Μαρία Πρωτόπαππα στο ethnos.gr: «Ως γυναίκα, συχνά καλούμαι να εξηγώ τις επιλογές μου»
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ Μαρία Πρωτόπαππα ανήκει σ' εκείνες τις παρουσίες του θεάτρου που σε κερδίζουν αμέσως. Ηθοποιός με μακρά διαδρομή, τα τελευταία χρόνια έχει περάσει και στη σκηνοθεσία, όχι ως φυσική εξέλιξη φιλοδοξίας, αλλά ως ανάγκη να δει τα πράγματα ολόκληρα, από μια θέση ευθύνης και δημιουργίας. Το θέατρο δεν υπήρξε εξαρχής δεδομένος προορισμός. Ηθελε να γίνει γιατρός. Ευτυχώς, όπως η ίδια λέει, κατάλαβε εγκαίρως ότι ο φυσικός της χώρος δεν ήταν αλλού παρά στη σκηνή. Σπούδασε στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, μια επιλογή σαφή, σχεδόν μονόδρομο, που αποδείχθηκε καθοριστική.
Γεννημένη και μεγαλωμένη στον Κορυδαλλό, με καλοκαίρια στο χωριό έξω από την Κόρινθο, κουβαλά αναμνήσεις οικογενειακής εγγύτητας και πνευματικών ερεθισμάτων. Με μια μητέρα παρούσα, ανήσυχη, με αγάπη για το διάβασμα, και έναν πατέρα λογιστή που αγαπούσε τη μουσική και τη ζωγραφική, η Μαρία Πρωτόπαππα μεγάλωσε σ' ένα περιβάλλον όχι κατ’ ανάγκην καλλιτεχνικό, αλλά ανοιχτό στην περιέργεια και τη σκέψη. Από πολύ νωρίς ήρθε σ' επαφή με ιδέες χειραφέτησης. Η σκέψη της Σιμόν ντε Μποβουάρ εγκαταστάθηκε γρήγορα στο μυαλό της. Υπήρχαν ερεθίσματα, υπήρχε γόνιμο έδαφος για να ριζώσουν.
Αριστούχος μαθήτρια, με αγάπη για τη βιολογία, τη χημεία και κυρίως τα μαθηματικά, έμαθε να σκέφτεται με ακρίβεια και δομή. Η ίδια συνδέει από μικρή τα μαθηματικά με τη γλώσσα, τα αρχαία με την ίδια τρυφερότητα που κοίταζε τους αριθμούς. Αυτή η διττή σχέση επιστήμης και τέχνης παραμένει μέχρι σήμερα ορατή στη δουλειά της. Αυστηρότητα και ένστικτο, οργάνωση και ρίσκο. Για εκείνη, το ένστικτο δεν είναι κάτι ασαφές ή ρομαντικό. Είναι γνώση, ψυχολογία, εμπειρία. Μια βαθιά αίσθηση οικειότητας, όπως ο έρωτας.
Στο Θέατρο Τέχνης έμεινε και μετά τη σχολή. Από ανάγκη, από φόβο, αλλά και επειδή εκεί την ήξεραν και την αγαπούσαν. Με τα χρόνια κατάλαβε πόσο προστατευτική υπήρξε αυτή η διαδρομή, πόσο καθοριστικό ήταν το βλέμμα ανθρώπων όπως ο Μίμης Κουγιουμτζής και ο Γιώργος Λαζάνης. Έφυγε όταν ένιωσε έτοιμη να πλουτίσει τη φαρέτρα της, αφήνοντας πίσω ανοιχτές πόρτες. Άλλωστε, συχνά φεύγει όταν νιώθει πως τα πράγματα δεν έχουν πια ροή. Δεν βλέπει το θέατρο μόνο ως επάγγελμα, αλλά ως ζωντανή διαδικασία που απαιτεί διαρκή ανανέωση.
Σήμερα, η Μαρία Πρωτόπαππα επιστρέφει στο ιστορικό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης για να σκηνοθετήσει και να ενσαρκώσει τη θρυλική «Γέρμα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τριάντα τρία χρόνια μετά το ανέβασμα του έργου από τον Μίμη Κουγιουμτζή —στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται η παράσταση— η τραγική ηρωίδα ζωντανεύει ξανά με μια νέα, σύγχρονη ματιά. Μαζί της επί σκηνής, ένας σπουδαίος θίασος, σε μια παράσταση που συνομιλεί βαθιά με την αγωνία της επιθυμίας, την καταπίεση των κοινωνικών συμβάσεων και το τίμημα της ανεκπλήρωτης ζωής. Η «Γέρμα», όπως και η ίδια η διαδρομή της Πρωτόπαππα, δεν μιλά για εύκολες απαντήσεις, αλλά για την ανάγκη να παραμένεις παρούσα, αληθινή και ανοιχτή στο ρίσκο της ύπαρξης.
