Θέατρο|02.08.2026 15:00

Αιμίλιος Σταματάκης στο ethnos.gr: «Το δύσκολο δεν ήταν να μοιάσω στον Ξυλούρη, αλλά να αποδώσω αυτό που συμβόλιζε»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Ελάχιστοι καλλιτέχνες έχουν καταφέρει να αφήσουν το αποτύπωμά τους τόσο βαθιά όσο ο Νίκος Ξυλούρης. Η φωνή του συνδέθηκε με μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ενώ η πορεία και η στάση ζωής του εξακολουθούν να εμπνέουν μέχρι σήμερα. Ίσως γι' αυτό η μεταφορά της ζωής του, στο θέατρο, αποτελεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εγχείρημα, καθώς δεν αφηγείται μόνο την ιστορία ενός σπουδαίου ερμηνευτή, αλλά ενός ανθρώπου που εξελίχθηκε σε σύμβολο.

Με αφορμή τη μουσικοθεατρική παράσταση «Νίκος Ξυλούρης, ο Αρχάγγελος της Κρήτης», η οποία, μετά τη θερμή ανταπόκριση του κοινού στην Αθήνα, όπου την παρακολούθησαν σχεδόν 40.000 θεατές, πραγματοποιεί περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και από τον χειμώνα επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο ΗΒΗ, ο Αιμιλιανός Σταματάκης μιλά στο ethnos.gr για την πρόκληση να υποδυθεί τον «Αρχάγγελο της Κρήτης», τις ιστορίες που ανακάλυψε μέσα από την έρευνα για τη ζωή του, αλλά και για όσα κρατά ο ίδιος από αυτή τη συνάντηση. Παράλληλα, καταθέτει τη δική του άποψη για το θέατρο σήμερα, τα social media, τη μάχη ανάμεσα στην τέχνη και τον βιοπορισμό, αλλά και το προσωπικό του όνειρο για μια πιο ήρεμη ζωή.

Ο Νίκος Ξυλούρης δεν είναι λογοτεχνικός ήρωας, αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Αυτό κάνει τον ρόλο πιο απαιτητικό;

Η αλήθεια είναι ότι ένα υπαρκτό πρόσωπο, τουλάχιστον για μένα, δημιουργεί πάντα πρόσθετες δυσκολίες στην ερμηνεία του. Ένας φανταστικός χαρακτήρας σού δίνει τη δυνατότητα να τον πλάσεις, να τον φέρεις πιο κοντά στον εαυτό σου και να προσθέσεις στοιχεία της δικής σου φαντασίας, χωρίς αυτό να ενοχλεί ή να προκαλεί κάποιον. Είναι σαν να διαβάζεις ένα λογοτεχνικό βιβλίο, όπου ο καθένας μπορεί να φανταστεί τον ήρωα με τον δικό του τρόπο.

Όταν, όμως, πρόκειται για ένα υπαρκτό πρόσωπο, του οποίου τη ζωή γνωρίζουμε, με ανθρώπους που ζουν ακόμη, τον θυμούνται και τον έζησαν από κοντά, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δημιουργούνται όρια που οφείλεις να σεβαστείς. Δεν θα ήταν ούτε ηθικά σωστό ούτε πρέπον να ξεφύγεις από αυτό το πλαίσιο. Έτσι, αναγκάζεσαι να είσαι όσο πιο πιστός και πειστικός γίνεται απέναντι στην πραγματικότητα. Ίσως περιορίζεται λίγο το στοιχείο της φαντασίας, αλλά είναι πολύ όμορφη η προσπάθεια να μπεις στα παπούτσια ενός ανθρώπου που υπήρξε πραγματικά και άφησε το δικό του αποτύπωμα.

Υπάρχει βάρος όταν ένας ηθοποιός υποδύεται έναν άνθρωπο που αγαπήθηκε τόσο πολύ από το κοινό;

Φυσικά και υπάρχει βάρος. Όπως έχω ξαναπεί, το ζητούμενο είναι ο φόβος και η ανασφάλεια να μην είναι μεγαλύτερα από τη λαχτάρα, την προσμονή και την αγάπη για αυτό που κάνουμε. Ο ενθουσιασμός πρέπει να υπερνικά κάθε φόβο όταν καλείσαι να ενσαρκώσεις μια τόσο σημαντική προσωπικότητα. Στο τέλος της ημέρας, δεν προσπαθούμε να μιμηθούμε έναν άνθρωπο. Προσπαθούμε να αιχμαλωτίσουμε το ψυχικό και το πνευματικό του αποτύπωμα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Περιμένατε ότι θα ερχόταν η στιγμή να υποδυθείτε μια τόσο εμβληματική μορφή όπως ο Νίκος Ξυλούρης;

