Κόσμος|16.05.2026 21:50

Ανάλυση Reuters: Ο Τραμπ επέστρεψε από την Κίνα με προσωρινή σταθερότητα και ένα επικίνδυνο αδιέξοδο

Newsroom

Η επίσκεψη του προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο αυτή την εβδομάδα μπορεί να απέδωσε περιορισμένα αποτελέσματα με βάση τα δεδομένα των συνόδων κορυφής ΗΠΑ-Κίνας, ανέδειξε όμως ένα σαφές όφελος για το Πεκίνο, καθώς μετά τις ακρότητες του εμπορικού πολέμου της περασμένης χρονιάς, οι δύο χώρες επέστρεψαν στη γνώριμη οικονομική και στρατηγική αντιπαράθεσή τους.

Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, οι διήμερες συνομιλίες του Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ επιβεβαίωσαν ότι, ακόμη και μετά τους δασμούς της «Ημέρας Απελευθέρωσης» που επέβαλε ο Τραμπ και την εμπορική αποκλιμάκωση που ακολούθησε στα τέλη του περασμένου έτους, Ουάσιγκτον και Πεκίνο παραμένουν εγκλωβισμένες στον ανταγωνισμό που κληρονόμησε ο Αμερικανός πρόεδρος με την έναρξη της δεύτερης θητείας του.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό σημαίνει ότι τα πιο προβληματικά σημεία της σχέσης, από τις πολιτικές εμπορικού προστατευτισμού που αποδίδουν στο Πεκίνο έως τις προσπάθειες της Κίνας να ενισχύσει τη στρατιωτική της επιρροή στον Ινδοειρηνικό, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άλυτα.

Για τον Σι, ωστόσο, η κατάσταση αυτή προσφέρει πολύτιμο πολιτικό χρόνο και μια επιστροφή σε ένα πιο προβλέψιμο πλαίσιο προκλήσεων. Ο ίδιος φάνηκε να περιγράφει τη νέα αυτή πραγματικότητα παρουσιάζοντας ένα νέο πλαίσιο για τις σχέσεις των δύο χωρών, το οποίο χαρακτήρισε «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα».

Ανακωχή στον εμπορικό πόλεμο

«Η Κίνα βγήκε κερδισμένη, δεδομένης της υπαναχώρησης από την επιθετική εμπορική στρατηγική που ακολουθούσε η κυβέρνηση Τραμπ στις αρχές του 2025», εκτιμά ο Σκοτ Κένεντι, ειδικός για την Κίνα στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών στην Ουάσιγκτον.

«Σε σύγκριση με το σημείο όπου βρισκόμασταν πριν από έναν χρόνο, με δασμούς 145% και τις ΗΠΑ να προσπαθούν ουσιαστικά να εξαναγκάσουν την Κίνα και τον υπόλοιπο κόσμο σε θεμελιώδεις αλλαγές, έχουμε πλέον περάσει σε μια αντίστροφη πορεία και επιστρέψαμε στη σταθερότητα», δήλωσε ο Κένεντι.

Ο Τραμπ έφερε στη σύνοδο κορυφής της Πέμπτης και της Παρασκευής ορισμένα από τα ισχυρότερα στελέχη της αμερικανικής επιχειρηματικής κοινότητας, από τον Έλον Μασκ της Tesla έως τον Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia. Ωστόσο, οι περισσότεροι αποχώρησαν χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα, πέρα από ένα πολυτελές επίσημο δείπνο.

Η συνάντηση δεν εξασφάλισε επίσης καμία δημόσια δέσμευση της Κίνας ότι θα βοηθήσει τις ΗΠΑ να τερματίσουν τον πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος έχει αναστατώσει τις διεθνείς αγορές και έχει επηρεάσει αρνητικά τη δημοτικότητα του Τραμπ.

«Η σύνοδος πρόβαλε εικόνα σταθερότητας, αλλά διατήρησε το αδιέξοδο», σχολίασε ο Κρεγκ Σίνγκλετον, ειδικός για την Κίνα στο Foundation for Defense of Democracies.

«Παρήγαγε περιορισμένα, διαχειρίσιμα και επικοινωνιακά αξιοποιήσιμα αποτελέσματα, που είναι περίπου όσα μπορεί να αντέξει σήμερα η σχέση ΗΠΑ–Κίνας».

Απαντώντας σε σχετικό αίτημα σχολιασμού, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ανέφερε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ αξιοποίησε τη θετική προσωπική σχέση του με τον πρόεδρο Σι ώστε να εξασφαλίσει απτά οφέλη για τον αμερικανικό λαό», επικαλούμενος μεταξύ άλλων πωλήσεις αεροσκαφών της Boeing και αγροτικές συμφωνίες για την ενίσχυση των αμερικανικών εξαγωγών.

Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον χαρακτήρισε τις συνομιλίες μεταξύ Σι και Τραμπ «ειλικρινείς, ουσιαστικές, εποικοδομητικές και στρατηγικού χαρακτήρα», προσθέτοντας ότι «διερεύνησαν τον σωστό τρόπο συνύπαρξης δύο μεγάλων δυνάμεων».

Οι δασμοί δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα

Σύμφωνα με αναλυτές, ο Τραμπ φαίνεται ότι υπερεκτίμησε τη δύναμη των δασμών ως μέσου πίεσης για να εξαναγκάσει την Κίνα σε μονομερείς παραχωρήσεις.

