Εκεί όπου το πρόβλημα δεν είναι πια ο προπονητής - Πώς ο πάγκος της Τσέλσι έγινε ο δυσκολότερος στον πλανήτη
Γιάννης ΣκόκαςΓράφει ο Γιάννης Σκόκας
Η απόλυση του Λίαμ Ροσένιορ από την Τσέλσι μάλλον δεν εξέπληξε κανέναν. Προφανώς και έγινε σοκαριστικά σύντομα, όμως επί της ουσίας ήταν ένα ακόμα επεισόδιο σε μια ιστορία που επαναλαμβάνεται με τέτοια συχνότητα, ώστε πλέον το ερώτημα δεν είναι ποιος προπονητής μπορεί να αντέξει στο Στάμφορντ Μπριτζ, αλλά αν το ίδιο το κλαμπ μπορεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο μπορεί πραγματικά να δουλέψει ένας προπονητής.
Ξοδεύει χρήμα για να διορθώνει λάθη
Ο 41χρονος τεχνικός αποχώρησε έπειτα από μόλις 107 ημέρες, έχοντας υπογράψει συμβόλαιο έξι ετών όταν μετακινήθηκε από τη Στρασμπούρ, επίσης ιδιοκτησίας BlueCo. Το φινάλε ήρθε μετά από πέντε σερί ήττες στην Premier League χωρίς γκολ, τη χειρότερη επίδοση της Τσέλσι από το 1912. Προφανώς και αυτό το αρνητικό ρεκόρ είναι λόγος απόλυσης, όχι όμως για κάποιον που ανέλαβε μεσούσης της σεζόν μια ήδη προβληματική ομάδα, δίχως να έχει επιλέξει το ρόστερ, δίχως να έχει κάνει καλοκαιρινή προετοιμασία και δίχως καλά καλά να προλάβει να περάσει κάτι από την ποδοσφαιρική του φιλοσοφία.
Είναι σαφές ότι το θέμα δεν αρχίζει ούτε τελειώνει στον Ροσένιορ. Από την αποχώρηση του Τόμας Τούχελ μέχρι τον Γκρέιαμ Πότερ, τον Μαουρίσιο Ποτσετίνο, τον Έντσο Μαρέσκα και τώρα τον Ροσένιορ, η Τσέλσι δείχνει να αλλάζει πρόσωπα χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά καλούνται να πετύχουν. Ο Ροσένιορ ήταν ο πέμπτος μόνιμος προπονητής της εποχής BlueCo, δηλαδής της εταιρείας του Αμερικανού ιδιοκτήτη Τοντ Μπόλι, σε μια τετραετία που το κλαμπ μοιάζει να ξοδεύει περισσότερο χρήμα αλλά και ενέργεια στο να διορθώνει τις δικές του αποφάσεις παρά στο να χτίζει πάνω σε αυτές.
Υπέγραψε για 6 χρόνια, απολύθηκε σε 3,5 μήνες
Το τραγελαφικό της υπόθεσης Ροσένιορ είναι πως η Τσέλσι δεν απέλυσε απλώς έναν προπονητή που έχανε. Αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ομάδα στον κόσμο. Απέλυσε όμως έναν προπονητή τον οποίο είχε παρουσιάσει λίγους μήνες νωρίτερα ως επιλογή μακράς πνοής. Αυτό είναι, αν μη τι άλλο, ενδεικτικό της νοοτροπίας και της αντίληψης που υπάρχει στο κλαμπ. Ο Ροσένιορ υπέγραψε συμβόλαιο ως το 2032! Ούτε ως το ‘28, ούτε ως το ‘30, αλλά ως το ‘32! Όταν μια ομάδα προσφέρει ένα τέτοιο συμβόλαιο, σημαίνει ότι τουλάχιστον πιστεύει στο πρότζεκτ, το οποίο δείχνει ότι θέλει εμφατικά να στηρίξει. Και τι πράττει λίγο μετά; Το τερματίζει με συνοπτικές διαδικασίες γελοιοποιώντας ουσιαστικά τον ίδιο της τον εαυτό.
Ποιος πραγματικά μπορεί να πάρει στα σοβαρά μια διοίκηση που λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο; Ποιος μπορεί να πιστεύει ότι με τέτοια έλλειψη στρατηγικής και κυρίως ποδοσφαιρικής λογικής μπορεί ποτέ αυτός ο σύλλογος να επιστρέψει στη διεκδίκηση του πρωταθλήματος; Είναι λοιπόν πασιφανές ότι ένα συμβόλαιο μέχρι το 2032 δεν σημαίνει πίστη σε κανένα πρότζεκτ, αν το ίδιο το κλαμπ είναι έτοιμο να το ακυρώσει προτού καν ολοκληρωθεί η πρώτη σεζόν. Ο Guardian σημείωσε δηκτικά ότι ο Ροσένιορ πρόλαβε να υπηρετήσει μόλις το 3,6% του συμβολαίου του.
