Κόσμος|05.07.2026 11:13

Οι γονείς που άφησαν την 20χρονη κόρη τους να πεθάνει αποδεχόμενοι την επιλογή της

Newsroom

Η ιστορία του Ομάρ, της Σίσι και της Ίρις είναι πολύ περίεργη, πολύ δυσάρεστη και πολύ περίπλοκη για να την κρίνει κανείς στο πρώτο άκουσμα. Ως γονείς, οι δύο πρώτοι έπρεπε να διαχειριστούν μια κατάσταση στην οποία η δική τους επιθυμία ερχόταν κόντρα με της κόρης τους. Κι αυτή η επιθυμία δεν είχε να κάνει με ένα απλό, καθημερινό ζήτημα, αλλά με την εκπεφρασμένη ανάγκη της να μπει ένα τέλος στη ζωή της.

Ο Όμαρ και η Σίσι Ντέκερ δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ελπίδα κατά τη διάρκεια των σχεδόν τεσσάρων ετών που το μοναχοπαίδι τους, Ίρις, βρισκόταν στη λίστα αναμονής για ευθανασία στην Ολλανδία.

Η Ίρις ήταν μόλις 13 ετών όταν ανέπτυξε σοβαρή κατάθλιψη και λειτουργική νευρολογική διαταραχή (FND), μια πάθηση που της προκαλούσε χρόνιους πονοκεφάλους και, μετά από μια επιληπτική κρίση, την άφησε ανίκανη να περπατήσει για δύο χρόνια.

Μετά από δύο απόπειρες αυτοκτονίας, επανειλημμένες νοσηλείες και χρόνια θλίψης και αδιάκοπης ψυχικής οδύνης που την άφησαν «χωρίς συναισθήματα», η Ίρις πήρε τη σταθερή απόφαση ότι ήθελε να πεθάνει μέσω της νόμιμης διαδικασίας ευθανασίας της χώρας.

Αφού πέρασε αρκετά μεγάλο διάστημα στην αναμονή και από μια σειρά θεραπειών από τις οποίες οι γονείς της ήλπιζαν να πάρει βοήθεια, η Ίρις βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο σε αυτό που ο πατέρας της περιέγραψε ως «μαύρη τρύπα». Και τελικά επέλεξε έναν άλλο δρόμο.

Η ζωή με τους πόνους και τις κρίσεις πανικού

Την 1η Μαρτίου 2026, πέντε ημέρες πριν τα 20ά της γενέθλια, η Ίρις έφυγε από τη ζωή, μέσω μιας διαδικασίας γνωστής ως «εθελοντική διακοπή σίτισης και ενυδάτωσης».

Τέσσερις μήνες μετά τον θάνατο της κόρης τους, ο Ομάρ και η Σίσι μίλησαν στη Daily Mail για όλα όσα έζησαν αυτά τα χρόνια.

«Από την ημέρα που γεννήθηκε, η Ίρις ήταν πάντα περίεργη. Ήθελε να μάθει πώς λειτουργούν όλα. Ρωτούσε “τι είναι αυτό; γιατί πετούν τα πουλιά;”. Ήταν έξυπνη και ήθελε να καταλάβει τον κόσμο».

Ο Όμαρ προσθέτει ότι η κόρη τους ήταν ένα «ευαίσθητο» κορίτσι που αγαπούσε το διάβασμα, το σχέδιο και την αναρρίχηση σε βράχους. Ήταν παθιασμένη με το τένις και τον στίβο.

Όμως όταν μπήκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα 13 της, η μέχρι τότε ξέγνοιαστη και ευτυχισμένη ζωή της άλλαξε δραστικά, καθώς άρχισε να βιώνει εξουθενωτικές κρίσεις πανικού μαζί με πονοκεφάλους και πόνους στο στομάχι.