Tι είναι αυτό που διαφοροποιεί τη δική σας ανάγνωση της «Γέρμα» από όσα έχουμε δει μέχρι σήμερα;
Στο θέατρο Τέχνης στο Υπόγειο θελήσαμε ν' αφιερώσουμε ένα νέο ανέβασμα στον Μίμη Κουγιουμτζη που την ανέβασε πριν από τόσα χρόνια με πρωταγωνίστρια την Ρένη Πιττακή, σε μια πολυακουσμένη παράσταση, με πολυπληθή θίασο, και με συνεργασίες όπως του Διονύση Φωτόπουλου, της Τζένης Μαστοράκη, του Νίκου Κυπουργού. Εμείς, με λιγότερα πρόσωπα, πιο ταπεινά, αποφασίσαμε να προτείνουμε ένα ξανακοίταγμα της μετάφρασης και της δραματουργίας του έργου, αποκαλύπτοντας κάποιους γρίφους, αλλά δυσκολεύοντας σε σημεία τον θεατή, διεγείροντας - ας ελπίσουμε, την περιέργεια για την πολύπλοκη, κρυφή πλευρά του ξακουστού αυτού καλλιτέχνη, που κατά την γνώμη μου η αξία του δεν έγκειται στην πλοκή ή στον λυρισμό της γλώσσας του.
Πώς συνεργαστήκατε με τον Γιάννο Περλέγκα στη δραματουργική επεξεργασία του έργου; Τι έφερε ο καθένας σας στη διαδικασία;
Είχα την χαρά να ξανασμίξω μετά από χρόνια με τον φίλο και παλαιό συνεργάτη μου Γιάννο Περλέγκα, τον οποίο θαυμάζω ως καλλιτέχνη και δημιουργό, η συμβολή του ήταν πολύτιμη για το ύφος της παράστασης μέσω της δραματουργίας αλλά και της μουσικής επιμέλειας. Για να μην σας κουράσω με λεπτομέρειες και αναλύσεις θα πω ενδεικτικά, μια από τις ανακαλύψεις του Γιάννου ήταν η ομοιότητα των προσευχών του κειμένου της Γέρμα με τα ποιήματα του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού, τον οποίο λάτρευε ο Λόρκα.
Ποιο είναι το πρώτο στοιχείο της Γέρμα που σας έκανε να νιώσετε κοντά της;
Η απελπισμένη ανάγκη της να βρεθεί νόημα στη ζωή.
Υπάρχει κάτι που θαυμάζετε, αλλά και κάτι που σας θυμώνει σε αυτήν;
Θαυμάζω τη δύναμή της να παραμένει «πιστή». Την ακεραιότητά της και την αμετακίνητη προσήλωσή της στην αλήθεια. Παρότι επιθυμεί κάποιον άλλον, δεν υποκύπτει, από σεβασμό προς τον εαυτό της και προς την κληρονομιά που φέρει. («Δεν καταλαβαίνουν πως η αρχή της ρίζας της δικιάς μου είναι η Αλήθεια»).
Από την άλλη, τυφλώνεται από την ανάγκη της. Αναζητά απεγνωσμένα νόημα στη ζωή της, μια ταυτότητα, έναν τρόπο ν' ανταποκριθεί στις κοινωνικές επιταγές που ορίζουν πως γυναίκα γίνεσαι μόνο αν προσφέρεις στο σύνολο μέσω της τεκνοποίησης. Επιταγές που βαραίνουν εξίσου και τον άντρα της. Μέσα σε αυτή την αναζήτηση, απομακρύνεται από τους ανθρώπους.
Σήμερα, για μία γυναίκα υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «επιλέγω» και στο «υποχρεώνομαι να επιλέξω»;
Είμαι βέβαιη πως τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες συχνά υποχρεωνόμαστε να επιλέγουμε. Δεν είμαστε απολύτως ελεύθεροι και ίσως να μη θα μπορούσαμε ποτέ να είμαστε. Ως κοινωνικά όντα, διαμορφωνόμαστε αναπόφευκτα από τους «καιρούς», τον πολιτισμό και την ιστορική στιγμή μέσα στην οποία ζούμε.
Έχετε νιώσει στη ζωή σας ότι πρέπει να «εξηγείτε» τις δικές σας επιλογές;
Φυσικά. Συχνά χρειάζεται να εξηγώ τις επιλογές μου, ακόμη κι όταν δεν το επιθυμώ, ακόμη κι όταν αυτό με πνίγει. Ωστόσο, σε όσα πεδία μπορώ και επιλέγω, προσπαθώ να το αποφεύγω. Προτιμώ να παραμένω πιστή στον εαυτό μου και να διαφυλάσσω την ακεραιότητά μου.
