Κόσμος|18.10.2026 20:00

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε άνθρωπο»: Το σοκαριστικό μεταπολεμικό πείραμα για την υπακοή

Newsroom

Τον Ιούνιο του 1961, μια αγγελία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New Haven Register του Κονέκτικατ, αναζητώντας εθελοντές για ένα πείραμα στο Πανεπιστήμιο Yale, το οποίο παρουσιαζόταν ως μια αθώα μελέτη: «Θα σας πληρώσουμε 4 δολάρια για μία ώρα από τον χρόνο σας. Αναζητούνται άτομα για μια μελέτη σχετικά με τη μνήμη».

Σύμφωνα με την αγγελία, αναζητούνταν εργάτες εργοστασίων, κουρείς, επιχειρηματίες και επαγγελματίες από ένα ευρύ φάσμα κλάδων. Δεν απαιτούνταν ειδική εκπαίδευση ή προηγούμενη εμπειρία. Όσοι ενδιαφέρονταν έπρεπε να στείλουν τα στοιχεία τους στον Στάνλεϊ Μίλγκραμ, καθηγητή του Τμήματος Ψυχολογίας του Yale.

Σύμφωνα με το BBC, 40 άνδρες συμμετείχαν στην αρχική δοκιμαστική φάση του πειράματος. Μπήκαν σε ένα εργαστήριο και, με το πρόσχημα μιας δοκιμασίας εκμάθησης λέξεων, κλήθηκαν να χορηγούν ηλεκτρικά σοκ σε έναν άγνωστο, φτάνοντας μέχρι και σε επίπεδα που θα μπορούσαν να αποβούν θανατηφόρα.

Η πλειονότητα των ανδρών -26 από τους 40, δηλαδή το 65% - έφτασε τελικά στο μέγιστο επίπεδο ηλεκτροσόκ. Σε επόμενες μελέτες με άλλους εθελοντές, η πλειονότητα χορήγησε το ισχυρότερο σοκ ακόμη και όταν ενημερώθηκε ότι το θύμα έπασχε από καρδιολογικό πρόβλημα ή όταν μπορούσε να το ακούσει να εκλιπαρεί για να σταματήσει το πείραμα.

Οι άνδρες δεν γνώριζαν ότι τα ηλεκτροσόκ ήταν εικονικά και ότι ολόκληρη η διαδικασία ήταν σκηνοθετημένη. Το πείραμα δεν αφορούσε καθόλου τη μνήμη. Στόχος του ήταν να μελετήσει την υπακοή και τη σκληρότητα. Στην πορεία, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα του πώς συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούν να προχωρήσουν σε αδιανόητα βάναυσες πράξεις όταν κάποιος τους δίνει σχετικές εντολές, ακόμη και σε ένα εργαστηριακό περιβάλλον.

Έκτοτε, οι ερευνητές έχουν χρησιμοποιήσει τροποποιημένες και ηπιότερες εκδοχές του πειράματος Milgram, προκειμένου να μελετήσουν μία από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της ανθρώπινης φύσης: πώς, γιατί και υπό ποιες συνθήκες υπακούμε σε ανήθικες εντολές. Τα ευρήματά τους, σε συνδυασμό με τα στοιχεία από τα αρχικά πειράματα του Milgram, όχι μόνο φωτίζουν ορισμένες από τις χειρότερες ανθρώπινες παρορμήσεις, αλλά προσφέρουν και απρόσμενες απαντήσεις σχετικά με το τι μπορεί να μας βοηθήσει να αντισταθούμε.

«Μείναμε κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό»

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν συνηθισμένο άνθρωπο να προκαλεί ακραίο πόνο σε έναν συνάνθρωπό του. Οι περισσότεροι είναι πεπεισμένοι ότι οι ίδιοι δεν θα έκαναν ποτέ κάτι τέτοιο και ότι θα αντιστέκονταν σε ένα πείραμα τύπου Milgram. Ακόμη και οι ψυχολόγοι που μελετούν αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να εκπλαγούν όταν τη βλέπουν να εκδηλώνεται μπροστά στα μάτια τους.

«Ήταν πραγματικά απίστευτο να βλέπεις ανθρώπους που έμοιαζαν απολύτως φυσιολογικοί, χαρούμενοι και υπέροχοι να πατούν αυτούς τους μοχλούς χωρίς να προβάλλουν αντιρρήσεις», λέει ο Τζέρι Μπέργκερ, ομότιμος καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Santa Clara της Καλιφόρνιας.

