Τι άφησε πίσω του ο Ρούμπιο στην Αθήνα: Οι ισχυρές διαβεβαιώσεις, οι αμερικανικές ισορροπίες και τα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα
Μάρκος ΜυρσινιάδηςΟ Μάρκο Ρούμπιο έφυγε από την Αθήνα έχοντας προσφέρει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ισχυρές διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια της Ελλάδας, ένα σημαντικό πακέτο αμυντικής συνεργασίας και την επιβεβαίωση ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει τη χώρα μας ως στρατηγικό εταίρο στην Ανατολική Μεσόγειο. Εκείνο που έμεινε ανοιχτό, παρά τις θερμές δηλώσεις, είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διαχειριστούν μια ενδεχόμενη νέα ελληνοτουρκική κρίση. Διότι, στις συνομιλίες της 7ης Οκτωβρίου, η ενίσχυση της Ελλάδας συνέπεσε με μια εξίσου σαφή αμερικανική επιλογή. Τη διατήρηση στενών σχέσεων με την Τουρκία και την αξιοποίηση της προσωπικής επικοινωνίας του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο έκτος γύρος του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ, υπό τους Γιώργο Γεραπετρίτη και Μάρκο Ρούμπιο, ολοκληρώθηκε με συμφωνίες που εκτείνονται από την άμυνα και την ενέργεια μέχρι τις νέες τεχνολογίες. Στο κοινό ανακοινωθέν περιλαμβάνεται η ανακοίνωση αμερικανικών διακρατικών στρατιωτικών πωλήσεων (Foreign Military Sales) ύψους 4 δισ. δολαρίων, στο πλαίσιο του μακροπρόθεσμου ελληνικού εξοπλιστικού σχεδιασμού. Στις συμφωνίες περιλαμβάνονται επίσης η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα συνεργασίας της αμερικανικής Εθνοφρουράς με εταίρο τη Φλόριντα, η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας με οχήματα Stryker και η διεύρυνση της συνεργασίας στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Στην ενεργειακή ατζέντα βρέθηκαν ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου, η μεταφορά αμερικανικού LNG προς την ευρωπαϊκή αγορά και οι έρευνες υδρογονανθράκων. Η Ελλάδα αποκτά έτσι πρόσθετη σημασία σε έναν αμερικανικό σχεδιασμό που συνδέει την ενεργειακή ασφάλεια με τη γεωπολιτική επιρροή.
Η διαβεβαίωση για τα ελληνοτουρκικά και όσα παραμένουν ανοιχτά
Η πολιτικά σημαντικότερη δήλωση του Ρούμπιο αφορούσε στην πιθανότητα σύγκρουσης Ελλάδας και Τουρκίας. Στη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά, στην «Καθημερινή», ο Αμερικανός υπουργός χαρακτήρισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο «αδιανόητο», υπογραμμίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επέτρεπαν μια πολεμική αναμέτρηση μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Η τοποθέτησή του συνιστά σαφές αμερικανικό μήνυμα υπέρ της αποτροπής μιας σύγκρουσης και ενισχύει το διπλωματικό βάρος της Αθήνας. Δεν συνιστά, ωστόσο, αυτοτελή εγγύηση αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης υπέρ της Ελλάδας, ούτε προσδιορίζει ποια στάση θα τηρούσε η Ουάσιγκτον εάν η Τουρκία επιχειρούσε να επιβάλει τετελεσμένα σε περιοχές όπου αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η αποτροπή ενός πολέμου και η αντιμετώπιση των ενεργειών που μπορούν να τον προκαλέσουν δεν αποτελούν ταυτόσημες διπλωματικές επιδιώξεις. Το υπενθυμίζει η κρίση των Ιμίων το 1996, όταν η καθοριστική αμερικανική παρέμβαση απέτρεψε την πολεμική αναμέτρηση, αφήνοντας όμως πίσω της μια εξέλιξη με σοβαρές συνέπειες για τα ελληνικά συμφέροντα. Η αποκλιμάκωση συνοδεύτηκε από την αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων και την απομάκρυνση των σημαιών, χωρίς να αντιμετωπιστεί η τουρκική αμφισβήτηση. Η ελληνική κυριαρχία επί των Ιμίων δεν μεταβλήθηκε νομικά, αλλά η αμερικανική διαμεσολάβηση δεν συνοδεύτηκε από ρητή αναγνώρισή της, ενώ η Άγκυρα αξιοποίησε την κρίση για να ενισχύσει την αμφισβήτησή της και να προωθήσει τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί μέρος των τουρκικών διεκδικήσεων τρεις δεκαετίες αργότερα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης η αμερικανική στάση απέναντι στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, το έργο Great Sea Interconnector. Ο Ρούμπιο επιβεβαίωσε ότι οι ΗΠΑ το υποστηρίζουν και δήλωσε ότι η αμερικανική διπλωματία προτίθεται να αναλάβει παρασκηνιακές προσπάθειες για να αποτρέψει μια κρίση, χωρίς να ανακοινώσει συγκεκριμένο μηχανισμό προστασίας των εργασιών.