Το Πεκίνο αντέδρασε με δικές του αυξήσεις δασμών και απείλησε να περιορίσει τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών απαραίτητων για την αμερικανική βιομηχανία, οδηγώντας τις δύο πλευρές σε μια εύθραυστη ισορροπία αντιπαράθεσης.

Έκτοτε, ο Λευκός Οίκος έχει δείξει ότι δεν είναι διατεθειμένος να επωμιστεί το οικονομικό κόστος που θα συνεπαγόταν η χρήση άλλων μορφών αμερικανικής οικονομικής και τεχνολογικής πίεσης, όπως κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες.

Ενδεικτική της αλλαγής κλίματος ήταν και η απουσία δημόσιων αναφορών αυτή την εβδομάδα σε πάγιες αμερικανικές απαιτήσεις, όπως η αντιμετώπιση της βιομηχανικής υπερπαραγωγής της Κίνας, την οποία οι εμπορικοί της εταίροι κατηγορούν ότι πλημμυρίζει τις αγορές με φθηνά προϊόντα.

Η Κίνα φαίνεται ικανοποιημένη με την εύθραυστη αυτή ανακωχή, την ώρα που προσπαθεί να διαχειριστεί μια αδύναμη εγχώρια οικονομία και να ενισχύσει τεχνολογίες που θεωρεί κρίσιμες για τη μακροπρόθεσμη αντιπαράθεσή της με τις ΗΠΑ.

Ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ είχαν ήδη χαμηλώσει τον πήχη των προσδοκιών πριν από τη σύνοδο, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε βιασύνη για παράταση της εμπορικής εκεχειρίας, η οποία λήγει σε πέντε μήνες και είχε συμφωνηθεί μετά τις συνομιλίες στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο.

«Κάτω από τις προσδοκίες»

Πηγή με γνώση των εμπορικών διαπραγματεύσεων ανέφερε ότι η Κίνα επιθυμούσε μεγαλύτερη παράταση της εκεχειρίας από αυτήν που ήταν διατεθειμένη να προσφέρει η κυβέρνηση Τραμπ, καθώς και διαβεβαιώσεις σχετικά με εκκρεμείς αμερικανικές έρευνες που ενδέχεται να επαναφέρουν ορισμένους δασμούς σε προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ και είχαν ακυρωθεί φέτος από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Συνολικά, καμία από τις δύο πλευρές δεν προσήλθε στη σύνοδο με ιδιαίτερα φιλόδοξες προτάσεις, δήλωσε η ίδια πηγή στο Reuters, προσθέτοντας ότι ορισμένες εμπορικές συμφωνίες ενδέχεται να μετατεθούν για το φθινόπωρο, όταν ο Σι αναμένεται να πραγματοποιήσει ανταποδοτική επίσκεψη στον Λευκό Οίκο.

Τα περιορισμένα εμπορικά αποτελέσματα της συνόδου έρχονται σε αντίθεση με την επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα το 2017, όταν οι εταιρείες που τον συνόδευαν υπέγραψαν συμφωνίες και μνημόνια συνεργασίας συνολικής αξίας 250 δισ. δολαρίων.

Η συνάντηση αυτής της εβδομάδας δεν έφερε επίσης καμία πρόοδο στο θέμα της πώλησης των προηγμένων τσιπ τεχνητής νοημοσύνης H200 της Nvidia στην Κίνα, κάτι που πιθανότατα ικανοποίησε τόσο Ρεπουμπλικανούς όσο και Δημοκρατικούς επικριτές της Κίνας στην Ουάσιγκτον, οι οποίοι είχαν προειδοποιήσει την κυβέρνηση να μην ενισχύσει την κινεζική ανάπτυξη στην τεχνητή νοημοσύνη.

Παρότι δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί επίσημα, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Boeing εξασφάλισε συμφωνία για την πώληση 200 αεροσκαφών στην Κίνα, αριθμός σημαντικά χαμηλότερος από τα 500 που αναμένονταν και τα 300 που είχε συμφωνήσει να αγοράσει το Πεκίνο κατά την επίσκεψη του 2017.

Ο αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ανέφερε επίσης ότι οι ΗΠΑ δημιούργησαν νέο Συμβούλιο Εμπορίου, το οποίο παρουσιάστηκε ως κοινός μηχανισμός για τη μείωση δασμών σε μη ευαίσθητα προϊόντα, χωρίς όμως να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες.
Η Γουέντι Κάτλερ, πρώην αναπληρώτρια εμπορική εκπρόσωπος των ΗΠΑ, χαρακτήρισε τα οικονομικά αποτελέσματα της συνόδου «πολύ κατώτερα των προσδοκιών».

Για την Κίνα, ωστόσο, οι συνομιλίες αποτέλεσαν θετικό βήμα προς έναν πιο ρεαλιστικό ανταγωνισμό, εκτίμησε ο Κούι Σοουτζούν, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Renmin του Πεκίνου.

«Η σύνοδος έδειξε ότι Ουάσιγκτον και Πεκίνο δεν επιδιώκουν πλέον να επαναφέρουν τις σινοαμερικανικές σχέσεις σε μια χρυσή εποχή συνεργασίας, αλλά αναγνωρίζουν τη μακροχρόνια φύση του ανταγωνισμού και των διαφωνιών τους», δήλωσε.

ΗΠΑειδήσεις τώραεμπορικός πόλεμοςΚίναΙράνΣτενό του Ορμούζ