Το 2009, ο Μπέργκερ πραγματοποίησε μια τροποποιημένη εκδοχή της μελέτης του Milgram, σταματώντας τη διαδικασία σε χαμηλότερο επίπεδο εικονικού ηλεκτροσόκ. Περίμενε ότι τα αποτελέσματά του θα ήταν περίπου ίδια με εκείνα του αρχικού πειράματος. Ωστόσο, παρακολουθώντας τους συμμετέχοντες μέσω μιας οθόνης, ο ίδιος και η ομάδα του αιφνιδιάστηκαν. «Στην αρχή απλώς μέναμε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτός ο άνθρωπος το έκανε», θυμάται.

Στη μελέτη του Μπέργκερ το 2009, το 70% των συμμετεχόντων υπάκουσε μέχρι το τέλος του πειράματος. Σε αντίθεση με τον Milgram, ο Μπέργκερ εξέτασε τόσο άνδρες όσο και γυναίκες και δεν διαπίστωσε σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. «Μας αρέσει να θεωρούμε τους εαυτούς μας ανεξάρτητους, ηθικούς ανθρώπους, οι οποίοι θα αντιστέκονταν σε μια εντολή εάν αυτή ερχόταν σε σύγκρουση με τις αξίες μας», λέει ο Τόμας Γκρζίμπ, καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο SWPS της Πολωνίας, ο οποίος πραγματοποίησε μια μερική επανάληψη του πειράματος το 2015.

«Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι θα έπρεπε να είμαστε πολύ λιγότερο βέβαιοι γι' αυτό. Υπό αρκετή πίεση και στις κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες, οι άνθρωποι μπορεί να βρεθούν να κάνουν πράγματα που στην πραγματικότητα δεν θέλουν να κάνουν», πρόσθεσε.

Στη μελέτη του Γκρζίμπ, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν επίσης χαμηλότερα επίπεδα μέγιστου ηλεκτροσόκ σε σύγκριση με το αρχικό πείραμα, το 90% των συμμετεχόντων υπάκουσε μέχρι το τέλος. Και σε αυτή την περίπτωση δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Μετά το τέλος του πειράματος, ένας ψυχολόγος συζήτησε με τους εθελοντές την εμπειρία τους, ώστε να διασφαλίσει ότι ήταν καλά. Μια νεαρή γυναίκα «άρχισε να κλαίει με λυγμούς», θυμάται ο Γκρζίμπ. «Μέσα από τα δάκρυά της είπε κάτι σαν: “Αυτός είναι ο άνθρωπος που είμαι. Κάνω ό,τι μου λένε οι άλλοι. Και μόλις τώρα, αφού συμμετείχα σε αυτό το πείραμα, το συνειδητοποίησα. Γι' αυτό συμβαίνουν στη ζωή μου όσα συμβαίνουν”».

Τι εξηγεί, λοιπόν, αυτή την υπακοή, ακόμη και όταν έρχεται σε σύγκρουση με τις βαθύτερες αξίες μας;

«Η ανυπακοή απαιτεί περισσότερους εγκεφαλικούς πόρους»

Η Εμιλί Κασπάρ, καθηγήτρια πειραματικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης στο Βέλγιο, μελετά τον τρόπο με τον οποίο η υπακοή επηρεάζει την εγκεφαλική δραστηριότητα. Στις έρευνές της, οι εθελοντές χορηγούν πραγματικά, ήπια ηλεκτροσόκ σε έναν άλλο εθελοντή.

Η Κασπάρ και η ομάδα της χρησιμοποιούν μεθόδους απεικόνισης του εγκεφάλου, όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), για να παρατηρήσουν τι συμβαίνει στον εγκέφαλο ενός ανθρώπου όταν χορηγεί ηλεκτροσόκ κατόπιν εντολής και τι συμβαίνει όταν το κάνει με δική του απόφαση. «Τα ηλεκτροσόκ είναι πραγματικά, δεν είναι εικονικά όπως στο πείραμα του Milgram, αλλά ρυθμίζονται με βάση το όριο πόνου του ατόμου που τα δέχεται», εξηγεί. «Είναι πραγματικά και επώδυνα, αλλά ανεκτά για το άτομο που τα δέχεται».