Ποτέ. Δεν είχε περάσει καν από τη φαντασία μου. Όπως συμβαίνει, όμως, με τα περισσότερα πράγματα στη δουλειά μας, μέχρι να έρθει κάποιος να σου κάνει μια τέτοια πρόταση, δεν το έχεις καν σκεφτεί. Νομίζω ότι έτσι λειτουργούν οι περισσότερες παραστάσεις. Σπάνια ξεκινάς έχοντας στο μυαλό σου έναν συγκεκριμένο ρόλο που θέλεις οπωσδήποτε να παίξεις. Αυτό συμβαίνει περισσότερο όταν δουλεύεις μέσα σε μια ομάδα και προτείνεις εσύ μια ιδέα.

Πάντως, αυτό το αναπάντεχο είναι και το πιο όμορφο. Θα ήταν ίσως βαρετό να προσπαθείς συνεχώς να ερμηνεύεις μόνο όσα έχεις ήδη φανταστεί εσύ ο ίδιος. Η ουσία βρίσκεται στη συνδημιουργία και στο πώς η πρόταση ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να οδηγήσει σε κάτι που δεν είχες ποτέ φανταστεί.

Τι εικόνα είχατε για εκείνον πριν ξεκινήσουν οι πρόβες και πόσο άλλαξε μέσα από την έρευνα που έκανες;

Στην αρχή δεν γνώριζα πολλά πράγματα. Τον είχα στο μυαλό μου όπως, πιστεύω, οι περισσότεροι άνθρωποι. Ως τον Ξυλούρη, μια αθάνατη φωνή και μια εμβληματική μορφή. Δεν ήξερα, όμως, τις ιστορίες της ζωής του, ούτε τι πραγματικά συμβόλιζε και τι είχε προσφέρει. Καθώς κάναμε την έρευνα, ανακαλύψαμε πολλές ιστορίες που μας συγκίνησαν. Από τον τρόπο που συμπεριφερόταν στους φίλους και στους ανθρώπους του μέχρι τις απλές κουβέντες που έλεγε για τη ζωή.

Μου έχει μείνει ιδιαίτερα μια φράση του: «Ο άνθρωπος χρειάζεται λίγα πράγματα για να 'ναι ευτυχισμένος, λίγους καλούς φίλους και λίγα χρήματα, ώστε να μπορεί να τους κερνάει». Νομίζω ότι αυτή η σκέψη αποτυπώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία του. Δεν αναζητούσε τα πολλά. Πίστευε στην απλότητα, στην παρέα και στη γενναιοδωρία. Έτσι ήταν και στην καθημερινότητά του. Ήταν ανοιχτόκαρδος, δοτικός και γενναιόδωρος. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι δύσκολα θα βρεις άνθρωπο να πει έναν κακό λόγο για εκείνον. 

Βέβαια, υπάρχουν και οι ιστορίες που δείχνουν το θάρρος του, όπως η παρουσία που είχε στο Πολυτεχνείο, όπου στάθηκε δίπλα στους φοιτητές τραγουδώντας μαζί τους. Όλη η ζωή του είναι γεμάτη τέτοιες στιγμές. Τελικά, αυτό που μου έμεινε περισσότερο δεν ήταν μία συγκεκριμένη ιστορία, αλλά η συνολική στάση ζωής του. Ήταν ένας άνθρωπος πραγματικά ευγενής, γεμάτος καλοσύνη και αθωότητα, χωρίς κακία. Με αξιοπρέπεια, τιμή και παλικαριά. Αυτές είναι οι λέξεις που, νομίζω, τον περιγράφουν καλύτερα.

Στα μουσικά σας ακούσματα υπήρχαν τα τραγούδια του Νίκου Ξυλούρη;

Φυσικά. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Νομίζω ότι στην Ελλάδα δύσκολα θα βρεις άνθρωπο, ακόμα και από τις νεότερες γενιές, που να μη γνωρίζει τη φωνή, τη χροιά και τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο τραγουδούσε ο Νίκος Ξυλούρης. Έχει αφήσει ένα αποτύπωμα στη λαϊκή και στην έντεχνη μουσική που δεν αμφισβητείται.

