Κόσμος|11.04.2026 21:10

Αγόρασε μπουφάν από το ίντερνετ και αναγκάστηκε να πληρώσει 242 ευρώ σε δασμούς λόγω Τραμπ

Newsroom

Ο Άλεξ Γκροσομανίδης θεωρούσε πως είχε κάνει μια εξαιρετική αγορά πέρυσι, αποκτώντας ένα πουπουλένιο μπουφάν από τη Γαλλία – μέχρι τη στιγμή που παρέλαβε έναν λογαριασμό άνω των 400 δολαρίων (298 λιρών) για δασμούς και έξοδα επεξεργασίας, ποσό που σχεδόν ισούταν με την αξία του ίδιου του ενδύματος.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του BBC, η επιβάρυνση ήταν κατά πολύ υψηλότερη από την αναμενόμενη, εν μέρει διότι το παρκά, δίχως ο ίδιος να το γνωρίζει, είχε κατασκευαστεί στη Μιανμάρ. Η χώρα εκείνη την περίοδο υπαγόταν σε δασμολογικό συντελεστή 40%, με αποτέλεσμα ο κ. Γκροσομανίδης να χρεωθεί με 248,04 δολάρια σε τέλη.

Έκτοτε, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε άκυρο τον συγκεκριμένο δασμό, όπως και δεκάδες άλλους που είχε εξαγγείλει πέρυσι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Η απόφαση αυτή έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία επιστροφής χρημάτων, η οποία αναμένεται να αποτελέσει το μεγαλύτερο πρόγραμμα αποζημιώσεων στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ωστόσο, ακόμη και πριν την έναρξη των εκταμιεύσεων, πολλοί από τους πληγέντες, ανάμεσά τους και ο Άλεξ, φοβούνται πως θα μείνουν εκτός της διαδικασίας.

Αυτό συμβαίνει διότι η δικαστική απόφαση αφορά αποκλειστικά τους εισαγωγείς που κατέβαλαν τους δασμούς απευθείας. Γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση των παραπόνων όσων επωμίστηκαν το κόστος έμμεσα, μέσω αυξημένων τιμών, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων.

«Θα έπρεπε να επιστρέψουν τα χρήματα στους ανθρώπους»

Ο Γκροσμανίδης, ο οποίος πλήρωσε τον δασμό μέσω της μεταφορικής εταιρείας DHL, δηλώνει πως θα ήθελε να πιστεύει στην επιστροφή των χρημάτων του, όμως δεν έχει λάβει καμία ενημέρωση από την εταιρεία και διατηρεί χαμηλές προσδοκίες.

«Θα έπρεπε να επιστρέψουν τα χρήματα στους ανθρώπους», αναφέρει ο 37χρονος προσωπικός γυμναστής από τη Μασαχουσέτη. «Είναι όλα δικά μου χρήματα και εγώ έφερα το βάρος, κάτι που δεν θεωρώ δίκαιο».

Τον περασμένο Μάρτιο, το Διεθνές Εμπορικό Δικαστήριο των ΗΠΑ διέταξε τις τελωνειακές αρχές να επιστρέψουν ποσά που υπερβαίνουν τα 160 δισ. δολάρια (121 δισ. λίρες) τα οποία είχε εισπράξει η κυβέρνηση, δίνοντας σε περίπου 330.000 εισαγωγείς τη δυνατότητα να διεκδικήσουν μέρος των χρημάτων τους. Οι ανησυχίες για πιθανή έφεση της κυβέρνησης κατά της απόφασης δεν επιβεβαιώθηκαν.

Αρμόδιοι τελωνειακοί υπάλληλοι δήλωσαν πως το σύστημα επιστροφής φόρων αναμένεται να ενεργοποιηθεί εντός του μήνα, ενώ έχουν προγραμματίσει να ενημερώσουν το Διεθνές Εμπορικό Δικαστήριο για την πρόοδο των διαδικασιών στις 14 Απριλίου.

«Δεν έχω καμία ελπίδα» για επιστροφή

Παρ' όλα αυτά, η πλήρης αποκατάσταση της κατάστασης φαντάζει σχεδόν αδύνατη. Οικονομικές μελέτες καταδεικνύουν πως οι εισαγωγείς έχουν ήδη μετακυλήσει το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των δασμών στους καταναλωτές μέσω αυξημένων τιμών – ένα ζήτημα που οι δικαστικές αποφάσεις δεν αγγίζουν.

Η Σου Τζόνσον, κατασκευάστρια φωτιστικών, επισημαίνει πως η μικρή της επιχείρηση στην Καλιφόρνια επλήγη καίρια από τους δασμούς, καθώς ο προμηθευτής της σχεδόν διπλασίασε την τιμή της μίκας, ενός υλικού απαραίτητου για τα Art Deco σχέδιά της. Παρά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ίδια δεν προσδοκά καμία ελάφρυνση.