Η Κασπάρ και οι συνεργάτες της διαπίστωσαν ότι αρκετές εγκεφαλικές διεργασίες διαφέρουν όταν κάποιος υπακούει σε μια εντολή σε σύγκριση με την περίπτωση που ενεργεί με δική του βούληση. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι χορηγούν ηλεκτροσόκ κατόπιν εντολής, οι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση, τις ενοχές και την αίσθηση ότι οι ίδιοι ελέγχουν τις πράξεις τους ή φέρουν την ευθύνη γι' αυτές εμφανίζουν μικρότερη δραστηριότητα σε σχέση με όταν ενεργούν αυτοβούλως.

Όταν υπακούν, θεωρούν επίσης ότι τα ηλεκτροσόκ που χορηγούν προκαλούν λιγότερο πόνο. Αυτό ενδέχεται να εξηγεί πώς η υπακοή θολώνει τα όρια της ηθικής και επιτρέπει στους ανθρώπους να βλάπτουν άλλους, εκτιμά η Κασπάρ. Στα δικά της πειράματα, μάλιστα, «οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά υπάκουοι», σημειώνει. Από περίπου 800 εθελοντές που συμμετείχαν στις μελέτες της σε διαφορετικές χώρες, μόλις 21, δηλαδή το 2,6%, αρνήθηκαν να χορηγήσουν τα ηλεκτροσόκ.

Η ίδια θυμάται έναν συμμετέχοντα που, όταν είχε ελεύθερη επιλογή, δεν χορήγησε κανένα ηλεκτροσόκ, αλλά στη συνέχεια συμμορφώθηκε πλήρως με όλες τις εντολές της. «Είπε: “Όταν άρχισες να μου δίνεις εντολές, ήταν τόσο εύκολο απλώς να υπακούσω”». «Αυτό είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της υπακοής», εξηγεί η Κασπάρ, αναφερόμενη στην αίσθηση του εθελοντή ότι η υπακοή ήταν ευκολότερη από την ανυπακοή.

Όπως επισημαίνει, η ενσυναίσθηση, οι ενοχές και η αίσθηση προσωπικής ευθύνης είναι εγκεφαλικές διεργασίες που απαιτούν ενέργεια. Όταν ακολουθούμε εντολές και αυτά τα συναισθήματα υποχωρούν, η διαδικασία μπορεί να μοιάζει λιγότερο απαιτητική από την άρνηση συμμόρφωσης. «Ο εγκέφαλος είναι ένα όργανο που δεν θέλει να καταναλώνει υπερβολικά πολλούς πόρους όταν αυτό δεν είναι απαραίτητο», εξηγεί. «Η ανυπακοή απαιτεί περισσότερους εγκεφαλικούς πόρους από την απλή εκτέλεση εντολών».

Παρότι μπορεί να πιστεύουμε ότι χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως η ενσυναίσθηση, μας βοηθούν να αντισταθούμε σε μια ανήθικη εντολή, οι έρευνες δείχνουν μια διαφορετική εικόνα. «Η προσωπικότητα και η ιδιοσυγκρασία αποδεικνύονται παραδόξως ανεπαρκείς παράγοντες για να προβλέψουμε ποιος θα υπακούσει και ποιος θα αρνηθεί σε μια συγκεκριμένη περίσταση», λέει ο Γκρζίμπ. Η ενσυναίσθηση μπορεί, μάλιστα, να λειτουργήσει και αντίστροφα. Σύμφωνα με έρευνες, οι άνθρωποι ενδέχεται να ταυτιστούν συναισθηματικά με το πρόσωπο που δίνει τις ανήθικες εντολές και να μη θέλουν να το απογοητεύσουν.

Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που μπορούμε να κάνουμε για να λαμβάνουμε καλύτερες ηθικές αποφάσεις: να κατανοήσουμε τους ισχυρούς κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές μας, όχι μόνο στο εργαστήριο, αλλά και στην καθημερινή ζωή.

«Αν μας κάνουν μήνυση, ποιος έχει την ευθύνη;»

Ο Μπέργκερ επισημαίνει τέσσερα συγκεκριμένα στοιχεία του πειράματος Milgram, και κυρίως του τρόπου με τον οποίο είχε οργανωθεί, που βοηθούν να εξηγηθεί γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι υπάκουσαν.

Η διαδικασία ήταν απλή. Μπαίνοντας στο εργαστήριο, κάθε εθελοντής γινόταν δεκτός από έναν «πειραματιστή», έναν επιστήμονα με λευκή ρόμπα, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν βοηθός που υποδυόταν τον συγκεκριμένο ρόλο. Ο εθελοντής καλούνταν να τραβήξει έναν κλήρο, με τη διαδικασία να είναι προκαθορισμένη, και αναλάμβανε τον ρόλο του «δασκάλου» σε μια δοκιμασία εκμάθησης και απομνημόνευσης λέξεων.