Δίχως σταθερό ποδοσφαιρικό πλάνο
Στο αγωνιστικό κομμάτι, η εικόνα ήταν πράγματι άσχημη. Η Τσέλσι κατέρρευσε βαθμολογικά, έμεινε χωρίς γκολ για πέντε συνεχόμενα παιχνίδια πρωταθλήματος και η ήττα με 3-0 από την Μπράιτον λειτούργησε ως τελική αφορμή. Ο ίδιος ο Ροσένιορ, μετά το ματς, χαρακτήρισε την εμφάνιση «μη αποδεκτή και «αντιεπαγγελματική». Δήλωσε παράλληλα όμως, ότι ένιωθε πως είχε την απόλυτη στήριξη της διοίκησης. Ούτε που κατάλαβε από πού του ήρθε…
Η εικόνα στο γήπεδο δεν εξηγεί μόνη της το χάος. Ο Independent έγραψε ότι ο Ροσένιορ έμοιαζε να έχει χάσει τα αποδυτήρια, ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ένας τόσο νέος προπονητής, με περιορισμένη εμπειρία σε αυτό το υψηλό και ιδιαίτερα απαιτητικό επίπεδο, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε ένα ρόστερ γεμάτο ακριβοπληρωμένους παίκτες, πίεση, εσωτερικές εντάσεις και κυρίως έλλειψη υπομονής και ποδοσφαιρικού σχεδίου.
Κι εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Τσέλσι δεν δείχνει να επιλέγει προπονητές με βάση ένα σταθερό ποδοσφαιρικό πλάνο, αλλά με βάση την ανάγκη της στιγμής. Ο Τούχελ, αν και είχε αφήσει καλό αποτύπωμα, έφυγε επειδή δεν ταίριαζε στη νέα διοικητική λογική. Ο Πότερ ήρθε ως «πρότζεκτ» και κάηκε γρήγορα. Ο Ποτσετίνο βελτίωσε την ομάδα στο τέλος της σεζόν, αλλά δεν έμεινε. Ο Μαρέσκα επίσης δεν έγινε σημείο σταθερότητας, αν και θα έπρεπε να υποστηριχτεί ως πρότζεκτ γιατί κάτι έδειχνε να δημιουργεί. Ο Ροσένιορ ήρθε από το εσωτερικό οικοσύστημα της BlueCo ως next best thing της προπονητικής, έχοντας εντυπωσιάσει προηγουμένως με τη Στρασμπούρ, αλλά εν τέλει αποδείχθηκε ακόμα μία βραχυπρόθεσμη λύση μεταμφιεσμένη σε μακροπρόθεσμη επιλογή.
Η αποζημίωση ως κόστος λειτουργίας
Το πιο ανησυχητικό για την Τσέλσι είναι ότι οι αλλαγές στον πάγκο δεν μοιάζουν να παράγουν καθαρή κατεύθυνση. Κάθε νέος προπονητής κληρονομεί ένα ρόστερ που δεν είναι ακριβώς δικό του, μια πολιτική μεταγραφών που έχει δώσει τεράστιο βάρος σε νεαρούς παίκτες και μεγάλα συμβόλαια, και μια διοικητική δομή στην οποία το αγωνιστικό σχέδιο μοιάζει συχνά δεύτερο πίσω από τη λογική της επένδυσης, της αξίας μεταπώλησης και του ελέγχου κόστους.
Ο Ροσένιορ ήρθε να προστεθεί στη λίστα των προπονητών οι οποίοι έχουν χρυσοπληρωθεί για να αποχωρήσουν. Ξεκάθαρη απάντηση δεν έχει δοθεί για το ποσό που θα λάβει ως αποζημίωση καθώς οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 5 και 10 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, με δεδομένο ότι… λεφτά υπάρχουν στο κλαμπ, το πρόβλημα δεν είναι πόσα πληρώνει η Τσέλσι για να απολύει. Το πρόβλημα είναι ότι έχει κανονικοποιήσει την αποζημίωση των προπονητών ως κόστος λειτουργίας. Ο Πότερ κόστισε ακριβά για να αποκτηθεί από την Μπράιτον και ακριβά για να φύγει. Ο Τούχελ αποχώρησε με μεγάλη αποζημίωση. Ο Ποτσετίνο έφυγε μετά από μία σεζόν. Ο Μαρέσκα και ο Ροσένιορ συνέχισαν την ίδια ακολουθία. Στην περίπτωση της Τσέλσι είναι σαφές ότι ένα κλαμπ μπορεί να έχει χρήματα, δεν μπορεί όμως να χτίσει ποδοσφαιρική ταυτότητα όταν ο προπονητής αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αναλώσιμο εξάρτημα. Ως «γαλατάκι με ημερομηνία λήξης» όπως κάποτε είχε πει και στα μέρη μας ο άλλοτε μεγαλομέτοχος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός Γιάννης Βαρδινογιάννης, όταν τον πίεζαν για να απολύσει τον Αλμπέρτο Μαλεζάνι.