Στην αρχή, η Ίρις πάλευε τα συμπτώματα με έναν συνδυασμό παυσίπονων και αντικαταθλιπτικών, όμως στη συνέχεια άρχισε να μένει στο σπίτι καθώς οι πόνοι έγιναν αφόρητοι. Η ψυχική της υγεία επιδεινωνόταν ραγδαία εξαιτίας της απομόνωσης.

«Άρχισε να περνά περισσότερο χρόνο στο δωμάτιό της», θυμάται ο Όμαρ. «Είχε λιγότερη επαφή μαζί μας και με άλλους ανθρώπους. Έγινε πιο ήσυχη, έμενε στον χώρο της και άκουγε μουσική. Είχε επίσης προβλήματα με τον ύπνο».

Η έντονη πίεση και η κατάθλιψη επηρέασαν τον εγκέφαλό της και οδήγησαν σε επιληπτική κρίση, λέει ο πατέρας της, αφήνοντάς την καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι.

Έτσι ξεκίνησε ένας κύκλος που κράτησε χρόνια. Ο Όμαρ και η Σίσι — και οι δύο εκπαιδευμένοι νοσηλευτές στο ολλανδικό σύστημα υγείας — φρόντιζαν πλέον την ίδια τους την κόρη, η οποία χρειαζόταν 24ωρη φροντίδα.

«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μπορεί να έχουμε φύγει από το σπίτι χωρίς εκείνη δύο ή τρεις φορές. Αυτό επηρέασε και τη σχέση μας ως ζευγάρι» λέει η Σίσι.

Απόπειρες αυτοκτονίας

Το άγχος τους εντάθηκε όταν η Ίρις ήταν 15 και έκανε δύο απόπειρες αυτοκτονίας μέσα σε λίγους μήνες.

«Ήμασταν σε πάρτι γενεθλίων φίλου όταν η Ίρις κάλεσε τον Όμαρ κλαίγοντας», λέει η Σίσι. «Είχε προσπαθήσει να κρεμαστεί, αλλά έπεσε και δεν τα κατάφερε.»

Μετά την πρώτη απόπειρα, οι γονείς της προσπάθησαν να την προστατεύσουν με κάθε τρόπο. Για μήνες κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με τη μητέρα της.

Λίγους μήνες αργότερα, όμως, προσπάθησε ξανά να βάλει τέλος στη ζωή της, αυτή τη φορά κόβοντας τις φλέβες της. Ο Όμαρ τη βρήκε και τη μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί έραψαν τα τραύματά της.

«Η Ίρις έλεγε ότι ήταν σαν να βρίσκεται σε μια μαύρη τρύπα. Δεν ένιωθε τίποτα — ούτε χαρά ούτε λύπη. Δεν υπήρχε τίποτα να περιμένει ούτε τίποτα να θυμάται», λέει ο Όμαρ.

Το κορίτσι είπε στους γονείς της: «Για εσάς μια ώρα περνά σαν μία, για μένα μοιάζει με τέσσερις ή πέντε».

Κάθε μέρα της φαινόταν αφόρητα μεγάλη και φοβόταν την αρχή της επόμενης.

Η επιλογή της ευθανασίας

Μία εβδομάδα μετά την απόπειρα, είπε στον ψυχολόγο της ότι δεν ήθελε πλέον να ζει και έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της ευθανασίας.

«Όταν ο θεραπευτής της μου είπε ότι ήθελε να συζητήσει ευθανασία, έπαθα σοκ», λέει η Σίσι. «Σκέφτηκα: “είναι δυνατόν, γιατί;”»

Με τον καιρό, όμως, κατάλαβε ότι για την Ίρις ίσως αποτελούσε έναν τρόπο να προστατευτεί από μια νέα απόπειρα αυτοκτονίας.

Ο Όμαρ το είδε αρχικά ως μια ελπίδα, ως χρόνο για να βελτιωθεί η κατάστασή της.