Μεγάλωσα κι εγώ ακούγοντας τα τραγούδια του. Μπορεί να έπαιρνα την κιθάρα μου, να τραγουδούσα στις παραλίες με φίλους ή να έπαιζα σε μουσικά μαγαζιά, αλλά ο Ξυλούρης ήταν πάντα εκεί, δίπλα σε κάθε άλλο τραγούδι. Είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που χωρούν παντού.

Ο Νίκος Ξυλούρης είχε μια πολύ χαρακτηριστική φωνή, ένα ιδιαίτερο βλέμμα, ξεχωριστή κίνηση και, όπως είπατε κι εσείς, μια ανοιχτή ψυχή. Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στο να τον προσεγγίσεις ως ηθοποιός;

Νομίζω ότι η μεγαλύτερη δυσκολία δεν είχε να κάνει τόσο με την εξωτερική του εικόνα, με την κίνηση, το βλέμμα ή τη φωνή του. Αυτά είναι στοιχεία που, με πολλή δουλειά, μπορείς να τα πλησιάσεις. Η πραγματική δυσκολία ήταν ότι ο Νίκος Ξυλούρης ξεπέρασε τα όρια ενός ανθρώπου και έγινε σύμβολο. Για έναν ολόκληρο λαό που ζούσε δύσκολες εποχές, η φωνή του, η στάση του και ο τρόπος που στεκόταν απέναντι στη ζωή εξέφραζαν την ελευθερία. Μέσα από εκείνον, ο κόσμος έβλεπε αυτό που ήθελε και ο ίδιος να γίνει.

Το δύσκολο, λοιπόν, δεν ήταν να μιμηθείς τα χαρακτηριστικά του, αλλά να αποδώσεις αυτό που συμβόλιζε. Να μεταφέρεις την ιδέα που αντιπροσώπευε, χωρίς ο ίδιος να προσπαθεί ποτέ να γίνει σύμβολο. Ήταν ο εαυτός του. Δεν υπήρχε καμία πρόθεση ή δεύτερη σκέψη πίσω από τη στάση του. Αυτό είναι και το πιο απαιτητικό για έναν ηθοποιό. Συνήθως προσπαθούμε να αναλύσουμε έναν χαρακτήρα, να καταλάβουμε τα κίνητρά του, γιατί κάνει ό,τι κάνει. Στην περίπτωση του, όμως, δεν ένιωθα ότι υπήρχαν υπολογισμένα κίνητρα. Ήταν ελεύθερος, ντόμπρος και ευθύς. Έτσι ήταν η φύση του.

Η μεγαλύτερη πρόκληση, λοιπόν, ήταν να αποκωδικοποιήσεις έναν άνθρωπο που δεν προσπαθούσε να δείξει κάτι. Ήταν αυτό που ήταν, με απόλυτη φυσικότητα. Και αυτό, τελικά, είναι πολύ πιο δύσκολο να αποδοθεί πάνω στη σκηνή.

Αν ο ίδιος ο Νίκος Ξυλούρης έβλεπε σήμερα την παράσταση, τι θα θέλατε να σας πει στο τέλος;

(Γέλια) Νομίζω πως δεν θα ήθελα να μου πει κάτι. Αν ερχόταν, μου άγγιζε τον ώμο και μου έκανε ένα νεύμα κατανόησης και αποδοχής, θα μου αρκούσε. Δεν χρειάζονται πάντα τα λόγια. Αυτό, για μένα, θα ήταν αρκετό.

Η Κρήτη συχνά συνδέεται με έννοιες όπως η λεβεντιά, η τιμή και η περηφάνια. Πιστεύετε ότι κάποιες φορές αυτές οι αξίες παρερμηνεύονται και χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν συμπεριφορές που δεν έχουν θέση στο σήμερα;