Πιστεύετε ότι και οι άντρες επηρεάζονται από κοινωνικά στερεότυπα και εγκλωβίζονται μέσα σε αυτά;
Πώς θα μπορούσε να ισχύει το αντίθετο; Ζουν οι άντρες εκτός κοινωνίας; Τα στερεότυπα είναι «στέρεα» μέχρι ν' αποσταθεροποιηθούν και ν' αντικατασταθούν. Λειτουργούν προσφέροντας σαφείς ρόλους και, με αυτόν τον τρόπο, οργανώνουν την κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως τη δεσμεύουν, καθυστερώντας ή και εμποδίζοντας την αλλαγή.
Τι σας μαθαίνει ο ρόλος του σκηνοθέτη που δεν σας μαθαίνει ο ρόλος του ηθοποιού;
Ν' αναλαμβάνω όλα τα λάθη, απ’ όπου κι αν προέρχονται, γιατί στην πραγματικότητα είναι δική μου ευθύνη.
Ποια είναι για εσάς η πιο δύσκολη στιγμή στη δουλειά ενός σκηνοθέτη;
Η στιγμή που μένει μόνος, αφού έχει ολοκληρώσει την προετοιμασία. Όταν δεν παρεμβαίνει πια, παρά μόνο παρατηρεί. Κουρασμένος, άδειος, σχεδόν ξένος.
Ποιες είναι οι πιο ζωντανές σας μνήμες από το Υπόγειο όταν ήσασταν ακόμη μαθήτρια;
Θα πω την πρώτη, την ημέρα των εισαγωγικών εξετάσεων. Τον τρόμο, το θάρρος, την εμψύχωση (βλέπε Γεωργία Σιδέρη), την ελπίδα.
Ποιο είναι το πιο όμορφο πράγμα που σας έχει πει κάποιος για τη δουλειά σας;
Ότι βοήθησα κάποιον να ελευθερωθεί συναισθηματικά, να μαλακώσει. Ότι με εμπιστεύτηκε.
Υπάρχει ηλικιακός ρατσισμός στον χώρο του θεάτρου ή της τηλεόρασης; Τον έχετε αντιμετωπίσει;
Παλαιότερα, είχε τύχει να το σκεφτώ, βλέποντάς το να συμβαίνει. Αναρωτιόμουν γιατί κάποιοι εν ενεργεία, υπέροχοι ηθοποιοί εξαφανίζονταν ξαφνικά και όλους τους ρόλους τους, τους παίζαμε εμείς, οι άγουροι. Εμένα μου έλειπαν οι πιο έμπειροι, οι ώριμοι. Μαθαίναμε από αυτούς. Οι παραστάσεις χωρίς την παρουσία τους μού φαίνονταν γυμνές, αβαθείς, σχεδόν παιδικές. Τώρα δεν ξέρω αν ισχύει το ίδιο. Πιστεύω πως η μίξη των ηλικιών πλουτίζει το αποτέλεσμα.
Όταν κοιτάτε τον εαυτό σας στον καθρέφτη, τι βλέπετε πρώτα;
Το χρώμα και τα μάτια μου. Μ' ενοχλεί που δεν βλέπω πια τόσο καθαρά όσο παλιά και ταυτόχρονα χαίρομαι γι’ αυτό. Υπάρχει μια ανακούφιση σε αυτή τη μικρή απώλεια ακρίβειας, σαν να με προστατεύει. Η φύση είναι σοφή. Ξέρει πότε χρειάζεται να μαλακώσει την όρασή μας.
Πιστεύετε ότι η αποδοχή του εαυτού έρχεται με τα χρόνια ή είναι θέμα χαρακτήρα;
Δεν ξέρω αν υπάρχει μία απάντηση. Υποθέτω πως ο καθένας μας κάνει ό,τι μπορεί, με τα υλικά που έχει. Ίσως, μερικά χρόνια μετά, να μη νοείται καν ένας απομονωμένος «εαυτός». Το «εμείς» αρχίζει σιγά - σιγά ν' αντικαθιστά το «εγώ», ώσπου το δεύτερο να κάνει χώρο, ν' αποσυρθεί, να φύγει χωρίς θόρυβο.
Τι φοβάστε περισσότερο σήμερα;
Προσπαθώ να κρατώ το μυαλό μου μακριά από μεγάλους φόβους, για να μπορώ να παραμένω ψύχραιμη και παρούσα. Μη βγει αληθινός ο Όργουελ φοβάμαι.
Αλλάζουν τα όνειρα όταν μεγαλώνουμε;
Νομίζω πως ναι. Τα όνειρα μετατρέπονται σε στόχους. Ισως λιγότερο μακροπρόθεσμους, πιο συγκεκριμένους, πιο γειωμένους. Όχι απαραίτητα μικρότερους, αλλά σίγουρα πιο συνειδητούς.