Κόσμος|18.06.2026 22:42

Οι «Βερσαλλίες» του Τραμπ και το «φάντασμα» που τον λύγισε: Πώς σβήστηκαν οι «κόκκινες γραμμές» του 2025

Newsroom

Μόνο ένας άνθρωπος με άγνοια της ιστορίας, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, θα υπέγραφε τη συνθήκη ειρήνης της Αμερικής με το Ιράν στις Βερσαλλίες -το κατεξοχήν συνώνυμο της εθνικής ταπείνωσης. Και μόνο ένας άνθρωπος με ιδιόρρυθμο χιούμορ, όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, θα μπορούσε να το έχει προτείνει.

Είναι εύκολο να ταυτίσει κανείς τον Τραμπ με τον ρόλο του ταπεινωμένου και πληγωμένου Γερμανού κόμη Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντζαου. Άλλωστε, η Συνθήκη των Βερσαλλιών βασίστηκε σε 14 σημεία, ακριβώς όπως και το μνημόνιο συνεργασίας (MoU) περιλαμβάνει 14 ρήτρες.

Ωστόσο, το μνημόνιο δεν αποτελεί ένα έγγραφο πλήρους συνθηκολόγησης. Είναι μια παραδοχή ότι η Αμερική δεν μπόρεσε να επιτύχει μέσω του πολέμου αυτά που επιδίωκε.

Η κατάρρευση των αμερικανικών «κόκκινων γραμμών»

Εάν το μνημόνιο, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του Τραμπ κατά τη διάρκεια της ωριαίας συνέντευξης Τύπου στη Σύνοδο της G7, συγκριθεί με το έγγραφο που είχαν καταθέσει οι Αμερικανοί το 2025, γίνεται εμφανές πόσο μακριά εξαναγκάστηκαν οι ΗΠΑ να υποχωρήσουν. Η μία κόκκινη γραμμή μετά την άλλη σβήστηκε.

Οι ΗΠΑ κατέθεσαν το έγγραφο του 2025 αμέσως πριν το Ισραήλ, με την αμερικανική υποστήριξη, ξεκινήσει τον πόλεμο των 12 ημερών που κορυφώθηκε με τον βομβαρδισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Βάσει των τότε όρων:

  • Το Ιράν δεν θα είχε δυνατότητες εγχώριου εμπλουτισμού πέρα από τις περιορισμένες ανάγκες για ιατρικούς και αγροτικούς σκοπούς.
  • Όλο το πυρηνικό υλικό θα εισαγόταν εκτός Ιράν.
  • Όλα τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου θα αποστέλλονταν εκτός της χώρας αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
  • Όλο το εμπλουτισμένο υλικό των αποθεμάτων θα υποβαθμιζόταν στο 3,67%.
  • Το Ιράν δεν θα κατασκεύαζε νέες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού και θα εξάρθρωνε όλα τα προγράμματα που είχαν τη δυνατότητα μετατροπής ουρανίου.

Αντίθετα, μια κοινοπραξία στην οποία θα συμμετείχαν το Ιράν, οι ΗΠΑ και τα κράτη του Κόλπου θα αναλάμβανε τον εμπλουτισμό εκτός Ιράν.

Στο Εβιάν, ωστόσο, για τη σύνοδο κορυφής της G7, ο Τραμπ παραδέχτηκε ότι το Ιράν έχει το δικαίωμα να συνεχίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου, δηλώνοντας ότι δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί δεδομένου ότι άλλες χώρες της περιοχής διαθέτουν πυρηνικά προγράμματα.

Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν υπάρχει μεγάλη βιασύνη για την αποσυναρμολόγηση ή την αραίωση του αποθέματος υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, ενώ Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνώρισαν ότι αυτό το απόθεμα θα μπορούσε να αραιωθεί υπό την επίβλεψη του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) εντός του Ιράν, υπό την προϋπόθεση ότι θα μειωθεί στο 3,67%.

Το πλήγμα στην αρχιτεκτονική των κυρώσεων

Στην πράξη, για να λειτουργήσει η άμεση εξαίρεση (waiver) στις εξαγωγές πετρελαίου, θα πρέπει να εκδοθούν εξαιρέσεις και για τις συναφείς υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών συναλλαγών, της ασφάλισης και των μεταφορών.

Ο Μιαντ Μαλεκί, πρώην στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και ανώτερος συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Foundation for Defense of Democracies (FDD), δήλωσε στην Guardian ότι η διεύρυνση των εγκρίσεων για χρηματοπιστωτικές συναλλαγές θα διέλυε τον πυρήνα της αρχιτεκτονικής των αμερικανικών πετρελαϊκών και οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν -ίσως τον ισχυρότερο οικονομικό μοχλό πίεσης που διαθέτουν οι ΗΠΑ έναντι του καθεστώτος, πέρα από τον ναυτικό αποκλεισμό.