Σούπερ μάρκετ παικτών και προπονητών
Στην περίπτωση της Τσέλσι, η αντίδραση ανθρώπων του ποδοσφαίρου δείχνει ότι η συζήτηση έχει ξεφύγει από το στενό πλαίσιο των αποτελεσμάτων. Ο Ντάνιελ Φάρκε δήλωσε ότι «νιώθει» τον Ροσένιορ, τον οποίο χαρακτήρισε «καλό άνθρωπο» και «υποσχόμενο προπονητή», υπενθυμίζοντας ότι βρέθηκε πολύ νωρίς σε μια δουλειά τεράστιας πίεσης.
Ο Τζον Τέρι, ένας άνθρωπος ταυτισμένος με την Τσέλσι, τόνισε ότι είναι ιδιαίτερα «ανήσυχος» για το μέλλον του συλλόγου και για τη θέση στην οποία βρίσκεται. Αυτή η τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι επειδή προσφέρει τακτική ανάλυση, αλλά επειδή αποτυπώνει το συναίσθημα πολλών ανθρώπων για το γεγονός ότι στην ουσία η Τσέλσι, έχει πάψει να έχει ποδοσφαιρική ταυτότητα και απλώς αποτελεί ένα… σούπερ μάρκετ, στο οποίο οι παίκτες και οι προπονητές πάνε και έρχονται.
Ο πάγκος της Τσέλσι τείνει να γίνει ένας από τους δυσκολότερους στον πλανήτη όχι επειδή λείπουν τα μέσα. Το αντίθετο. Υπάρχουν χρήματα, εγκαταστάσεις, ταλέντο, παγκόσμια αναγνωρισιμότητα. Αυτό που λείπει είναι η αίσθηση ότι όλα αυτά υπηρετούν ένα καθαρό ποδοσφαιρικό πλάνο. Όταν το ρόστερ αλλάζει συνεχώς, όταν οι προπονητές δεν προλαβαίνουν να βάλουν αρχές, όταν οι παίκτες γνωρίζουν ότι ο επόμενος τεχνικός μπορεί να βρίσκεται ήδη υπό αναζήτηση, τότε η εξουσία του πάγκου φθείρεται προτού καν δοκιμαστεί.
Η αποτυχία εκ προοιμίου δεδομένη
Η Τσέλσι χρειάζεται προπονητή, αλλά πριν από αυτό χρειάζεται να αποφασίσει τι είδους ομάδα θέλει να είναι. Θέλει έναν τεχνικό-διαχειριστή μεγάλων προσωπικοτήτων; Θέλει έναν προπονητή ανάπτυξης νεαρών παικτών; Θέλει κάποιον που θα υπηρετήσει ένα club model ή κάποιον γύρω από τον οποίο θα χτιστεί το ποδόσφαιρο της ομάδας; Μέχρι να απαντηθούν αυτά, κάθε νέα πρόσληψη θα μοιάζει με νέα αρχή, αλλά θα κινδυνεύει να καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο τέλος.
Ο Ροσένιορ δεν ήταν άμοιρος ευθυνών. Τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά, η ομάδα κατέρρευσε, η διαχείριση των αποδυτηρίων αμφισβητήθηκε. Όμως η ιστορία της Τσέλσι τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο από το πρόσωπο στον πάγκο. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα κλαμπ που ζητεί από κάθε προπονητή να δώσει άμεσα λύσεις σε προβλήματα και νοοτροπίες που χρονίζουν, ενώ παράλληλα απαιτούνται αποτελέσματα, νίκες και τίτλοι σε ένα, ούτως ή άλλως, εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον όπως είναι αυτό της Premier League.
Και όσο η Τσέλσι αλλάζει προπονητές πιο γρήγορα απ’ όσο χτίζει ποδοσφαιρική λογική, ο πάγκος της δεν θα είναι απλώς δύσκολος και… ηλεκτρικός αλλά θα είναι μία θέση στην οποία η αποτυχία θα μοιάζει εκ προοιμίου δεδομένη.
- Τα μυστικά του ελληνικού σεισμικού τόξου και τα άγνωστα ρήγματα: Ο καθηγητής Γιώργος Καβύρης αποκαλύπτει
- Πάνω από 470 παιδιά ανάπηρα κάθε μήνα στη Γάζα: Οι «θαμμένες» βόμβες που θα στοιχειώνουν για χρόνια
- Κεφαλονιά: Νέα καταγγελία εις βάρος του 66χρονου λογιστή που μιλούσε με τη Μυρτώ
- Μια δουλειά είχες: Στις ΗΠΑ ετοιμάζονταν να υποδεχθούν τον βασιλιά Κάρολο με σημαίες Αυστραλίας