Στα 16 της, η Ίρις υπέβαλε αίτηση για ευθανασία στο Ολλανδικό Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Ευθανασίας.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ολλανδίας, άτομα 16 ετών και άνω μπορούν να ζητήσουν ευθανασία χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων, αν και οι γονείς πρέπει να ενημερωθούν.

Πριν εγκριθεί ένα αίτημα, οι ασθενείς υποβάλλονται σε εκτεταμένες θεραπείες για να διαπιστωθεί αν το πρόβλημά τους μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Μήνες ψυχοθεραπείας και φαρμάκων, κανένα αποτέλεσμα

Έναν μήνα μετά την αίτηση, η Ίρις παραπέμφθηκε στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Erasmus στο Ρότερνταμ, όπου υποβλήθηκε σε μήνες ψυχοθεραπείας και δοκίμασε πολλαπλά φάρμακα. Παρά τις ελπίδες των γονιών της, η κατάστασή της δεν βελτιώθηκε ποτέ.

«Δεν υπήρξε ποτέ στιγμή που να νιώσαμε ότι κάτι πραγματικά τη βοηθούσε», λέει ο Όμαρ.

Η μεγαλύτερη ελπίδα τους ήταν η ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT), αλλά ούτε αυτή είχε αποτέλεσμα.

Μετά την αποτυχία της θεραπείας, ο Όμαρ πήγε την κόρη του στη Σκωτία για να δει αν ένα πιο «ήρεμο» περιβάλλον θα τη βοηθούσε.

«Θέλω να πεθάνω»

Όμως μετά από δύο εβδομάδες, εκείνη του είπε ότι είχε πάρει την απόφασή της: ήθελε να πεθάνει και δεν ήθελε να ζήσει άλλο καλοκαίρι ούτε να φτάσει στα 20 της.

Παρότι βρισκόταν ακόμα στη λίστα αναμονής για ευθανασία χωρίς σαφή ημερομηνία, άρχισε να αναζητά άλλους νόμιμους τρόπους να πεθάνει και βρήκε τη διαδικασία VSED.

Σύμφωνα με αυτήν, οι ασθενείς σταδιακά σταματούν να τρώνε και να πίνουν υπό ιατρική επίβλεψη.

Ο Όμαρ αρχικά σοκαρίστηκε, αλλά αργότερα αποδέχτηκε την επιλογή της.

Η Ίρις μπήκε σε ξενώνα στις 12 Φεβρουαρίου 2026. Εκεί, οι γονείς της είδαν την αλλαγή στο βλέμμα της — η «σπίθα» είχε επιστρέψει προσωρινά, όχι επειδή ήθελε να ζήσει, αλλά επειδή γνώριζε ότι το τέλος πλησίαζε.

Πέρασαν μαζί τις τελευταίες ημέρες της ζωής της, μιλώντας, γελώντας και αποχαιρετώντας την.

Το τέλος και το μήνυμά της

Στις 1 Μαρτίου, μετά από 14 ημέρες χωρίς τροφή και νερό, το σώμα της είχε αρχίσει να καταρρέει. Ένας γιατρός της είπε: «Τα κατάφερες.»

Λίγο αργότερα, με παρηγορητική καταστολή, πέθανε ήρεμα, ακούγοντας μουσική του Φρανκ Σινάτρα.

Τάφηκε στις 6 Μαρτίου, ημέρα των 20ών γενεθλίων της.

Πάνω στον τάφο της τοποθετήθηκαν μικρά κουτιά με χυμό μήλου — φόρος τιμής στη στιγμή χαράς που είχε βιώσει στο τέλος της ζωής της.

Στο μήνυμα της κηδείας της έγραψε να είναι οι άνθρωποι καλοί, να αγαπιούνται και να φροντίζουν ο ένας τον άλλον...

αυτοκτονίαευθανασίαειδήσεις τώραΟλλανδίαΚρίσεις πανικούγονείςυγείακρίση επιληψίαςκατάθλιψη