«Ίσως αποζημιωθούν εκείνοι, αλλά δεν έχω καμία ελπίδα ότι θα μου επιστρέψουν τα χρήματα», δηλώνει.

«Οργανωμένη κλοπή»

Από την πλευρά τους, οι εισαγωγείς υποστηρίζουν πως το ζήτημα είναι σύνθετο. Παρότι πολλοί προχώρησαν σε ανατιμήσεις, αυτές συχνά δεν επαρκούσαν για να καλύψουν το συνολικό κόστος των δασμών. Οι δασμοί προκάλεσαν επίσης παράπλευρες οικονομικές πιέσεις, αναγκάζοντας επιχειρήσεις να δανειστούν για να ανταπεξέλθουν, ενώ υπήρξαν και επιπτώσεις που δύσκολα ποσοτικοποιούνται, όπως η απώλεια πωλήσεων.

«Ακόμα και αν λάβουμε επιστροφές, δεν θα αποκατασταθούμε πλήρως», τόνισε η Kacie Wright της Houghton Horns, μιας μικρής επιχείρησης από το Τέξας, κατά τη διάρκεια φόρουμ της ομάδας We Pay the Tariffs. Όπως εξήγησε, ακόμη και η προετοιμασία για την υποβολή αίτησης επιστροφής ήταν δαπανηρή, απαιτώντας αλληλογραφία μηνών με τις τελωνειακές αρχές.

Σύμφωνα με τον δικηγόρο Jared Slipman, πρόεδρο του φορολογικού τμήματος της Obermayer, οι τελωνειακές αρχές έχουν μεταθέσει στις εταιρείες το βάρος της συλλογής των απαραίτητων πληροφοριών. Ο ίδιος εκτιμά πως ορισμένες μικρότερες επιχειρήσεις ίσως κρίνουν πως το πιθανό «κέρδος δεν αξίζει τον κόπο», ενώ άλλες ενδέχεται να οδηγηθούν εκ νέου στη δικαιοσύνη για πλήρη διεκδίκηση των οφειλομένων.

Όσο για τους καταναλωτές, ο κ. Slipman προσθέτει πως είναι οι μεγάλοι χαμένοι: «Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μια οργανωμένη κλοπή εις βάρος του Αμερικανού καταναλωτή... και αυτό θα ήταν πολύ λυπηρό».

Ο James Tak, ο οποίος επιβαρύνθηκε με 24 δολάρια από την UPS πέρυσι για ένα δώρο με βιντεοπαιχνίδια από την Ιαπωνία, αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα των επιστροφών για εκατομμύρια πολίτες, ωστόσο επιθυμεί την αποζημίωσή του. «Απλά πιστεύω ότι είναι χρήματα που δεν θα έπρεπε να πληρώσω», αναφέρει ο 41χρονος κάτοικος της Ουάσιγκτον.

Ενώ ορισμένες εταιρείες, όπως η FedEx, εξέφρασαν την πρόθεση να αποδώσουν τις επιστροφές στους πελάτες τους, πολλοί άλλοι εισαγωγείς εμφανίζονται συγκρατημένοι. Η κατάσταση έχει πυροδοτήσει ομαδικές αγωγές κατά μεγάλων ομίλων, όπως η Costco, η EssilorLuxottica (Ray-Ban) και η Fabletics της Kate Hudson. Οι εταιρείες κατηγορούνται για «αδικαιολόγητο πλουτισμό», καθώς εισπράττουν επιστροφές από το κράτος ενώ έχουν ήδη πληρωθεί για το κόστος από τους καταναλωτές.

Σύμφωνα με τον Adrian Bacon, νομικό του γραφείου Todd Friedman, η πίεση από τον ιδιωτικό τομέα ίσως είναι ο μόνος τρόπος συμμόρφωσης των εταιρειών σε αυτό το σπάνιο σενάριο κυβερνητικών παλινδρομήσεων.

Από την πλευρά της κυβέρνησης Τραμπ, οι τοποθετήσεις ποικίλλουν. Ο εκπρόσωπος εμπορίου, Τζέιμισον Γκριρ, προέτρεψε τις εταιρείες να δώσουν τις επιστροφές στους εργαζομένους ως μπόνους. Αντιθέτως, ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, εμφανίστηκε απαισιόδοξος για το αν θα επωφεληθούν οι πολίτες, δηλώνοντας: «Έχω την αίσθηση ότι ο αμερικανικός λαός δεν θα το δει».

δασμοίΗΠΑειδήσεις τώραχρήματαΝτόναλντ Τραμπ