Φυσικά. Νομίζω ότι πολλές από τις παραδόσεις και τις αξίες μας έχουν παρερμηνευτεί. Και αυτό δεν αφορά μόνο την Κρήτη. Γενικότερα, η σύγχρονη κοινωνία συχνά βασίζεται σε παρεξηγημένες έννοιες και σε λανθασμένες αναγνώσεις της ιστορίας. Έχω την αίσθηση ότι όσο περνά ο χρόνος, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από το πραγματικό νόημα των ηθών, των εθίμων και των αξιών μας.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Στα γλέντια όπου τραγουδούσε ο Ξυλούρης, ήταν σχεδόν ντροπή για έναν καλλιτέχνη να μεθύσει ή να χάσει τον έλεγχο του εαυτού του. Υπήρχε σεβασμός απέναντι στη δουλειά του και απέναντι στους ανθρώπους που διασκέδαζαν. Σήμερα, όμως, πολλές φορές θεωρείται μαγκιά να αντέχεις το αλκοόλ, να πίνεις περισσότερο από τους άλλους. Έχει αλλοιωθεί η έννοια της παλικαριάς. Συχνά παρουσιάζεται ως δύναμη το να πίνεις, να καπνίζεις, να κάνεις ναρκωτικά ή να ξενυχτάς, λες και αυτό αποδεικνύει τον ανδρισμό. Και βέβαια αυτό σχετίζεται και με πατριαρχικές αντιλήψεις, αν και αντίστοιχες συμπεριφορές μπορεί να συναντήσει κανείς και στις γυναίκες.

Στην πραγματικότητα, όμως, η αληθινή λεβεντιά βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο. Είναι να μπορείς να βάζεις όρια στον εαυτό σου, να αντιστέκεσαι στις εύκολες καταχρήσεις και στις δήθεν μαγκιές. Εκεί κρύβεται η πραγματική δύναμη. Νομίζω πως έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου πολλές αξίες έχουν χάσει το αρχικό τους νόημα. Έχουμε απομακρυνθεί από τις ρίζες μας και έχουμε ξεχάσει πώς οι άνθρωποι παλαιότερα προσπαθούσαν, μέσα σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Σήμερα, πολλές φορές αναζητούμε τη μαγκιά σε λάθος μέρη.

Έχετε δηλώσει ότι σχεδόν κάθε μέρα σκέφτεστε να τα παρατήσετε. Είναι τελικά η αμφιβολία το τίμημα όσων αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν;

Είναι μια διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στην τέχνη και τον βιοπορισμό. Νομίζω ότι όπου υπάρχει το ένα, δυσκολεύεται να συνυπάρξει το άλλο. Και όταν τελικά συνυπάρχουν, αυτό συμβαίνει επειδή οι συνθήκες είναι ιδανικές, κάτι που προφανώς δεν αποτελεί τον κανόνα. Η τέχνη, από τη φύση της, δεν μπορεί να έχει ως βασικό κίνητρο το οικονομικό όφελος. Όταν έχεις πραγματική ανάγκη να εκφράσεις κάτι, να το μοιραστείς με τον κόσμο, είτε μέσα από το θέατρο, είτε μέσα από τη ζωγραφική, είτε μέσα από τον χορό ή οποιαδήποτε άλλη μορφή έκφρασης, τότε το χρηματικό αντίτιμο δεν μπορεί να είναι ο στόχος. Αν είναι αυτός ο στόχος, τότε, κατά τη γνώμη μου, παύουμε να μιλάμε για τέχνη.

Όταν, όμως, αποφασίζεις να κάνεις την τέχνη επάγγελμα, μπαίνεις αναπόφευκτα σε μια συνεχή σύγκρουση. Από τη μία θέλεις να δημιουργήσεις και από την άλλη πρέπει να επιβιώσεις. Και αυτή η σύγκρουση δεν είναι σημερινή. Υπάρχει εδώ και αιώνες. Από την εποχή που το θέατρο άρχισε να γίνεται επάγγελμα, από την Commedia dell'Arte και μετά, υπάρχει αυτό το διαρκές ερώτημα: πώς μπορείς να επιβιώσεις χωρίς να προδώσεις την τέχνη σου; Μέχρι σήμερα αυτό εξακολουθεί να είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα. Είναι ο λόγος που πολλές φορές ένας άνθρωπος φτάνει στο σημείο να πει «θα τα παρατήσω». Όχι επειδή έπαψε να αγαπά αυτό που κάνει, αλλά επειδή αναγκάζεται συνεχώς να συμβιβάζεται για να μπορέσει να ζήσει.

Στη σύγχρονη Αθήνα αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο. Οι ηθοποιοί έχουν φτάσει, πολλές φορές, να αντιμετωπίζονται σαν ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Δεν λέω ότι σε άλλες χώρες τα πράγματα είναι ιδανικά, όμως έχω την αίσθηση ότι η απαξίωση του επαγγέλματος εκεί εξελίσσεται με πολύ πιο αργούς ρυθμούς. Εδώ έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που πραγματικά σε κάνει να αναρωτιέσαι αν υπηρετείς την τέχνη ή αν τελικά κάνεις μόνο ό,τι απαιτεί το σύστημα για να μπορέσεις να επιβιώσεις.

Παρ' όλα αυτά, νιώθω έναν κλάδο που δυσκολεύεται να αποκτήσει κοινή φωνή και ενιαία διεκδίκηση για τα δικαιώματά του...

Το έχω πει πολλές φορές και δεν φοβάμαι να έρθω σε σύγκρουση ακόμη και με συναδέλφους μου. Πιστεύω ότι για τα δεδομένα της χώρας μας είμαστε πάρα πολλοί ηθοποιοί και κάθε χρόνο αποφοιτούν ακόμη περισσότεροι. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει μια πραγματική Ακαδημία Τεχνών, με συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για το πώς πρέπει να εκπαιδεύεται ένας επαγγελματίας ηθοποιός.

Αντί γι' αυτό, υπάρχουν αμέτρητες δραματικές σχολές, στις οποίες πολλές φορές διδάσκουν άνθρωποι χωρίς την απαραίτητη κατάρτιση. Έτσι, κάθε χρόνο μπαίνουν στον χώρο χιλιάδες νέοι ηθοποιοί και, όσο αυξάνεται ο αριθμός τους, τόσο περισσότερο υπονομεύεται το ίδιο το επάγγελμα. Οι νέοι άνθρωποι, στην προσπάθειά τους να κάνουν ένα ξεκίνημα ή απλώς να επιβιώσουν, είναι πολλές φορές διατεθειμένοι να δουλέψουν ακόμη και χωρίς αμοιβή, στο όνομα της τέχνης. Αυτό, όμως, τελικά στρέφεται εναντίον ολόκληρου του κλάδου.

Συζητάμε συνεχώς για συλλογικές συμβάσεις και φυσικά είναι απαραίτητες. Όμως, μέσα στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα, κανένας παραγωγός δεν πρόκειται να τις αποδεχθεί όταν μπορεί να βρει κάποιον άλλον να κάνει την ίδια δουλειά με πολύ λιγότερα χρήματα ή ακόμη και δωρεάν. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει άδεια άσκησης επαγγέλματος. Άρα, στο τέλος της ημέρας, επιλέγεται εκείνος που κοστίζει λιγότερο. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα στην απαξίωση του επαγγέλματος.

Νομίζω ότι μας λείπει ένα κοινό όραμα. Ένας κοινός τρόπος σκέψης για το πώς θα εκπαιδεύονται οι ηθοποιοί και τι επαγγελματικές προϋποθέσεις θα υπάρχουν στο μέλλον. Συχνά ακούμε ότι οι παλιότεροι έμαθαν πάνω στη σκηνή. Πολύ ωραία. Από εδώ και πέρα, όμως, τι κάνουμε; Τι παρακαταθήκη αφήνουμε στις επόμενες γενιές; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.

Στο τέλος της παράστασης «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», η εικόνα του Νίκου Ξυλούρη, της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου προκαλεί συγκίνηση, γιατί θυμίζει προσωπικότητες που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα. Βλέποντας και τη δική σας παράσταση, αναρωτήθηκα αν σήμερα λείπουν από την Ελλάδα τέτοιες μορφές. Πιστεύετε ότι αυτό σχετίζεται με την εποχή των social media, όπου πολλές φορές η εικόνα φαίνεται να υπερισχύει της ουσίας;

Νομίζω ότι ουσιαστικά το απάντησες μόνος σου. Θα σου δώσω ένα προσωπικό παράδειγμα. Εγώ δεν δημοσιεύω σχεδόν ποτέ κάτι στα social media και δεν σχολιάζω κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα. Αν ανεβάσω κάτι, θα είναι μόνο για να ενημερώσω τον κόσμο ότι παίζουμε κάπου και ότι θα χαρούμε να τον δούμε στην παράσταση. Αυτή είναι μια προσωπική μου επιλογή. Πιστεύω ότι όσα έχει να πει ένας καλλιτέχνης πρέπει να τα εκφράζει μέσα από την τέχνη του. Για έναν ηθοποιό, η σκηνή είναι ο φυσικός του χώρος. Αν φτάσει στο σημείο να αισθάνεται ότι πρέπει να εκφράζει τον κοινωνικό ή τον πολιτικό του λόγο κυρίως μέσα από τα social media, τότε, κατά τη γνώμη μου, κάτι έχει ήδη χαθεί από τη δύναμη της δουλειάς του.

Η τέχνη οφείλει να μιλάει από μόνη της. Αν αφιερώνεις περισσότερη ενέργεια στο να εξηγείς τις απόψεις σου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρά να τις ενσωματώνεις στη δουλειά σου, τότε κάπου αλλοιώνεται ο σκοπός της τέχνης. Αυτό είναι, πιστεύω, ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Χάνουμε το βάθος και μένουμε στην επιφάνεια. Οι άνθρωποι όπως ο Ξυλούρης, η Καρέζη ή ο Καζάκος δεν είχαν τέτοιες πλατφόρμες. Είχαν μόνο τη σκηνή. Εκεί κατέθεταν όλο το ταλέντο τους, όλες τις σκέψεις τους και όλη την ψυχή τους. Γι' αυτό και το έργο τους είχε τόσο μεγάλη δύναμη.

Είμαι βέβαιος ότι και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι με αντίστοιχο ταλέντο, μεγάλες φωνές και σπουδαίες προσωπικότητες. Το λέω γιατί έχω γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους. Το πρόβλημα είναι ότι πολύ συχνά δεν φτάνουν ποτέ μέχρι εμάς. Σήμερα κυριαρχεί ένας διαφορετικός μηχανισμός ανάδειξης. Υπάρχουν τα ριάλιτι, υπάρχουν οι αλγόριθμοι, υπάρχουν τα social media. Δεν έχω τίποτα εναντίον τους, όμως είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος από εκείνον που υπήρχε παλαιότερα, όταν ανακάλυπτες έναν καλλιτέχνη ακούγοντάς τον να τραγουδά σε μια πλατεία ή σε ένα μικρό μαγαζί.

Έχουν αλλάξει οι τρόποι μέσα από τους οποίους αναδεικνύεται κάποιος. Και πολλές φορές η εικόνα προηγείται της ουσίας. Δεν αρκεί πλέον να είσαι καλλιτέχνης. Χρειάζεται να ξέρεις και να διαχειρίζεσαι την εικόνα σου. Με έναν τρόπο, δεν είσαι μόνο καλλιτέχνης, γίνεσαι και διαχειριστής της εικόνας σου.

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι παραστάσεις συχνά αξιολογούνται με βάση τα sold out. Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα δίκαιο μέτρο επιτυχίας;

Θα σου πω κάτι που λέω γενικά και δεν αφορά μόνο τα sold out. Προσωπικά δεν δημοσιεύω ποτέ ότι μια παράσταση στην οποία συμμετέχω είναι sold out. Μου φαίνεται λίγο αστείο. Και, δυστυχώς, όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια παράσταση διαφημίζεται ως sold out πριν ακόμη ανοίξει η προπώληση. Θεωρώ ότι αυτός είναι ένας πολύ κακός τρόπος προώθησης.

Από την άλλη, όταν μια παράσταση είναι πραγματικά sold out για μεγάλο χρονικό διάστημα και ο κόσμος δυσκολεύεται να βρει εισιτήριο, τότε, φυσικά, αυτό αποτελεί ένα πραγματικό δείγμα επιτυχίας. Δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις. Είναι η ίδια η ανταπόκριση του κοινού που το αποδεικνύει. Άλλο αυτό, όμως, και άλλο να διαφημίζεις συνεχώς ότι έκανες ένα sold out. Νομίζω ότι χρειάζεται μέτρο. Το να προβάλλεται διαρκώς ένα και μόνο sold out ως απόδειξη επιτυχίας μου φαίνεται υπερβολικό.

Για μένα, η πραγματική επιτυχία είναι όταν, ως θεατής, προσπαθώ να κλείσω εισιτήριο για μια παράσταση και δεν βρίσκω, χωρίς να χρειάζεται να μου το υπενθυμίζει κανείς μέσα από τα social media. Όταν συμβαίνει αυτό με παραστάσεις του Κουτλή, της Ράντου, της Μεντή ή του Μπινιάρη, δεν χρειάζεται καμία διαφήμιση. Η επιτυχία είναι ήδη εκεί και μιλάει από μόνη της.  Καμιά φορά νιώθω ότι υποτιμούμε και λίγο τη νοημοσύνη του κόσμου. Προσωπικά θα ένιωθα αμηχανία να ανεβάζω συνεχώς δημοσιεύσεις που να λένε ότι η παράσταση για τον Ξυλούρη είναι sold out.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και πιο τολμηρές προσεγγίσεις στο αρχαίο δράμα. Πιστεύετε ότι η Επίδαυρος χωράει κάθε καλλιτεχνικό πειραματισμό ή υπάρχουν κάποια όρια που πρέπει να διατηρηθούν;

Δεν θα προσποιηθώ ότι είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να δώσει απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Μπορώ, όμως, να σου πω τη δική μου προσωπική άποψη, σαν να καθόμαστε σε μια καφετέρια και να συζητάμε. Πιστεύω ότι η Επίδαυρος είναι ένας χώρος που οφείλουμε να σεβόμαστε. Όχι μόνο για την ιστορία της. Αυτό μπορεί να σημαίνει περισσότερα για κάποιους και λιγότερα για άλλους. Για μένα, η αξία της βρίσκεται κυρίως στο ότι εμείς οι ίδιοι της δίνουμε νόημα. Εμείς συγκεντρωνόμαστε εκεί για να μοιραστούμε μια θεατρική εμπειρία, εμείς την καθιστούμε έναν ξεχωριστό τόπο συνάντησης και πολιτισμού. Και μέσα από αυτό καλλιεργούμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Γι' αυτό θεωρώ ότι έχουμε ευθύνη να τη σεβόμαστε.

Από την άλλη, οι πειραματισμοί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της τέχνης. Πρέπει να υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι πώς μπορείς να ισορροπήσεις ανάμεσα στον σεβασμό και στην εξέλιξη. Νομίζω ότι αυτός είναι και ο ρόλος ενός φεστιβάλ. Να φέρνει νέες ιδέες, να δοκιμάζει διαφορετικές προσεγγίσεις και να ανοίγει νέους δρόμους. Αυτό, όμως, μπορεί να συμβαίνει και στους υπόλοιπους χώρους του φεστιβάλ, οι οποίοι μπορούν να παραμείνουν χώροι πειραματισμού.

Η Επίδαυρος, από την άλλη, θα ήθελα να διατηρεί μια πιο προσεκτική στάση απέναντι στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε το αρχαίο δράμα. Γιατί μιλάμε για ένα έργο που αποτελεί παρακαταθήκη του πολιτισμού μας, είτε πρόκειται για τραγωδία είτε για κωμωδία. Και πιστεύω ότι αυτή η παρακαταθήκη αξίζει έναν ιδιαίτερο σεβασμό.

Στα πρώτα χρόνια της πορείας σας, η προσωπική σας ζωή απασχόλησε περισσότερο τα μέσα απ’ όσο ίσως θα θέλατε. Νιώθετε ότι χρειάστηκε να αποδείξετε πως είστε κάτι περισσότερο από εκείνα τα δημοσιεύματα;

Εμένα ποτέ δεν με αφορούσαν όλα αυτά τα δημοσιεύματα, ώστε να μπω στη διαδικασία να αποδείξω κάτι. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Εδώ και πολλά χρόνια έχω αφήσει πίσω μου αυτή τη σκέψη. Δεν σπαταλώ χρόνο αναρωτώμενος αν πρέπει να αποδείξω κάτι σε κάποιον. Η στάση μου είναι ξεκάθαρη. Με ενδιαφέρει η δουλειά μου και μόνο αυτή. Δεν θέλω να ξοδεύω ενέργεια σε πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη μου. Επομένως, όχι, δεν αισθάνομαι ότι έχω να αποδείξω κάτι.

Σας απασχολεί, όμως, το γεγονός ότι κάποιοι μπορεί ακόμη και σήμερα να σας βλέπουν μέσα από εκείνη την εικόνα;

Αυτό είναι, και πάλι, ένα καθαρά μιντιακό ζήτημα. Αν κάποιοι επιλέγουν να με βλέπουν μέσα από αυτό το πρίσμα, είναι δική τους επιλογή και δεν μπορώ ούτε θέλω να τους την αλλάξω. Εγώ επιθυμώ να απευθύνομαι σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται για το καλλιτεχνικό μου έργο. Εκεί βρίσκεται η προσοχή μου και εκεί θέλω να κρίνεται η παρουσία μου.

Ποια είναι η μεγαλύτερη μάχη που δίνετε σήμερα με τον εαυτό σας;

Είναι κάτι που συζητήσαμε και πριν. Η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην τέχνη και τον βιοπορισμό. Αναρωτιέμαι συνεχώς μέχρι ποιο σημείο χρειάζεται να κάνω πίσω για να μπορέσω να επιβιώσω και πόσες φορές, εξαιτίας οικονομικών αναγκών, αισθάνομαι ότι απομακρύνομαι από τον τρόπο με τον οποίο πραγματικά θα ήθελα να κάνω τη δουλειά μου.

Είχατε ζήσει και εργαστεί στην Αγγλία. Σήμερα, θα σας ενδιέφερε μια καριέρα στο εξωτερικό;

Έχω πάρει την απόφαση ότι αυτό που με αφορά είναι να επικοινωνώ και να εκφράζω αυτά που θέλω στους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζομαι την ίδια γλώσσα. Έχω πάρει αυτή την απόφαση γιατί έχει να κάνει με την κουλτούρα, με τον πολιτισμό, με όλα αυτά τα οποία έχουμε συζητήσει μέχρι τώρα. Η λέξη καριέρα από μόνη της είναι μια πολύ μεγάλη λέξη. Φυσικά, μια επαγγελματική πρόταση από το εξωτερικό θα με ενδιέφερε και θα με χαροποιούσε, αρκεί να είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Για μένα, η Ελλάδα ήταν και παραμένει ο στόχος μου.

Τα τελευταία χρόνια σας έχουμε δει κυρίως στο θέατρο και λιγότερο στην τηλεόραση. Είναι μια συνειδητή επιλογή;

Όχι ιδιαίτερα. Όπως έχω ξαναπεί, αυτό έχει να κάνει κυρίως με τις απαιτήσεις του θεάτρου. Όταν δουλεύεις πολύ στο θέατρο, ο χρόνος είναι ελάχιστος. Και όταν προκύπτει παράλληλα μια τηλεοπτική δουλειά, είναι πολύ δύσκολο να συνδυάσεις γυρίσματα και παραστάσεις. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι φεύγεις από το γύρισμα για να πας κατευθείαν στο θέατρο, κοιμάσαι λίγες ώρες και το επόμενο πρωί επιστρέφεις ξανά στο γύρισμα.

Είναι ένας πολύ απαιτητικός ρυθμός και ουσιαστικά δεν μένει καθόλου προσωπικός χρόνος. Όταν χρειάζεται, το κάνουμε και σφίγγουμε τα δόντια. Είναι όμορφο δημιουργικά, αλλά και αρκετά κουραστικό. Γι' αυτό δεν μου έχει συμβεί πολλές φορές μέχρι σήμερα. Τώρα, πάντως, ετοιμάζω μια νέα τηλεοπτική δουλειά. Ίσως, όσο περνούν τα χρόνια, να με βλέπετε συχνότερα και στην τηλεόραση. Ποιος ξέρει;

Τι μπορείτε να μας αποκαλύψετε για τη νέα τηλεοπτική δουλειά που ετοιμάζετε;

Η σειρά λέγεται «Δυο μαύρα πουκάμισα», βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου και θα προβληθεί στο MEGA τη νέα τηλεοπτική σεζόν. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συμμετέχουν ο Βασίλης Μπισμπίκης, ο Αντώνης Μυριαγκός και η Μαριάννα Κιμούλη. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από δύο άνδρες που τους ενώνει μια βαθιά, σχεδόν αδελφική φιλία, μέχρι που η εμφάνιση μιας γυναίκας θα ανατρέψει τις ισορροπίες. Δεν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα προς το παρόν. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι υποδύομαι έναν καλλιτέχνη που τραγουδά.

Ποιο είναι το δικό σας όνειρο;

Το όνειρό μου είναι πολύ απλό. Να ζω σε ένα σπίτι στην εξοχή, πλήρως αυτόνομο, που να μπορεί να παράγει τη δική του τροφή, το δικό του ρεύμα και το δικό του νερό. Να ζω ήρεμα, σε ισορροπία με τη φύση και με τους ανθρώπους που αγαπώ, χωρίς να έχω διαρκώς το άγχος της επιβίωσης. Για μένα, αυτό θα ήταν η πραγματική ευτυχία.

Νίκος ΞυλούρηςΚρήτηπαράστασηΕπίδαυρος