Κόσμος|04.05.2026 05:50

Το μεγάλο δίλημμα για την Ευρώπη μετά την απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία

Newsroom

Δεν περνάει σχεδόν εβδομάδα χωρίς να ξεσπάσει κάποια νέα διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και της Ευρώπης. Σε μια χρονιά που σημαδεύτηκε από μια μεγάλη διαμάχη σχετικά με τους δασμούς, από την απειλή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να προσαρτήσει τη Γροιλανδία και από διαφωνίες σχετικά με τη βοήθεια προς την Ουκρανία, όπως μεταδίδει το αμερικανικό δίκτυο CNN, η πιο επείγουσα απειλή που αντιμετωπίζει η Ευρώπη είναι το συνεχιζόμενο διατλαντικό ρήγμα σχετικά με το ΝΑΤΟ.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αποσύρουν 5.000 –και πιθανώς πολλούς περισσότερους– στρατιώτες που σταθμεύουν στη Γερμανία, αφού ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επέκρινε τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ χειρίστηκαν τη σύγκρουση με το Ιράν, λέγοντας ότι η Τεχεράνη είχε ταπεινώσει την Ουάσινγκτον.

Τραμπ: Οι ΗΠΑ επωμίζονται άδικα το βάρος για την ασφάλεια της Δύσης

Παράλληλα, ο Τραμπ επιτέθηκε στην Ισπανία και την Ιταλία επειδή δεν βοήθησαν την αμερικανική εκστρατεία κατά του Ιράν. Όταν ρωτήθηκε αν θα εξετάσει το ενδεχόμενο απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από αυτές τις χώρες, ο Τραμπ απάντησε: «Πιθανώς… κοίτα, γιατί να μην το κάνω; Η Ιταλία δεν μας έχει βοηθήσει καθόλου και η Ισπανία ήταν φρικτή, απολύτως φρικτή». Η Ισπανία αρνήθηκε να δώσει άδεια στον αμερικανικό στρατό να χρησιμοποιήσει τις βάσεις της ή τον εναέριο χώρο της για αποστολές ή επιθέσεις που σχετίζονται με τη σύγκρουση, ενώ η κριτική προς την Ιταλία εκδηλώθηκε παρά το γεγονός ότι η πρωθυπουργός Τζιόρτζια Μελόνι αποτελεί βασική σύμμαχο.

Ο Τραμπ παραπονιέται εδώ και καιρό ότι οι ΗΠΑ επωμίζονται άδικα το βάρος για την ασφάλεια της Δύσης, ενώ κάποτε χαρακτήρισε τη Γερμανία ως «καθυστερημένη» σε αυτό το ζήτημα. Καθώς η προθυμία των ΗΠΑ να στηρίξουν την ευρωπαϊκή ασφάλεια εξασθενεί και η ρωσική απειλή εντείνεται, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία υπόσχονται μια νέα εποχή αμυντικών δαπανών, έχοντας όμως να αντιμετωπίσουν μεγάλες δυσκολίες σε περιορισμένο χρόνο. Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους δήλωσε ότι «αν θέλουμε να παραμείνουμε διατλαντικοί, πρέπει να ενισχύσουμε τον ευρωπαϊκό πυλώνα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ», χαρακτηρίζοντας την αποχώρηση των στρατευμάτων «προβλέψιμη». Από την πλευρά του, ο Μερτς υποστήριξε ότι «δεν υπάρχει καμία σχέση» μεταξύ των τριβών με τον Τραμπ και της μείωσης των αμερικανικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, τον Δεκέμβριο του 2025 υπήρχαν 36.436 εν ενεργεία στρατιωτικοί στη Γερμανία, αριθμός πολύ μικρότερος από τους 250.000 του Ψυχρού Πολέμου. Η εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ, Άλισον Χαρτ, τόνισε ότι η κίνηση αυτή «υπογραμμίζει την ανάγκη της Ευρώπης να επενδύσει περισσότερο στην άμυνα». Ο Έλμπριτζ Κόλμπι, ανώτερος αξιωματούχος του Πενταγώνου, εξήγησε ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί να επικεντρωθεί στην Ασία και ότι απαιτούνται «πολύ μεγαλύτερες προσπάθειες από τους συμμάχους μας να αναλάβουν την πρωταρχική ευθύνη για τη συμβατική άμυνα της Ευρώπης», σημειώνοντας ότι αυτή η στάση αντανακλά εμπιστοσύνη στην ικανότητα της Ευρώπης.

Η Ευρώπη στοχεύει στον διπλασιασμό των αμυντικών δαπανών της έως το 2030

Αντιθέτως, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ εξέφρασε την ανησυχία του δηλώνοντας ότι «η μεγαλύτερη απειλή για τη διατλαντική κοινότητα δεν είναι οι εξωτερικοί εχθροί της, αλλά η συνεχιζόμενη αποσύνθεση της συμμαxίας μας» και κάλεσε σε δράση για την ανατροπή αυτής της τάσης. Η Ευρώπη στοχεύει στον διπλασιασμό των αμυντικών δαπανών της έως το 2030, φτάνοντας τα 750 δισεκατομμύρια δολάρια, όμως η έλλειψη συνεργασίας παραμένει εμπόδιο. Για παράδειγμα, ενώ οι ΗΠΑ κατασκευάζουν ένα κύριο άρμα μάχης, η Ευρώπη κατασκευάζει μια ντουζίνα, καθιστώντας τον εξοπλισμό ακριβότερο. Η αποτυχία του γαλλο-γερμανικού σχεδίου για νέα μαχητικά αεροσκάφη αναδεικνύει τα ασυμβίβαστα εθνικά συμφέροντα, με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Dassault, Eric Trappier, να αναφέρει: «Αν θέλουν να το κάνουν μόνοι τους, ας το κάνουν μόνοι τους».

Η ΕΕ επιδιώκει το ήμισυ των αμυντικών δαπανών να παραμένει εντός της Ένωσης έως το 2030, καθώς ιστορικά το 80% των αγορών γινόταν εκτός ΕΕ, κυρίως από τις ΗΠΑ. Η μετάβαση αυτή είναι δύσκολη, ειδικά εν μέσω της αυξημένης κατανάλωσης όπλων από τις ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν. Το χάσμα στα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας είναι ιδιαίτερα έντονο, με αναλυτές να περιγράφουν έναν «συγκλονιστικό» ρυθμό κατανάλωσης συστημάτων Patriot και THAAD στον Κόλπο. Η αύξηση της συμπαραγωγής θεωρείται λύση, αλλά σύμφωνα με το CSIS, αυτό «απαιτεί ένα βαθμό διατλαντικής εμπιστοσύνης και ιεράρχησης προτεραιοτήτων που ίσως δεν υπάρχει πλέον».

Το δίλημμα της Ευρώπης παραμένει: ο γρήγορος επανεξοπλισμός απαιτεί τη συνεργασία των ΗΠΑ, ενώ η αυτόνομη πορεία απαιτεί υπέρβαση της κατακερματισμένης βιομηχανίας. Παρά την πρόοδο με τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και την ένταξη Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, η ουσιαστική ενοποίηση της ευρωπαϊκής άμυνας παραμένει το «άγιο δισκοπότηρο».

Γερμανίαειδήσεις τώραΟυκρανίαΕυρώπηΙράνΗΠΑΜέση Ανατολή