Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση εισέρχεται ξανά σε μια περίοδο κατά την οποία η απόσταση ανάμεσα στον διάλογο και στη δημιουργία τετελεσμένων γίνεται όλο και μικρότερη. Η τελευταία αντιπαράθεση για το υποθαλάσσιο ηλεκτρικό καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, το Great Sea Interconnector, είναι χαρακτηριστική. Η Τουρκία δηλώνει πλέον ανοικτά ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα σε περιοχές που η ίδια θεωρεί ότι ανήκουν στην τουρκική υφαλοκρηπίδα πρέπει προηγουμένως να συντονίζεται με την Άγκυρα. Στις 1 και 2 Οκτωβρίου 2026 επανέλαβε μάλιστα ότι δεν θα επιτρέψει «μη εξουσιοδοτημένες» δραστηριότητες στις συγκεκριμένες περιοχές.Το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι βαθύτατα γεωπολιτικό. Διότι όταν μία τρίτη χώρα αξιώνει να εγκρίνει ένα ευρωπαϊκό έργο που η Ελλάδα θεωρεί ότι διέρχεται από περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν τελικά θα ποντιστεί το καλώδιο. Είναι εάν, μέσα από τη διαρκή αναζήτηση «συνεννοήσεων» και πρακτικών διευθετήσεων, κινδυνεύει να δημιουργηθεί σταδιακά η εντύπωση ότι η Τουρκία διαθέτει δικαίωμα συναπόφασης σε περιοχές όπου η Ελλάδα δεν της αναγνωρίζει τέτοιο δικαίωμα.422916_1Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ. Το άρθρο 79 προβλέπει ότι όλα τα κράτη δικαιούνται να ποντίζουν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα και ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να παρεμποδίσει την πόντιση ή τη συντήρησή τους. Η απαίτηση προηγούμενης συναίνεσης αφορά ειδικά τη χάραξη της πορείας αγωγών, όχι γενικώς τα καλώδια.Η υπόθεση της Κάσου συνεπώς αποκτά σημασία πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο το έργο. Το 2024 τουρκικά πολεμικά πλοία εμφανίστηκαν στην περιοχή όταν το Ievoli Relume πραγματοποιούσε έρευνες για το GSI νοτίως Κάσου και Καρπάθου. Έκτοτε, σημαντικό τμήμα των ερευνών παραμένει σε εκκρεμότητα.Παράλληλα, η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει καμία από τις πάγιες θέσεις της στο Αιγαίο. Εξακολουθεί να απορρίπτει την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Εξακολουθεί να θέτει ζητήματα κυριαρχίας νησίδων και βραχονησίδων. Εξακολουθεί να αμφισβητεί το ελληνικό εύρος του εθνικού εναέριου χώρου και να προβάλλει τις θαλάσσιες αντιλήψεις που συνδέονται με τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα».Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιλέξει να συνδυάζει αποτροπή και διάλογο. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει προς επίλυση με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και ότι οι υπόλοιπες τουρκικές αξιώσεις είναι αβάσιμες. Η κυβέρνηση επίσης επιμένει ότι το πότε θα ασκηθεί το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων αποτελεί αποκλειστικά ελληνική απόφαση.Εδώ όμως βρίσκεται το ουσιαστικό πλέον πολιτικό ερώτημα: Για πόσο ακόμη μπορεί η Ελλάδα να διακηρύσσει ότι διαθέτει ένα κυριαρχικό δικαίωμα, χωρίς να το ασκεί;Η Ελλάδα έχει ήδη επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο. Στο Αιγαίο παραμένει στα 6 ν.μ., ενώ ο εθνικός εναέριος χώρος βρίσκεται στα 10 ν.μ. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναγνωρίζει επισήμως ότι το Δίκαιο της Θάλασσας παρέχει στην Ελλάδα δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια.Συνεπώς, το δίλημμα δεν είναι αν υπάρχει το δικαίωμα. Υπάρχει. Το δίλημμα είναι πότε, πού και με ποια στρατηγική θα ασκηθεί.Οι κυβερνήσεις που επιλέγουν την αναμονή μπορούν να επικαλεστούν σοβαρούς λόγους: αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης, διατήρηση ανοικτών διαύλων με την Άγκυρα, συμμαχικές ισορροπίες μέσα στο ΝΑΤΟ και επιδίωξη μιας συνολικής διευθέτησης για τις θαλάσσιες ζώνες.Υπάρχει όμως και το αντίθετο στρατηγικό επιχείρημα: ότι η μακροχρόνια μη άσκηση ενός δικαιώματος, όταν συνοδεύεται από συνεχώς διευρυνόμενες απαιτήσεις της άλλης πλευράς, μπορεί να μετατρέψει την αυτοσυγκράτηση από εργαλείο αποκλιμάκωσης σε μηχανισμό παραγωγής νέων διεκδικήσεων.Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο ζήτημα για το Αιγαίο. Και δεν αφορά μόνο τα 12 μίλια. Αφορά και την ελληνική στρατηγική για την ΑΟΖ. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε συμφωνίες θαλασσίων ζωνών με την Ιταλία και σε μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο, αλλά δεν υπάρχει συνολική οριοθέτηση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι της Τουρκίας. Ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών έχει αναγνωρίσει ότι η περιοχή από την οποία πρόκειται να διέλθει το καλώδιο περιλαμβάνει μη οριοθετημένη ΑΟΖ.Η μονομερής ανακήρυξη ΑΟΖ δεν θα εξαφάνιζε από μόνη της την ελληνοτουρκική διαφορά ούτε θα καθόριζε αυτομάτως τα σύνορά της. Θα αποτύπωνε όμως με μεγαλύτερη σαφήνεια την ελληνική νομική θέση και θα μπορούσε να ενταχθεί σε μία ευρύτερη στρατηγική οριοθετήσεων και προσφυγής, όπου χρειάζεται, στη διεθνή δικαιοσύνη.Το σημαντικότερο είναι να μη συγχέεται η ειρήνη με την ακινησία. Ο διάλογος αποτελεί χρήσιμο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Η αποκλιμάκωση επίσης. Αλλά ο διάλογος είναι αποτελεσματικότερος όταν συνοδεύεται από σαφείς κόκκινες γραμμές, σταθερή άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και συνέπεια μεταξύ όσων ένα κράτος δηλώνει ότι δικαιούται και όσων τελικά πράττει.Η Ελλάδα βρίσκεται λοιπόν μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή που δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η συνέχιση της σημερινής πολιτικής: διάλογος, διαχείριση των εντάσεων και άσκηση των ελληνικών δικαιωμάτων όταν κριθεί ότι το διεθνές περιβάλλον είναι κατάλληλο.Από την άλλη βρίσκεται μια περισσότερο ενεργητική εφαρμογή του Δικαίου της Θάλασσας: επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια παντού και αντίστοιχη προσαρμογή του εθνικού εναέριου χώρου, συστηματική πολιτική θαλασσίων ζωνών και έμπρακτη κατοχύρωση της δυνατότητας εκτέλεσης έργων όπως το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου χωρίς την αποδοχή δικαιώματος τουρκικής έγκρισης.Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν η Ελλάδα επιθυμεί ένταση με την Τουρκία. Προφανώς κανένα κράτος δεν έχει συμφέρον να επιδιώκει μια τέτοια εξέλιξη. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: μέχρι ποιο σημείο η αποφυγή της έντασης υπηρετεί την ειρήνη και από ποιο σημείο και μετά αρχίζει να δημιουργεί την προσδοκία ότι η πίεση αποδίδει; Στο Αιγαίο, αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη στρατηγική συζήτηση που οφείλει σήμερα να κάνει η Ελλάδα.