Μια ευρύτερη άρση των κυρώσεων, η οποία δεν πρόκειται να προσφερθεί προτού ολοκληρωθούν οι πυρηνικές διαπραγματεύσεις προς αμοιβαία ικανοποίηση, θα κάλυπτε τόσο τις πρωτογενείς όσο και τις δευτερογενείς κυρώσεις, καθώς και τις κυρώσεις του ΟΗΕ. Εάν συνέβαινε αυτό, θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη αναδιαμόρφωση των σχέσεων ΗΠΑ-Ιράν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.

Το θολό τοπίο στα Στενά του Ορμούζ

Το χειρότερο από την οπτική γωνία των ΗΠΑ είναι ότι όλες αυτές οι παραχωρήσεις έγιναν στην προσπάθεια να διασφαλιστεί το εκ νέου άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ -τα οποία ήταν ανοιχτά πριν από τον πόλεμο- αλλά ακόμη και αυτό ενδέχεται να μην επιτευχθεί.

Το κείμενο του μνημονίου δείχνει ότι η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα στενά θα μπορούσε να τερματιστεί μετά από 60 ημέρες, σημείο στο οποίο το Ιράν θα ξεκινήσει διάλογο με το Ομάν για να καθορίσει τη μελλοντική διοίκηση και τις θαλάσσιες υπηρεσίες στα στενά, σε διαβούλευση με άλλα κράτη του Κόλπου.

Τέλος, υπάρχει ένα προτεινόμενο ταμείο ανασυγκρότησης του Ιράν, ύψους 350 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι θα δημιουργήσουν αλλά δεν θα συνεισφέρουν σε αυτό. Για να συγκεντρωθεί αυτό το χρηματικό ποσό -το ισοδύναμο των οικονομικών απωλειών που υπέστη το Ιράν- τα κράτη του Κόλπου θα έπρεπε να δείξουν τεράστια μεγαλοθυμία απέναντι σε μια χώρα που μόλις είχε βομβαρδίσει τα ξενοδοχεία και τις αεροπορικές βάσεις τους και είχε παγώσει τις οικονομίες τους.

Τίποτα, ούτε καν το ξεπάγωμα των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων ύψους 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο εξωτερικό, δεν είναι πιθανό να κάνει πολλά για να ανακουφίσει τα οξυμένα οικονομικά προβλήματα του Ιράν.

Σύγκριση με το 2015

Όσον αφορά το αν η συμφωνία είναι καλύτερη ή χειρότερη από την πυρηνική συμφωνία του Μπαράκ Ομπάμα το 2015, πολλοί από όσους συμμετείχαν στις συνομιλίες λένε ότι είναι σαν να συγκρίνει κανείς ανόμοια πράγματα («μήλα με πορτοκάλια»). Το πλαίσιο είναι διαφορετικό, εν μέρει επειδή οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν έχουν υποστεί τόσο μεγάλες ζημιές.

Το σημαντικότερο είναι ότι η συμφωνία του 2015 ήταν ένα ολοκληρωμένο έγγραφο ελέγχου των εξοπλισμών. Το μνημόνιο είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα κείμενο που προετοιμάζει το έδαφος για μια άλλη διαπραγμάτευση, η οποία θα μπορούσε να καταλήξει σε αδιέξοδο ή σε μια συμφωνία που θα προσομοιάζει πολύ με εκείνη του 2015, όπως γράφει η Guardian.

Πέρα από την επαναλαμβανόμενη θέση του Ιράν ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού όπλου, το πεδίο των πυρηνικών συνομιλιών παραμένει εντελώς ανοιχτό. Η διατύπωση του μνημονίου δεν είναι καν τόσο ισχυρή όσο η συμφωνία του 2015, όπου το Ιράν επαναβεβαίωνε ότι «υπό καμία συνθήκη το Ιράν δεν θα επιδιώξει, θα αναπτύξει ή θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα».

Η διάψευση της πρόθεσης είναι άνευ σημασίας. Αυτό που μετράει είναι η μέθοδος επαλήθευσης, και σε αυτό το κομμάτι οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται πιο μπροστά από ό,τι στο παρελθόν.

Ο φόβος του «φαντάσματος» του Χούβερ

Γιατί λοιπόν προχώρησε στη συμφωνία; Ο Τραμπ ήταν εξαιρετικά ειλικρινής την Τετάρτη: ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης και η εξάντληση των πετρελαϊκών αποθεμάτων μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Όπως δήλωσε: «Ο μόνος πρόεδρος που δεν ήθελα να γίνω ήταν ο μακαρίτης, σπουδαίος Χέρμπερτ Χούβερ», αναφερόμενος στον πρόεδρο που κατηγορήθηκε για τη Μεγάλη Ύφεση που εξανέμισε τις αποταμιεύσεις και βύθισε εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια. «Δεν ήθελα να δω μια οικονομική καταστροφή. Αν το αφήναμε να συνεχιστεί, αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί».

Ιράνμνημόνιοειδήσεις τώραΗΠΑΝτόναλντ Τραμπ