Κόσμος|17.10.2026 18:52

Ουκρανία και Ευρώπη «εγκλωβισμένες» στον Τραμπ: Γιατί δεν μπορούν να γυρίσουν την πλάτη στις ΗΠΑ

Newsroom

«Είναι οδυνηρό όταν ο πρόεδρος [Ντόναλντ] Τραμπ επιλέγει τη μία πλευρά και όχι τη δική μας», δήλωσε την Τετάρτη (14/10) ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Η πολυσυζητημένη συμφωνία του Αμερικανού προέδρου για το ντίζελ με τον Ρώσο ομόλογό του, Βλαντίμιρ Πούτιν, έχει αποτελέσει ακόμη μία πηγή έντασης στις σχέσεις μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Ουκρανίας, καθώς και των Ευρωπαίων υποστηρικτών της.

Η φερόμενη διακοπή των υπηρεσιών Starlink/Starshield στις 13 και 14 Οκτωβρίου, η οποία αιφνιδίασε τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, επιδείνωσε περαιτέρω τις εντάσεις. Οι υπηρεσίες αποκαταστάθηκαν αργότερα, ενώ οι πληροφορίες ότι οι περιορισμοί επιβλήθηκαν κατόπιν εντολής του Λευκού Οίκου, προκειμένου να ασκηθεί πίεση στο Κίεβο, δεν επιβεβαιώθηκαν.

Ωστόσο, σύμφωνα με το Al Jazeera, τα δύο αυτά περιστατικά ενίσχυσαν την εντύπωση ότι το χάσμα μεταξύ Ουκρανίας και ΗΠΑ διευρύνεται. Την Παρασκευή (16/10), ο Ζελένσκι κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι συνεχίζει να περιορίζει τη λειτουργία του Starlink και να υπόσχεται νέες παραχωρήσεις στους Ρώσους.

Πόσο σημαντική είναι η στροφή Τραμπ προς τη Μόσχα

Προφανώς, θα πρέπει να περιμένουμε να καταλαγιάσει ο θόρυβος προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα. Ο Τραμπ έχει στραφεί προς τη Μόσχα και στο παρελθόν, ιδίως κατά τη σύνοδο κορυφής με τον Πούτιν τον Αύγουστο του 2025, στο Άνκορατζ της Αλάσκας, για να επιστρέψει στη συνέχεια σε μια υπό όρους στήριξη της Ουκρανίας, εξαιτίας της αδιαλλαξίας της Ρωσίας και των διπλωματικών προσπαθειών του Κιέβου και των Ευρωπαίων ηγετών.

Η συμφωνία βάσει της οποίας η Ευρώπη πληρώνει για αμερικανικά όπλα που παραδίδονται στην Ουκρανία λειτουργεί, ενώ οι ΗΠΑ συνεχίζουν να μοιράζονται πληροφορίες με το Κίεβο, παρά τις αναφορές ότι ορισμένα κρίσιμα στοιχεία έχουν αποκρυφθεί.

Ο Λευκός Οίκος έχει επίσης αναδιπλωθεί από προτάσεις που περιλαμβάνονταν στο ειρηνευτικό πλαίσιο του Απριλίου του 2025 και προέβλεπαν την αναγνώριση της Κριμαίας ως ρωσικού εδάφους de jure, δηλαδή βάσει του διεθνούς δικαίου, ή την υποχρέωση του Κιέβου να αποσυρθεί από ολόκληρη την περιοχή του Ντονμπάς. Από την πλευρά τους, η Ουκρανία και η Ευρώπη εξακολουθούν να συμμετέχουν στις διπλωματικές πρωτοβουλίες του Τραμπ προς τη Μόσχα, με επικεφαλής τους απεσταλμένους του, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ.

Η ίδια η συμφωνία για το ντίζελ ενδέχεται να καταρρεύσει, δεδομένης της διακομματικής αντίδρασης στο Κογκρέσο, ακόμη και από Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές. Επομένως, η τελευταία στροφή της Ουάσιγκτον προς τη Μόσχα μπορεί τελικά να αποδειχθεί λιγότερο σημαντική απ' όσο φαίνεται αυτή τη στιγμή.

Γιατί η Ουκρανία πρέπει να παραμείνει σε ετοιμότητα

Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί λόγο εφησυχασμού για την Ουκρανία και τους βασικούς υποστηρικτές της στην Ευρώπη. Υπάρχουν πολλοί λόγοι ανησυχίας πέρα από την απρόβλεπτη στάση του Τραμπ.

