν τραγούδια από διαφορετικές χώρες και παραδόσεις και να δούμε τι μπορεί να προκύψει μέσα από αυτή τη συνύπαρξη, πώς μπορεί η μία μουσική να συνομιλήσει με την άλλη και πόσο διαφορετικά μπορεί να λειτουργήσει η φωνή μέσα σε καθεμία από αυτές. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε με τους Primavera en Salonico τα «Τραγούδια της Μεσογείου» το 1997. Στην πορεία το ρεπερτόριο άνοιξε ακόμη περισσότερο, προστέθηκαν νέες μουσικές και διαφορετικές γλώσσες και αυτή η αναζήτηση συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Είναι κάτι που εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει και, όσο βρίσκουμε καινούργιο υλικό που μας κινητοποιεί μουσικά, συνεχίζουμε.

Συνεργάζεστε με τους Primavera en Salonico για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Τι χρειάζεται για να αντέξει μια καλλιτεχνική σχέση τόσο πολύ;

Ανοχή, κοινό χιούμορ και, κυρίως, πραγματική επιθυμία για συνεργασία. Χρειάζεται να υπάρχουν κοινά σημεία στην αισθητική, στον τρόπο που βλέπουμε τη μουσική, αλλά και στις επαγγελματικές μας επιδιώξεις και προσδοκίες. Παράλληλα, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει σεβασμός στην προσωπικότητα και στη ζωή του καθενός ξεχωριστά. Να μπορεί ο καθένας να εξελίσσεται, να αλλάζει και να ακολουθεί τη δική του πορεία, χωρίς αυτό να απειλεί τη σχέση της ομάδας. Ύστερα από τόσα χρόνια, γνωρίζουμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον, ξέρουμε τις ιδιαιτερότητες και τα όριά μας και αυτό βοηθάει πολύ. Και βέβαια, όταν εξακολουθεί να υπάρχει χαρά κάθε φορά που βρισκόμαστε για να παίξουμε μουσική μαζί, τότε υπάρχει και λόγος να συνεχίζεται μια συνεργασία.

Στην αυριανή συναυλία συμμετέχει και η Lamia Bedioui, με την οποία έχετε μια σχέση πολλών ετών. Τι προσθέτει η φωνή της στον κόσμο του «Watersong»;

Τον κόσμο της ερήμου…

Σήμερα βλέπουμε νέους ανθρώπους να επιστρέφουν στην παραδοσιακή μουσική. Τι πιστεύετε ότι αναζητούν εκεί;

Εδώ και αρκετά χρόνια βλέπω μια επιστροφή στην παράδοση. Από τη δεκαετία του ’90 θυμάμαι νέους να χορεύουν τσιφτετέλια πάνω στα τραπέζια, την ώρα που εμείς χορεύαμε με ροκ μουσική. Όταν το συνειδητοποίησα για πρώτη φορά, είχα πραγματικά εκπλαγεί. Από τότε, με τα χρόνια, η παράδοση κέρδισε ολοένα και περισσότερο χώρο, τόσο στη μουσική όσο και στον χορό. Αρκεί να δει κανείς τι συμβαίνει κάθε καλοκαίρι στην Ικαρία. Για εμάς τους παλαιότερους, η παράδοση ήταν συχνά συνδεδεμένη με την ανελευθερία και την καταπίεση. Σήμερα, προφανώς, αυτοί οι συμβολισμοί έχουν αλλάξει. Αυτό που γνωρίζω επίσης είναι ότι στα μουσικά γυμνάσια και λύκεια η παραδοσιακή μουσική λειτουργεί και ως ένας τρόπος κοινωνικοποίησης των μαθητών. Τους δίνει ένα πολύ σημαντικό εφόδιο επικοινωνίας και επαφής μεταξύ τους, μέσα κυρίως από τη μουσική.

Παράλληλα, θα σας δούμε στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στο μεγάλο αφιέρωμα στη Μαριανίνα Κριεζή. Η σχέση σας με αυτό το υλικό είναι ιδιαίτερη, αφού τα πρώτα επαγγελματικά σας βήματα έγιναν στη «Λιλιπούπολη». Τι σημαίνει για εσάς η σημερινή συνάντηση με αυτά τα τραγούδια;

Καταρχάς, να πω ότι από τη «Λιλιπούπολη» υπάρχει στο πρόγραμμα μόνο η «Ρόζα Ροζαλία». Γενικά, βέβαια, πολλά από αυτά τα τραγούδια τα έχω ερμηνεύσει αρκετές φορές μέσα στα χρόνια. Κάθε φορά, όμως, επιστρέφουν και οι μνήμες από εκείνη την εποχή, από τις πρώτες συναντήσεις με τους συνεργάτες της «Λιλιπούπολης», με τη Μαριανίνα Κριεζή και με όλο το κλίμα του Τρίτου Προγράμματος. Θυμάμαι πράγματα που λέγονταν, περιστατικά, πρόσωπα, εικόνες. Μιλάμε άλλωστε για το 1978, όταν πήγα εγώ στη «Λιλιπούπολη», οπότε είναι ένα πολύ μακρινό αλλά ζωντανό κομμάτι της ζωής μου. Η «Ρόζα Ροζαλία», σε μουσική της Λένας Πλάτωνος, είναι ένα πολύ συναισθηματικό τραγούδι και ιδιαίτερα αγαπημένο από τον κόσμο. Στην παράσταση υπάρχουν επίσης τέσσερα κομμάτια από το «Σαμποτάζ», τα οποία ερμηνεύουμε μαζί με τον Γιάννη Παλαμίδα. Από εκεί και πέρα, το πρόγραμμα ανοίγει πολύ περισσότερο και παρουσιάζει διαφορετικές πλευρές της Μαριανίνας μέσα στα χρόνια, μέσα από τραγούδια σε στίχους της που έχουν μελοποιήσει, μεταξύ άλλων, η Δήμητρα Γαλάνη, η Αρλέτα, ο Λάκης Παπαδόπουλος και ο Μιχάλης Χατζηγιάννης.