Στη συνέχεια, έπρεπε να εξετάσει έναν «μαθητή», έναν ακόμη βοηθό που υποδυόταν τον συγκεκριμένο ρόλο και καθόταν σε διαφορετικό δωμάτιο, φαινομενικά συνδεδεμένος με μια συσκευή ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» είχε εντολή να χορηγεί ηλεκτροσόκ κάθε φορά που ο «μαθητής» έδινε λανθασμένη απάντηση, πατώντας μια σειρά από κουμπιά.

Τόσο στο αρχικό πείραμα όσο και στις μεταγενέστερες επαναλήψεις του, ο πειραματιστής αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη για οτιδήποτε συνέβαινε στο άτομο που δεχόταν τα ηλεκτροσόκ. Αυτό το στοιχείο, δηλαδή η ανάληψη της ευθύνης από τον πειραματιστή, ήταν καθοριστικό, σύμφωνα με τον Μπέργκερ.

«Γνωρίζουμε πλέον από την έρευνα ότι, όταν οι άνθρωποι παραμένουν ανώνυμοι ή όταν τους λένε ότι κάποιος άλλος είναι υπεύθυνος, μπορεί να επιδοθούν σε εξαιρετικά επιβλαβείς συμπεριφορές», σημειώνει. Στη δική του μελέτη, μία συμμετέχουσα στράφηκε προς τον πειραματιστή και τον ρώτησε: «Δεν πρόκειται να μας κάνουν μήνυση, έτσι;». Εκείνος απάντησε: «Αν του συμβεί οτιδήποτε, εγώ είμαι υπεύθυνος». Η γυναίκα τότε είπε: «Αυτό ακριβώς έπρεπε να ακούσω!». «Και γύρισε και πάτησε τα κουμπιά», θυμάται ο Μπέργκερ.

Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι ένα σύγχρονο παράδειγμα αυτού του φαινομένου της ανωνυμίας είναι η συμπεριφορά στο διαδίκτυο. Η ανωνυμία συνδέεται με την επιθετικότητα στον κυβερνοχώρο, σύμφωνα με ανασκοπήσεις ερευνών που δημοσιεύτηκαν το 2023 και το 2026. «Οι άνθρωποι λένε και κάνουν κάθε είδους φρικτά πράγματα στο διαδίκτυο», επισημαίνει ο Μπέργκερ. «Αν κάθονταν πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον και έπρεπε να αναλάβουν τις συνέπειες των λόγων τους, θα ήταν λιγότερο πιθανό να συμπεριφερθούν έτσι. Η ανωνυμία τούς επιτρέπει να απαλλαγούν από την προσωπική ευθύνη».

Στο αρχικό πείραμα του Milgram, μετά την ολοκλήρωσή του, οι εθελοντές ερωτήθηκαν ποιος θεωρούσαν ότι έφερε την ευθύνη για τα ηλεκτροσόκ που είχε δεχθεί το άλλο άτομο. Όσοι είχαν υπακούσει έτειναν να αποδίδουν την κύρια ευθύνη στον πειραματιστή. Αντίθετα, όσοι είχαν αρνηθεί να συνεχίσουν θεωρούσαν συνήθως ότι η κύρια ευθύνη ανήκε στους ίδιους.

Ο Milgram εξέτασε επίσης τι συνέβαινε όταν το άτομο που δεχόταν τα ηλεκτροσόκ βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον εθελοντή. Σε αυτή την περίπτωση, μόλις το 40% υπάκουσε μέχρι το τέλος. Όταν, μάλιστα, το χέρι του θύματος ακουμπούσε το χέρι του εθελοντή, το ποσοστό έπεφτε στο 30%. Ο Milgram εκτίμησε ότι η φυσική εγγύτητα έκανε τα ηλεκτροσόκ λιγότερο αφηρημένα για τους συμμετέχοντες. Όπως επισημαίνει ο Μπέργκερ, είναι δυσκολότερο να πει ή να κάνει κανείς κάτι βάναυσο όταν βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με έναν άλλον άνθρωπο.