Ο σημαντικότερος είναι η αποφασιστικότητα του Πούτιν να κλιμακώσει τον πόλεμο. Οι ουκρανικές πόλεις και οι κρίσιμες υποδομές δέχονται καθημερινά επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους και αναβαθμισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη με κινητήρες τζετ, ενώ η ουκρανική αεράμυνα δυσκολεύεται να ανταποκριθεί. Η χώρα προετοιμάζεται για έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη ένας πόλεμος προπαγάνδας, τον οποίο τροφοδοτεί η συμφωνία για το ντίζελ.

Σε αντίθεση με την Ουκρανία, η Ρωσία δεν αποδέχθηκε ποτέ την πρόταση του Τραμπ για μερική κατάπαυση του πυρός όσον αφορά τις επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις. Ωστόσο, η Μόσχα παρουσιάζει πλέον το Κίεβο ως υπαίτιο για την υπονόμευση της εκεχειρίας, μετά την επανέναρξη των ουκρανικών επιθέσεων. Σε αυτές περιλαμβάνεται και η επίθεση σε διυλιστήριο στην πόλη Ριαζάν την Πέμπτη (15/10), την οποία ο Τραμπ χαρακτήρισε «ντροπή».

Οι συγκρούσεις έχουν επεκταθεί και στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, καθώς πλοία που μετέφεραν ουκρανικά σιτηρά δέχθηκαν επιθέσεις σε ρουμανικά ύδατα. Η Ρωσία εντείνει επίσης τις υβριδικές επιθέσεις στην Ευρώπη, με στόχο να διαταράξει τον εφοδιασμό της Ουκρανίας με όπλα και πυρομαχικά και να επηρεάσει την κοινή γνώμη σε κρίσιμες χώρες, όπως η Γερμανία, καλλιεργώντας τον φόβο.

Σε ορισμένους κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενισχύεται η τάση για επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα. Ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας, Ρόμπερτ Φίτσο, επιβεβαίωσε ότι η διακυβερνητική οικονομική επιτροπή Σλοβακίας - Ρωσίας θα επαναλάβει τη λειτουργία της. Ο Βούλγαρος ομόλογός του, Ρούμεν Ράντεφ, εξήρε τη διπλωματία του Τραμπ μέσω της συμφωνίας για το ντίζελ, την ώρα που ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη πραγματοποιούσαν επιθέσεις κοντά στις βουλγαρικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

Η «καυτή πατάτα» της χρηματοδότησης

Η χρηματοδότηση της Ουκρανίας αποτελεί ακόμη έναν πονοκέφαλο για τους Ευρωπαίους. Το δάνειο των 90 δισ. ευρώ που ενέκρινε η ΕΕ τον Απρίλιο ενδέχεται να εξαντληθεί πολύ πριν από το τέλος του 2027. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, το Κίεβο θα χρειαστεί επιπλέον 70 δισ. ευρώ για αμυντικές και πολιτικές δαπάνες το 2027.

Αυτή η εξέλιξη απειλεί να ανοίξει ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης για τα κράτη-μέλη της ΕΕ, τα οποία βρίσκονται ήδη σε διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό της Ένωσης για την περίοδο 2028-2034.

Καθώς ορισμένοι ζητούν βαθιές περικοπές στις δαπάνες, επανέρχεται δυναμικά το αμφιλεγόμενο ζήτημα της χρηματοδότησης της βοήθειας προς την Ουκρανία από τα ρωσικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που έχουν δεσμευτεί στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ ζητά να αποδεσμευτεί ένα μέρος αυτών των χρημάτων.

Η διαμάχη εκδηλώνεται ενόψει αρκετών σημαντικών εκλογικών αναμετρήσεων, κυρίως των γαλλικών προεδρικών εκλογών τον Απρίλιο και τον Μάιο, αλλά και των εκλογών στην Ισπανία, την Ιταλία και την Πολωνία. Δεδομένης της ευθραυστότητας της κατάστασης στην Ευρώπη, είναι αξιοσημείωτο ότι η διπλωματική και οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία έχει παραμείνει σχετικά σταθερή.

«Δεν είναι η στιγμή να αποσύρουμε τη στήριξή μας προς την Ουκρανία. Δεν είναι η στιγμή να χαλαρώσουμε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας», δήλωσε την Παρασκευή (16/10) ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, εμφανιζόμενος στις Βρυξέλλες μαζί με τον Ζελένσκι και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. «Αν πέσουμε, 20 εκατομμύρια Ουκρανοί θα έρθουν στην Ευρώπη», υπενθύμισε ο Ζελένσκι, καλώντας τους συμπατριώτες του: «Μείνετε δυνατοί, υπερασπιστείτε τη χώρα μας».

