Απόψεις|21.03.2020 20:47

Το σπουδαιότερο εγχείρημα Πολιτιστικής Διπλωματίας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία

Πέτρος Καψάσκης

Εάν σήμερα οι διπλωματικές και προξενικές μας αρχές διεθνώς προωθούν στις χώρες υποδοχής τον αρχαίο, βυζαντινό ή σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, ως ενιαίο πολιτισμό, και οι πρεσβείες ή τα προξενεία μας ανά τον κόσμο διακοσμούνται από αγάλματα αρχαίων φιλοσόφων, αφίσες βυζαντινών μοναστηριών και γκραβούρες με τους ήρωες του 1821, αυτό οφείλεται, εν τινί μέτρω, στον τρόπο με τον οποίο ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ένωσε τον διασπασμένο ελληνικό χρόνο στο τρίσημο σχήμα της ελληνικής ιστορίας (Αρχαιότητα, Βυζαντινή περίοδος και Νεότερη ιστορία) όπως το επεξεργάστηκε στο πεντάτομο έργο του: «Η ιστορία του Ελληνικού Έθνους, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των νεότερων.»

Η ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους στο έργο του Παπαρρηγόπουλου τεκμαίρεται κατά τρόπο αμιγώς πολιτιστικό, με κυρίαρχα στοιχεία τα έθιμα, τη γλώσσα[1] και τον λαϊκό Πολιτισμό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, η εισαγωγή του πρώτου κεφαλαίου ξεκινά με τις αρχαίες μυθικές παραδόσεις όπως αυτές ερμηνεύτηκαν από τους αρχαίους ποιητές, τους λόγιους και τους ιστορικούς της εποχής. Εν τοις πράγμασι, ήταν ακριβώς αυτή η εμβριθής τεκμηρίωση της γλωσσικής συνέχειας και των στοιχείων του πολιτισμού που συνέθεταν τον ελληνισμό μέσα στην τρισχιλιόχρονη ιστορία του που έπεισαν την πνευματική τάξη της Ευρώπης του 19ου αιώνα για την εθνογραφική και κοινωνικόανθρωπολογική υπόσταση του ελληνικού έθνους συμβάλλοντας κατά τρόπο καθοριστικό στην αναζωπύρωση των φιλελληνικών αισθημάτων και ακολούθως στην ανάπτυξη μιας εγγύτερης σχέσης με τους Έλληνες, διακριτή και μη συγκρίσιμη σε σχέση με τους υπόλοιπους λαούς της χερσονήσου του Αίμου. 

Η σπουδαιότητα του εγχειρήματος του Παπαρρηγόπουλου, ήτοι η ένταξη της Βυζαντινής περιόδου στην Ελληνική ιστορία ως συνέχεια του αρχαίου ελληνικού κόσμου και ως συνδετικoύ κρίκου με τον νεότερο ελληνισμό[2], δεν έγκειται τόσο στην προσπάθεια ανάδειξης της σημασίας του Βυζαντίου ή στην αποκατάσταση κάποιας υποτιθέμενης ιστορικής αλήθειας, όσο στο γεγονός ότι συνέβαλε εσωτερικά στην επανανοηματοδότηση του ιστορικού χρόνου· έθεσε δηλαδή τις ψυχικές εκείνες προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες σε επίπεδο συνειδήσεως προκειμένου να τεθούν τα θεμέλια για την ενοποίηση του έως τότε κατακερματισμένου ελληνικού χώρου. Μια πράξη πνευματική η οποία έδωσε και μορφή πολιτική στη Μεγάλη Ιδέα οδηγώντας μέσα σε έναν αιώνα στον διπλασιασμό της έκτασης και του πληθυσμού της χώρας.