Η συγκεκριμένη δέσμευση αποκτά σημασία λόγω των τουρκικών αντιδράσεων στις έρευνες για την πόντιση του καλωδίου. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά στην πρακτική στάση της Ουάσιγκτον εάν η Άγκυρα επιχειρήσει εκ νέου να εμποδίσει τις εργασίες. Η αμερικανική διπλωματική παρέμβαση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, αλλά δεν έχει διευκρινιστεί εάν θα συνοδευτεί από ρητή στήριξη των ελληνικών θέσεων για τις θαλάσσιες αρμοδιότητες.
Τα F-35, οι S-400 και η στρατηγική σχέση με την Τουρκία
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά στους εξοπλισμούς. Σύμφωνα με το Reuters, το νέο αμερικανικό πακέτο συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αναβάθμιση επιπλέον ελληνικών F-16 στην έκδοση Viper και την προμήθεια προηγμένων πυραύλων και οπλικών συστημάτων. Η Ελλάδα έχει ήδη δρομολογήσει την απόκτηση 20 F-35 και την προμήθεια 35 ελικοπτέρων Black Hawk. Σύμφωνα με το ίδιο τηλεγράφημα του Reuters, βρίσκεται σε εξέλιξη η αναβάθμιση περίπου 82 F-16, ενώ προβλέπεται η αναβάθμιση ακόμη 37 F-16 Block 50, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων.
Παράλληλα, η Αθήνα επιδιώκει να εξασφαλίσει προηγμένα όπλα για τα ελληνικά F-35, αντίστοιχα με συστήματα που έχει προμηθευτεί το Ισραήλ. Ο Ρούμπιο αναγνώρισε ότι το αίτημα εξετάζεται σοβαρά, διευκρινίζοντας ότι δεν υπήρχε επίσημη απάντηση και ότι η τελική απόφαση θα λαμβανόταν από τον Τραμπ, στο πλαίσιο της αρμόδιας διυπηρεσιακής διαδικασίας.
Επίσης επιβεβαίωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε να παραλάβει η Τουρκία τα F-35 για τα οποία έχει ήδη καταβάλει χρήματα. Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία εμποδίζει αυτή την εξέλιξη όσο δεν διευθετείται το ζήτημα των ρωσικών S-400. Η επιθυμία του Αμερικανού προέδρου, επομένως, δεν ισοδυναμεί με εγκεκριμένη απόφαση για την πώληση των αεροσκαφών στην Άγκυρα.
Οι δηλώσεις προκάλεσαν αντιδράσεις στην Τουρκία. Τα Haberturk, Haber Global και T24 ανέδειξαν τους περιορισμούς που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η Άγκυρα, ενώ ο αντιπρόεδρος του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, Γιανκί Μπαγτζίογλου, επέκρινε την εξάρτηση των τουρκικών εξοπλιστικών σχεδίων από αμερικανικές υποσχέσεις.
Η Χουριέτ και η ανάγνωση της Άγκυρας
Στην Άγκυρα, η επίσκεψη Ρούμπιο διαβάστηκε εντελώς διαφορετικά. Η φιλοκυβερνητική Χουριέτ προτίμησε να σταθεί όχι τόσο σε όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον, όσο σε εκείνα που, κατά την εκτίμησή της, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει η ελληνική κυβέρνηση. Το συμπέρασμα του τουρκικού δημοσιεύματος ήταν ότι η Ελλάδα δεν πήρε από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών τη στήριξη που περίμενε απέναντι στην Τουρκία.
Η εφημερίδα αντιπαρέβαλε τη θερμή υποδοχή του Ρούμπιο στην Αθήνα και την ομιλία του στην Πνύκα με τις δηλώσεις του για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Εκεί εντόπισε και το πολιτικό ενδιαφέρον της επίσκεψης. Παρά την προσπάθεια της Αθήνας να θέσει την τουρκική προκλητικότητα στο επίκεντρο των συνομιλιών, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας απέφυγε να υιοθετήσει δημοσίως μια γραμμή αντιπαράθεσης με την Άγκυρα. Αντιθέτως, επέμεινε στη σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στις σχέσεις της με την Τουρκία.
«Πούλησε όπλα 3,5 δισ. και έφυγε», έγραψε η τουρκική εφημερίδα που επέλεξε να παρουσιάσει το εξοπλιστικό σκέλος της επίσκεψης περισσότερο ως ιδιαίτερα υψηλό λογαριασμό για την Ελλάδα και λιγότερο ως στρατηγικού χαρακτήρα κέρδος. Στην ίδια λογική υπολόγισε ότι οι πρόσφατες και προγραμματισμένες ελληνικές αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων προσεγγίζουν συνολικά τα 10 δισ. ευρώ, ποσό που αποτελεί εκτίμηση του τουρκικού δημοσιεύματος και όχι ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο ύψος συμβάσεων.
Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ο απολογισμός περιλαμβάνει αναμφισβήτητα σημαντικά στοιχεία. Η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας, η αμερικανική υποστήριξη στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και η κατηγορηματική αποστροφή Ρούμπιο για το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικού πολέμου έχουν πολιτικό και διπλωματικό βάρος. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η Αθήνα αποκόμισε οφέλη από την επίσκεψη. Είναι μέχρι πού φτάνουν αυτά τα οφέλη όταν απέναντί της βρίσκεται η Τουρκία.
Η απάντηση θα αναζητηθεί στην πράξη. Στην επανέναρξη των εργασιών για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον για τα εξοπλιστικά αιτήματα των δύο χωρών και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουν οι Αμερικανοί εάν η Άγκυρα επιχειρήσει να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Διότι η Ουάσιγκτον δεν κρύβει ότι θέλει ισχυρή την Ελλάδα, αλλά δεν δείχνει διατεθειμένη να απομακρυνθεί από την Τουρκία. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να διατηρήσει και τις δύο χώρες στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς να έχει αποσαφηνίσει πώς θα αντιμετωπίσει μια σύγκρουση των συμφερόντων τους. Η Αθήνα εξασφάλισε διαβεβαιώσεις και εξοπλισμούς. Εκείνο που εξακολουθεί να αναζητά είναι πόσο μακριά θα φτάσει η αμερικανική υποστήριξη την ώρα μιας πραγματικής κρίσης.
- Αποκάλυψη Axios: Ο Τραμπ έκλεισε deal με τον Πούτιν «επειδή ο Ζελένσκι τον αγνόησε»
- Συνεχίζεται η μάχη με τις φλόγες στον Ελαιώνα: Μεγάλες καταστροφές - Κατέρρευσαν τμήματα οροφής
- Τι άφησε πίσω του ο Ρούμπιο στην Αθήνα: Οι διαβεβαιώσεις, οι ισορροπίες και τα ερωτήματα
- «Δεν έχουμε ούτε καρέκλες»: Οι μαθητές στη Γαλλία εξηγούν γιατί εξεγέρθηκαν - Μούχλα, ελλείψεις, γεμάτες τάξεις