Πού στέκονται ΕΕ και Ουκρανία

Ενόψει της συνόδου κορυφής, η ΕΕ άνοιξε δύο ομάδες κεφαλαίων στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία και επέβαλε έναν νέο γύρο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Ο Ζελένσκι έφτασε στις Βρυξέλλες έπειτα από συνομιλίες που είχε την Τετάρτη (14/10) στο Λονδίνο με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Άντι Μπέρναμ, και τον βασιλιά Κάρολο Γ'.

Ωστόσο, υπάρχουν όρια στο πόσα περισσότερα μπορούν να κάνουν η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο πέρα από όσα ήδη προσφέρουν. Έχουν ήδη αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως οι βασικοί διεθνείς υποστηρικτές της Ουκρανίας και ως de facto εγγυητές της επιβίωσής της ως κράτους. Μακροπρόθεσμα, το καλύτερο δυνατό σενάριο για το Κίεβο είναι η ένταξη στην ΕΕ ή, τουλάχιστον, η διαμόρφωση μιας στενά συνδεδεμένης σχέσης, όπως αυτή που έχει η Νορβηγία με την Ένωση.

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη δεν διαθέτει την πολιτική επιρροή και τις στρατιωτικές δυνατότητες για να υποκαταστήσει τις ΗΠΑ βραχυπρόθεσμα. Αυτό είναι απολύτως σαφές στο πεδίο των μαχών. Αν και οι κορυφαίες ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν πιθανότατα να παρέχουν στους Ουκρανούς ορισμένα στοιχεία, δεν υπάρχει ευρωπαϊκή εναλλακτική λύση στο Starlink. Η Ευρώπη δεν μπορεί να προμηθεύσει αρκετά συστήματα αεράμυνας και αναχαιτιστικούς πυραύλους ώστε να αποκρούσει τις ρωσικές επιθέσεις χωρίς την αμερικανική υποστήριξη.

Αντιμέτωπη με την αναξιοπιστία των ΗΠΑ, η Ευρώπη επενδύει στην ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων, επιδιώκοντας στρατηγική αυτονομία. Ωστόσο, ακόμη και στο καλύτερο δυνατό σενάριο, οι προσπάθειες αυτές θα χρειαστούν μία δεκαετία για να αποδώσουν καρπούς.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι Ευρωπαίοι διαθέτουν ελάχιστα μέσα πίεσης που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον Πούτιν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ασφαλώς, θα μπορούσαν να προσφέρουν θετικά κίνητρα, όπως η χαλάρωση των κυρώσεων και η αποκατάσταση των ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, οποιαδήποτε ανταπόκριση της Ρωσίας είναι πιθανό να απαιτήσει και κάποιου είδους πίεση.

Ο παράγοντας των ΗΠΑ

Οι ΗΠΑ δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να αναγκάσουν τον Πούτιν να υποχωρήσει και, υπό τον Τραμπ, έχουν περάσει από την πολιτική των κυρώσεων και των απειλών στην προσφορά κινήτρων, προωθώντας κάθε είδους «συμφωνίες» που συνδυάζουν τη διπλωματία με τις επιχειρηματικές συναλλαγές.

Μέρος της αποτυχίας οφείλεται στον φόβο κλιμάκωσης της έντασης με μια ακόμη πυρηνική δύναμη, ενώ ένα άλλο μέρος σχετίζεται με τον καιροσκοπισμό της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης. Το συμπέρασμα, ωστόσο, είναι ότι δεν υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύει κανείς πως η Ευρώπη θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, τόσο ο Ζελένσκι όσο και οι Ευρωπαίοι πιθανότατα θα επιστρέψουν στη γνώριμη τακτική τους: να προσπαθήσουν να διατηρήσουν τον Τραμπ στο πλευρό τους και να εξομαλύνουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις διαφορές τους μαζί του.

Πιθανότατα ελπίζουν ότι η τρέχουσα προσέγγιση του Λευκού Οίκου προς τη Ρωσία θα ξεφουσκώσει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Παράλληλα, θα επιχειρήσουν να πείσουν τον Τραμπ ότι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλίσει την υστεροφημία του είναι να τηρήσει σκληρή στάση απέναντι στη Μόσχα, μια θέση που υποστηρίζεται και από ομοϊδεάτες του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η στρατηγική τους είναι να κερδίσουν χρόνο: πρώτα να περάσει ο χειμώνας και στη συνέχεια η προεδρία Τραμπ.

ΗΠΑΟυκρανίαΒλαντίμιρ ΠούτινΝτόναλντ ΤραμπΕυρώπηΕυρωπαϊκή ΈνωσηΒολοντιμίρ ΖελένσκιΡωσίαειδήσεις τώρα