Αυτό ήταν και κάτι που ήθελε πολύ η Δήμητρα Γαλάνη. Είχε την επιθυμία να κάνει ένα αφιέρωμα στη Μαριανίνα και δούλεψε το πρόγραμμα με μεγάλη προσοχή. Έχει φροντίσει πολύ και τη συνολική εικόνα της παράστασης, με τα βίντεο, τους φωτισμούς και όλο το σκηνικό κομμάτι. Και νομίζω ότι αυτό είναι τελικά το πιο σημαντικό: δεν παρουσιάζεται μόνο η Μαριανίνα της «Λιλιπούπολης» ή του «Σαμποτάζ». Βλέπουμε τη διαδρομή της μέσα στα χρόνια και τους πολλούς διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους εκφράστηκε. Γιατί η γραφή της εξελίχθηκε, άλλαξε μορφές και συνάντησε πολύ διαφορετικούς μουσικούς κόσμους.

Οι στίχοι της μπορούν να είναι ταυτόχρονα αστείοι, τρυφεροί, ειρωνικοί και μελαγχολικοί. Πόσο δύσκολο είναι για έναν ερμηνευτή να κρατήσει όλες αυτές τις αποχρώσεις;

Δεν με έχει δυσκολέψει ιδιαίτερα αυτό το στοιχείο, ίσως γιατί ήταν από τα πρώτα πράγματα που συνάντησα στην επαγγελματική μου πορεία. Ξεκίνησα με τη «Λιλιπούπολη» και στη συνέχεια με το «Σαμποτάζ», οπότε οι στίχοι της Μαριανίνας ήταν από την αρχή ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μου. Μέσα από αυτούς έμαθα ουσιαστικά να εκφράζω διαφορετικά επίπεδα και αποχρώσεις, να περνάω από το χιούμορ στην τρυφερότητα, από την ειρωνεία στη μελαγχολία.

Σε αυτό έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο και η Λένα Πλάτωνος, γιατί ήξερε ακριβώς τι ζητούσε από αυτά τα τραγούδια και από τον τρόπο που έπρεπε να ειπωθούν. Η συνεργασία μας τότε ήταν καθοριστική για μένα. Το ίδιο συνέβη και αργότερα με τον Καρυωτάκη. Μέσα από αυτή τη σχέση με τη μουσική της Λένας, σε συνδυασμό με τους στίχους της Μαριανίνας, έμαθα πολλά για τον τρόπο με τον οποίο μπορείς να πλησιάσεις ένα κείμενο και να αναδείξεις όσα υπάρχουν πίσω από τις λέξεις. Οπότε, θα έλεγα ότι αυτή η δυσκολία, ήταν κάτι που έμαθα από την αρχή της πορείας μου και που, με έναν τρόπο, διαμόρφωσε και τον τρόπο με τον οποίο τραγουδάω μέχρι σήμερα.

Η παράσταση επιχειρεί να παρουσιάσει αυτά τα τραγούδια με έναν πιο «πειραγμένο» και σύγχρονο ήχο. Πόσο εύκολο είναι να αλλάζεις ένα τραγούδι που το κοινό έχει αγαπήσει σε μια συγκεκριμένη μορφή;

Κοιτάξτε, δεν είναι όλα τα τραγούδια «πειραγμένα». Η «Ρόζα Ροζαλία» και τα κομμάτια από το «Σαμποτάζ», για παράδειγμα, έχουν μείνει πολύ κοντά στον τρόπο με τον οποίο τα γνωρίσαμε από τους δίσκους. Δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά ούτε οι αρμονίες τους. Βέβαια, στην παράσταση υπάρχει και ένα κουαρτέτο εγχόρδων, μαζί με τα ηλεκτρικά όργανα, οπότε προστίθεται ένα ακόμη ηχητικό επίπεδο. Σε ό,τι αφορά ειδικά τα τραγούδια της Λένας Πλάτωνος, δεν έχει γίνει κάποια μεγάλη παρέμβαση. Νομίζω μάλιστα ότι θα της αρέσει πολύ ο τρόπος με τον οποίο ακούγονται. Σε άλλα, μεταγενέστερα τραγούδια σε στίχους της Μαριανίνας, υπάρχουν πιο εμφανείς αλλαγές και διαφορετικές ενορχηστρωτικές προσεγγίσεις. Προσωπικά το θεωρώ θετικό. Όταν υπάρχει σεβασμός στο ίδιο το τραγούδι, μια νέα προσέγγιση μπορεί να το φωτίσει διαφορετικά και να μας κάνει να το ακούσουμε ξανά με φρέσκο αυτί.

Μαριανίνα ΚριεζήΕθνική Λυρική Σκηνήπρόσφυγεςσυναυλία