Θέατρο|02.01.2019 16:00

Ένα µακρύ «ταξίδι» αποµάκρυνσης

Newsroom

Ήταν η πρώτη φορά που είδα τη 14χρονη κόρη µου να κλαίει σε θεατρική παράσταση. Συνήθως, τα παράγωγα της κινηµατογραφικής βιοµηχανίας του θεάµατος µε τα δακρύβρεχτα µελό-πολιτιστικά προϊόντα της προκαλούσαν εύκολα τη συγκίνηση.

Αυτήν τη φορά όµως τα πράγµατα ήταν διαφορετικά… «Αυτό το ταξίδι καλύτερα να τους έλειπε» µου είπε κάπως θυµωµένη στο κλείσιµο της αυλαίας. Είχε αντιληφθεί πλήρως ότι δεν επρόκειτο για µία από τις οικείες µετακινήσεις αναψυχής των εφήβων φίλων της.

Ήταν το ταξίδι του αποχωρισµού από την πατρίδα, τον οικείο χώρο ζωής, από τα βιώµατα της παιδικής ηλικίας, τις αναµνήσεις, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα παιχνίδια και κυρίως από τους αγαπηµένους γονείς. Ένα µακρύ ταξίδι αποµάκρυνσης οριστικής από την πρώτη έννοια της ταυτότητας.

Τα δραµατικά πρόσωπα στην εικαστική παράσταση «Το ταξίδι» της Εφηβικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου είναι αληθινοί ήρωες, πρόσφυγες 14-19 ετών, καταγόµενοι από πέντε διαφορετικές χώρες: τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Ιράν και το Πακιστάν. Μαζί µε τους Έλληνες επαγγελµατίες ηθοποιούς επιχειρούν στο χωµάτινο σκηνικό έδαφος να αποκαλύψουν τη µόνη θεατρική αλήθεια: ότι η αισθητική είναι η ουσία της ανθρώπινης ηθικής.

Σε κάθε περίπτωση, το θεατρικό ταξίδι των σύγχρονων προσφύγων αποκαλύπτει την οµορφιά της αναζήτησης, της περιπέτειας και της προσαρµογής στο καινούργιο, στο απρόοπτο και στο αναπάντεχο.

Το θεατρικό βίωµα είναι βίωµα συνόλου, χωρίς πρώτους και δεύτερους ρόλους. Ολα τα στοιχεία (µουσική, κίνηση, χορός, δραµατοποίηση) συνθέτουν την απόδοση ενός σκηνικού νοήµατος που υπερβαίνει τα όρια της εντοπιότητας και αποκαλύπτει έναν ηθικό προβληµατισµό πάνω στον ανθρώπινο πόνο. Η φαντασία του θεατή διεγείρεται µε άξονα την ανατροπή της κλασικής φόρµας.

Η Σοφία Βγενοπούλου σκηνοθετεί την αυθεντική µαρτυρία και διερευνά την αληθινή σχέση των εφήβων µε το βίωµα του αποχωρισµού, του φόβου, της απελπισίας, της µαταίωσης των ονείρων και εντέλει της ελπίδας που καλλιεργούν στην πραγµατικότητα της καινούριας πατρίδας.

Η κοινή γλώσσα των δραµατικών προσώπων είναι η γλώσσα του σώµατος, των χειρονοµιών, του γέλιου, της κραυγής που προκαλούν οι εφιάλτες τη νύχτα. Η εύστοχη γλώσσα των κειµένων της Αρτέµιδος Μάνου και του Βαγγέλη Κυριακού είναι µονίµως µετωνυµική, αφού οι ήρωες µιλούν για να µην πουν τίποτε, µιλούν σαν να χορεύουν, κάνοντας µονίµως λεκτικές πιρουέτες στο κενό.

Το δραµατουργικό εύρηµα αυτού του πρώτου ταξιδιού αφήνει στον θεατή ένα γλυκόπικρο αίσθηµα οικειότητας, όπως αυτό που νιώθουµε όσοι επιστρέφουµε έπειτα από χρόνια στην παιδική ηλικία.

[Από την Ρέα Γρηγορίου - Διδάκτωρ Ιστορίας και Δραματολογίας ΑΠΘ]

Εθνικό Θέατρο