Έχει σημασία να υπομνησθεί, ότι το συγγραφικό έργο του Παπαρρηγόπουλου, μολονότι έρχεται σε μια χρονική στιγμή εσωτερικής δίνης για τον ελληνισμό, με συνεχείς πολιτικές και οικονομικές κρίσεις, παραμένει ζωτικής σημασίας έως και σήμερα διότι αποπειράθηκε να θεσμίσει το κοινωνικό φαντασιακό των Ελλήνων και να δημιουργήσει μια ενότητα συνείδησης στον χρόνο της οποίας όμως την πραγμάτωση αρνιόταν έως τότε πεισματικά ο κλειστός τόπος· οι ακατάλυτοι συγγενικοί δεσμοί που δεν επέτρεπαν τη δημιουργία κράτους και οι φατρίες με τα επιμέρους συμφέροντα τους που συχνά οδηγούσαν σε εμφύλιες συγκρούσεις δίχως να διστάζουν να ζητούν ακόμα και την παρέμβαση των ξένων δυνάμεων προκειμένου να επικρατήσουν. Τέτοιες μορφές ψυχικής ενότητας δεν μπορούν να θεσμίζονται από το πυρ των όπλων ή την βούληση των πολιτικών για διοικητικές μεταρρυθμίσεις εν ελλείψει ομοψυχίας. Aυτό το οποίο επιτυγχάνεται στη νεότερη Ελλάδα από τον Παπαρρηγόπουλο, δηλαδή η πνευματική οικοδόμηση μιας κοινής αίσθησης του ανήκειν, στη αρχαιότητα, τειρουμένων των αναλογιών, ευοδώνεται από τον Όμηρο, όπου στην Ιλιάδα, ο Τρωικός Πόλεμος λαμβάνει διαστάσεις πανελλαδικού γεγονότος και δημιουργεί τις προϋποθέσεις συγκρότησης μιας κοινής ελληνικής συνείδησης για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία.

Το έργο του Κωνσταντινουπολίτη ιστορικού συνιστά το μεγαλύτερο εγχείρημα Πολιτιστικής Διπλωματίας στη σύγχρονη Ελλάδα, όχι μόνο επειδή με το αφήγημά του για την πολιτιστική συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, έθεσε στο εσωτερικό τα θεμέλια για την οικοδόμηση μιας κοινής αίσθησης του ανήκειν, αλλά πρωτίστως διότι ανέτρεψε στο εξωτερικό τα διεθνή στερεότυπα για τη νεότερη Ελλάδα που κυριαρχούσαν στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Πέραν του αντιλόγου που προέβαλε στις θεωρίες του Αυστριακού περιηγητή Γιάκομπ Φαλμεράγιερ, για τα περί φυλετικής καταγωγής των Ελλήνων, ο Παπαρρηγόπουλος κατάφερε, στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου του Βερολίνου που είχε ως στόχο τον καθορισμό των συνόρων των κρατών της Βαλκανικής Χερσονήσου μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78, να μεταπείσει υπέρ των ελληνικών θέσεων[3] τον επιφανή Γερμανό χαρτογράφο Χαίνριχ Κίπερτ, αναφορικά με την εκπόνηση του εθνογραφικού χάρτη της  Ευρωπαϊκής Ανατολής και συγκεκριμένα της περιοχής της Μακεδονίας την οποία τότε εποφθαλμιούσε η Βουλγαρία[4] Το δόγμα της Μεγάλης Ιδέας που διαμόρφωσε την ελληνική εξωτερική πολιτική από το 1843 μέχρι και το 1922 δεν θα μπορούσε να είχε σταθεί, παρά ως ένα ρητορικό σχήμα στα χείλη των πολιτικών του μικρού νεοσύστατου ελληνικού κρατιδίου, αν πρώτα δεν συνοδευόταν από μια αναμόρφωση του ψυχικού υποστρώματος των Ελλήνων ικανής να ανατάξει τα πράγματα στην πορεία του χρόνου.

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1]     «Ἑλληνικόν ἔθνος ὀνομάζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι ὁμιλοῦσι τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ὡς ίδίαν αὐτῶν γλώσσαν.» Παπαρρηγόπουλος, Κωνσταντίνος (1870), Ιστορία του Ἑλληνικου έθνους. Αθήνα: χ.ε., σελ. 33.

[2]     Παρόμοιες ιστοριογραφικές αφηγήσεις έλαβαν χώρα  στη Γερμανία με το  «Monumenta Germaniae Historica, the edition of manuscript sources concerning Charlemagne’s empire», στη Βρετανία « The Chronicles and Memorials of Great Britain and Ireland during the Middle Ages» αλλά και σε πλείστες άλλες χώρες.

[3]     Δημαράς, Κ.Θ., Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η εποχή του, η ζωή του, το έργο του (Αθήνα 1986), σελ. 349 και 335 κ.εξ.

[4]     Γράφει ο Παπαρρηγόπουλος σε ιδιωτική επιστολή σχετικά με το ζήτημα: «Αν ήτο δυνατόν να φαντασθούν εν Αθήναις οποία επιχειρήματα μετεχειρίσθην δια να μεταπείσω τον γεωγράφον....ίσως ήθελαν με γνωρίσει χάριν τινά. Αλλά ποιος περιμένει χάριν από τους εν Αθήναις; το πιθανότερο είναι ότι και θα με υβρίσουν...».

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος