Είδαμε το «The Dreamers» στο Σύγχρονο Θέατρο, μια παράσταση για τη δυσκολία να ζεις όσα πιστεύεις
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΟ Μάθιου πηγαίνει στο Παρίσι για να βελτιώσει τα γαλλικά του και βρίσκεται να ζει μέσα σε μια σχέση της οποίας τους κανόνες ορίζουν δύο άλλοι. Η Ιζαμπέλ και ο Τεό είναι δίδυμα αδέλφια, μοιράζονται μια σχεδόν απόλυτη οικειότητα και του ανοίγουν το σπίτι τους. Τους συνδέει η αγάπη για τον κινηματογράφο. Οι ταινίες τούς προσφέρουν θέματα για συζήτηση, πρότυπα συμπεριφοράς και αφορμές για παιχνίδια που σταδιακά γίνονται όλο και πιο απαιτητικά. Βρισκόμαστε στο 1968. Στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας η αμφισβήτηση παίρνει συλλογική μορφή. Μέσα στο σπίτι, οι τρεις νέοι επιχειρούν τη δική τους απελευθέρωση, δοκιμάζοντας επιθυμίες και απαγορεύσεις.
Η απόσταση ανάμεσα σε όσα πιστεύουν και σε όσα επιλέγουν να κάνουν δίνει στο «The Dreamers» το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του. Θέλουν μια ελεύθερη ζωή και, την ίδια στιγμή, δημιουργούν δεσμούς που δυσκολεύονται να διαχειριστούν. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος φέρνει στη σκηνή, σε παγκόσμια πρεμιέρα, τη θεατρική διασκευή του Τομ Κίνινμοντ, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Γκίλμπερτ Αντέρ. Η Έρι Κύργια υπογράφει τη μετάφραση, ενώ τους τρεις ρόλους ερμηνεύουν η Ινώ Αθανασιάδου, ο Βασίλης Μπούτσικος και ο Νικόλας Χαλκιαδάκης.
Η διαδρομή του έργου ξεκινά το 1988, όταν ο Αντέρ δημοσιεύει το «The Holy Innocents», το πρώτο, εν μέρει αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του. Ο ίδιος είχε εξηγήσει σε κείμενό του, το οποίο περιλαμβάνεται στις σημειώσεις προγράμματος του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, ότι παρέμενε δυσαρεστημένος με εκείνη την εκδοχή και για χρόνια απέρριπτε τις προτάσεις κινηματογραφικής μεταφοράς. Η προσέγγιση του παραγωγού Τζέρεμι Τόμας, για λογαριασμό του Μπερτολούτσι, άλλαξε τη στάση του. Ανέλαβε το σενάριο και επέστρεψε στο υλικό του, αναθεωρώντας το. Ο νέος τίτλος, «The Dreamers», προέκυψε από τη συνεργασία τους.
Η ταινία του 2003, με την Εύα Γκριν, τον Λουί Γκαρέλ και τον Μάικλ Πιτ, έδωσε στην ιστορία τη γνωστή κινηματογραφική της μορφή. Για πολλούς θεατές, αυτά τα τρία πρόσωπα παραμένουν δεμένα με τους χαρακτήρες. Η θεατρική μεταφορά καλείται επομένως να σταθεί απέναντι σε εικόνες που το κοινό μπορεί ήδη να αγαπά και να θυμάται με μεγάλη ακρίβεια. Εδώ βρίσκεται μια πρώτη δυσκολία και μια ευκαιρία για την παράσταση. Η αναγνωρισιμότητα της ταινίας εξασφαλίζει ενδιαφέρον, δημιουργεί επίσης συγκεκριμένες προσδοκίες. Το θέατρο χρειάζεται να βρει τι αποκτά ιδιαίτερη δύναμη όταν αυτά τα πρόσωπα μοιράζονται τον ίδιο χώρο με τους θεατές. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος έχει επισημάνει ότι η διασκευή διαφοροποιείται τόσο στην εξέλιξη όσο και στην κατάληξή της, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην πολιτική πλευρά της ιστορίας.
Το Παρίσι του έργου έχει μια πολύ συγκεκριμένη σχέση με την ιστορία του κινηματογράφου. Στις αρχές του 1968, η απομάκρυνση του Ανρί Λανγκλουά από τη διεύθυνση της Γαλλικής Ταινιοθήκης προκάλεσε κινητοποιήσεις σκηνοθετών, κριτικών και σινεφίλ. Τα αρχεία της ίδιας της Ταινιοθήκης καταγράφουν την επιτροπή υπεράσπισής του, τις διαδηλώσεις και τη διεθνή συμπαράσταση. Ο Λανγκλουά επέστρεψε στη θέση του, στις 22 Απριλίου. Τον Μάιο, η κινητοποίηση του κινηματογραφικού κόσμου συναντήθηκε με τη γενικότερη εξέγερση, φτάνοντας έως τη διακοπή του Φεστιβάλ των Καννών.
Για τους ήρωες, λοιπόν, η αφοσίωση στο σινεμά συνδέεται με μια αντίληψη για τη ζωή και την ελευθερία. Αναζητούν στις ταινίες τρόπους να υπάρξουν διαφορετικά. Δανείζονται χειρονομίες και ατάκες, σκηνοθετούν τον εαυτό τους, δοκιμάζουν πώς είναι να γίνεσαι κάποιος άλλος. Η τέχνη τούς βοηθά να ξεπεράσουν την αμηχανία τους και τους επιτρέπει να κρύβονται πίσω από ρόλους όταν η άμεση επικοινωνία γίνεται δύσκολη. Η αντίφαση αποκτά μεγαλύτερο βάρος επειδή τα δύο αδέλφια διαθέτουν την ασφάλεια ενός εύπορου οικογενειακού περιβάλλοντος. Μπορούν να αποσυρθούν, να μετατρέψουν τον χρόνο τους σε παιχνίδι και να παρακολουθούν την αναταραχή από απόσταση. Από αυτή τη σκοπιά, το σπίτι εκφράζει και ένα προνόμιο. Η ιδιωτική τους επανάσταση προστατεύεται από συνθήκες τις οποίες αρκετοί από τους ανθρώπους στον δρόμο αγωνίζονται να αλλάξουν.
Ένα κρεβάτι για τρεις
Η σκηνογραφική επιλογή του Κωνσταντίνου Ρήγου συγκεντρώνει αυτή τη σχέση σε ένα μεγάλο κρεβάτι, γύρω και πάνω στο οποίο οργανώνεται η δράση. Όπως έχει εξηγήσει ο ίδιος, αφαιρεί τη λεπτομερή αναπαράσταση του παρισινού διαμερίσματος για να εστιάσει στους τρεις ανθρώπους. Είναι μια εύστοχη αφετηρία. Το κρεβάτι παραπέμπει στην επιθυμία και στην οικειότητα, ταυτόχρονα θέτει ένα πολύ πρακτικό ζήτημα. Πόσος χώρος αναλογεί στον καθένα και ποιος αποφασίζει τους όρους της συνύπαρξης; Η σχέση των διδύμων προηγείται της άφιξης του Μάθιου και διαθέτει μια δική της, κλειστή γλώσσα. Ο Αμερικανός μπαίνει σε έναν κόσμο που τον γοητεύει, προσπαθώντας να βρει τη θέση του. Η παρουσία του μεταβάλλει τις ισορροπίες. Η ζήλια, η ανάγκη για επιβεβαίωση και ο φόβος του αποκλεισμού αποκαλύπτουν πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η ελευθερία όταν αφορά και την επιθυμία του άλλου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η μεγαλύτερη έμφαση που δίνει η παράσταση στην έλξη ανάμεσα στα δύο αγόρια, μια πλευρά την οποία ο Κωνσταντίνος Ρήγος θεωρεί περιορισμένη στην κινηματογραφική μεταφορά. Η επιλογή διευρύνει το ερωτικό τρίγωνο και μετακινεί την προσοχή από τη διεκδίκηση της Ιζαμπέλ στις επιθυμίες όλων. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να επιθυμεί και την ανάγκη να γίνει επιθυμητό. Έτσι ο ανταγωνισμός αποκτά περισσότερες κατευθύνσεις. Η πρόκληση αυτού του υλικού βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στη σεξουαλική τόλμη και στον σεβασμό της αυτονομίας του άλλου. Οι ήρωες αμφισβητούν κοινωνικές απαγορεύσεις, διατηρούν ωστόσο μέσα στη μικρή τους κοινότητα την ανάγκη να επιβάλλονται. Τα παιχνίδια τους γίνονται ένας τρόπος να ελέγχουν πόσο μακριά θα φτάσει ο άλλος για να παραμείνει κοντά τους. Εκεί η ιστορία αποκτά μια πιο ανήσυχη όψη, πέρα από τη γοητεία της νεότητας και των σωμάτων.
Η Ινώ Αθανασιάδου κάνει με την Ιζαμπέλ την πρώτη της θεατρική εμφάνιση, αναλαμβάνοντας έναν ρόλο που παραμένει συνδεδεμένος με την Εύα Γκριν. Η ηρωίδα της μοιάζει να ανακαλύπτει τον εαυτό της μέσα από τις γυναίκες που θαυμάζει στην οθόνη. Δανείζεται την αυτοπεποίθηση και την ερωτική τους τόλμη, δοκιμάζει συμπεριφορές, φαντάζεται πώς θα μπορούσε να είναι η ζωή της. Κάτω από αυτή την εικόνα διακρίνεται η αβεβαιότητα μιας νέας γυναίκας που προσπαθεί ακόμη να καταλάβει τι επιθυμεί η ίδια και πόσο επηρεάζεται από τις προσδοκίες των άλλων.
Τον Τεό υποδύεται ο Βασίλης Μπούτσικος, φετινός νικητής του Βραβείου «Δημήτρης Χορν» για τις ερμηνείες του στον «Καταραμένο κόσμο» και στο «Βαδίζοντας», ο οποίος συναντά ξανά τον Ρήγο μετά τους «Ιππείς» του Εθνικού Θεάτρου. Στον χαρακτήρα του συνυπάρχουν η σιγουριά των πολιτικών πεποιθήσεων και η ανασφάλεια των προσωπικών σχέσεων. Μιλά για την ανατροπή, ενώ η παρουσία του Μάθιου τον φέρνει αντιμέτωπο με αλλαγές που δυσκολεύεται να αποδεχτεί. Η σχέση του με την αδελφή του παύει να αποτελεί έναν αποκλειστικά δικό τους κόσμο. Εκεί αποκαλύπτεται η πιο ενδιαφέρουσα αντίφασή του, καθώς η ελευθερία που υπερασπίζεται δοκιμάζεται όταν απειλεί τη δική του θέση.
Ο Νικόλας Χαλκιαδάκης, ως Μάθιου, εισέρχεται σε αυτόν τον κλειστό κόσμο γοητευμένος από την οικειότητα των δύο αδελφών και την υπόσχεση μιας ζωής με λιγότερες απαγορεύσεις. Σταδιακά, η επιθυμία να ανήκει τον εμπλέκει σε μια σχέση που απαιτεί διαρκείς παραχωρήσεις. Η θέση του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παραμένει ταυτόχρονα συμμέτοχος και ξένος. Θέλει να πλησιάσει την Ιζαμπέλ και τον Τεό, να μοιραστεί τον τρόπο ζωής τους, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα να διαφωνεί. Μέσα από τον Μάθιου γίνεται πιο καθαρό πόσο εύκολα η έλξη προς τους άλλους μπορεί να μας οδηγήσει πέρα από τα προσωπικά μας όρια. Το ενδιαφέρον αυτού του τριγώνου βρίσκεται στις μεταβολές των σχέσεων. Μια συμμαχία δύο προσώπων μπορεί να αφήσει το τρίτο εκτεθειμένο. Η τρυφερότητα μπορεί να συνυπάρξει με την επιβολή. Η μουσική του Ted Reglkis και τα κοστούμια της Νατάσας Δημητρίου συμπληρώνουν τη σκηνική σύνθεση, με τον Άγγελο Παναγόπουλο στη θέση του βοηθού σκηνοθέτη.
Ο έρωτας και η απόλαυση προσφέρουν στους τρεις νέους ένα καταφύγιο μέσα στην αναταραχή. Η ανάγκη τους να χαρούν τη ζωή και να προστατεύσουν την οικειότητά τους είναι κατανοητή. Το ερώτημα είναι πότε αυτή η ανάγκη γίνεται δικαιολογία για να παραμένουν αμέτοχοι. Η παράσταση αποκτά ενδιαφέρον ακριβώς επειδή μας φέρνει κοντά στην επιθυμία τους για προσωπική ευτυχία, δείχνοντας παράλληλα το κόστος της απομάκρυνσης από όσα συμβαίνουν γύρω τους. Την ίδια στιγμή, η ελευθερία που ονειρεύονται δοκιμάζεται στις μεταξύ τους σχέσεις. Η Ιζαμπέλ, ο Τεό και ο Μάθιου δυσκολεύονται να παραχωρήσουν ο ένας στον άλλο τον χώρο που διεκδικούν για τον εαυτό τους. Μια άρνηση, μια διαφορετική επιθυμία ή ο φόβος της απόρριψης αρκούν για να κλονίσουν τις βεβαιότητές τους. Καθώς ο Μάης του 1968 τους αναγκάζει να πάρουν θέση, η δική τους μικρή κοινότητα αποκαλύπτει πόσο απαιτητικό είναι να ζεις σύμφωνα με όσα πιστεύεις.
INFO Το «The Dreamers» παρουσιάζεται στο Σύγχρονο Θέατρο, Ευμολπιδών 45, έως τις 29 Νοεμβρίου 2026. Παραστάσεις Τετάρτη και Σάββατο στις 21.15, Πέμπτη και Κυριακή στις 21.00.