«Είμαι τέτοιος άνθρωπος που θα το έκανε αυτό;»

Ο Μπέργκερ αναδεικνύει δύο ακόμη παράγοντες. Πρώτον, οι συμμετέχοντες στο πείραμα Milgram βρέθηκαν σε μια κατάσταση που οι περισσότεροι δεν είχαν αντιμετωπίσει ποτέ στο παρελθόν. Δεύτερον, δεν είχαν χρόνο να σκεφτούν πώς έπρεπε να αντιδράσουν. Κάθε φορά που δίσταζαν, ο πειραματιστής τούς παρότρυνε να συνεχίσουν με φράσεις όπως: «Δεν έχετε άλλη επιλογή, πρέπει να συνεχίσετε».

Όταν καλούμαστε να πάρουμε μια απόφαση σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, τείνουμε να αναζητούμε κάποιον με μεγαλύτερη εμπειρία και να καθοδηγούμαστε από τη συμπεριφορά του, εξηγεί ο Μπέργκερ. Στο πείραμα Milgram, το μοναδικό άλλο άτομο στον χώρο ήταν ο πειραματιστής, ο οποίος επέμενε ότι η διαδικασία έπρεπε να συνεχιστεί.

Αυτό, σε συνδυασμό με τον γρήγορο ρυθμό του πειράματος, δυσκόλευε τους εθελοντές να σχηματίσουν ανεξάρτητη άποψη για το τι έπρεπε να κάνουν. Εάν ο πειραματιστής τούς έλεγε «γιατί δεν παίρνετε δέκα λεπτά για να σκεφτείτε τι θέλετε να κάνετε;», πιθανότατα θα υπήρχαν περισσότερες περιπτώσεις ανυπακοής, εκτιμά ο Μπέργκερ. Μια παύση θα έδινε στους εθελοντές την ευκαιρία να αναρωτηθούν: «Είναι σωστό ή λάθος αυτό; Είμαι τέτοιος άνθρωπος που θα έκανε κάτι τέτοιο;».

Καθοριστικό ρόλο έπαιζε επίσης η σταδιακή αύξηση της έντασης των ηλεκτροσόκ, προσθέτει ο Μπέργκερ. Όταν κάποιος αποδέχεται ένα μικρό αίτημα, είναι πιθανότερο να συμφωνήσει στη συνέχεια και σε μεγαλύτερα αιτήματα. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως τεχνική του «ποδιού στην πόρτα».

Στην καθημερινή ζωή, ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε αυτές τις επιδράσεις είναι να σκεφτόμαστε εκ των προτέρων πώς θα αντιδρούσαμε σε μια δύσκολη κατάσταση και, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κάτι πρωτόγνωρο, να προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε χρόνο για να αναλογιστούμε τις επιλογές μας, προτείνει ο Μπέργκερ.

Ο Γκρζίμπ θεωρεί επίσης χρήσιμη την καλλιέργεια ορισμένων νοητικών συνηθειών, όπως η δημιουργία ψυχολογικής απόστασης από το πρόσωπο που ασκεί εξουσία, η αναγνώριση των περιπτώσεων στις οποίες η ευθύνη μεταφέρεται σε κάποιον άλλο, η αμφισβήτηση της νομιμότητας μιας εντολής και η αποδοχή του δικαιώματος να σταματήσει κανείς.

Ωστόσο, ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα είναι ότι «πρέπει να δημιουργούμε συστήματα που δυσκολεύουν την κατάχρηση εξουσίας», υπογραμμίζει ο Γκρζίμπ. «Όταν ένα άτομο αποκτά ανεξέλεγκτη εξουσία πάνω σε ένα άλλο, αργά ή γρήγορα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αυτή η εξουσία να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά».

«Μπορούμε πάντα να επιλέξουμε μια διαφορετική στάση»

Μια ακόμη ισχυρή πηγή ηθικού θάρρους είναι να βλέπουμε άλλους ανθρώπους να ενεργούν με ηθικό τρόπο. Η Κασπάρ έχει πραγματοποιήσει έρευνα με ανθρώπους που συμμετείχαν στην πραγματικότητα ως δράστες, αυτόπτες μάρτυρες ή διασώστες κατά τη γενοκτονία του 1994 εναντίον της κοινότητας των Τούτσι στη Ρουάντα.

«Ένας από τους βασικούς παράγοντες που διαφοροποιούν τους διασώστες από τους δράστες της γενοκτονίας είναι η παρουσία προτύπων κατά την πρώιμη παιδική ηλικία», αναφέρει, με βάση τα ευρήματα της ερευνητικής ομάδας της. «Για παράδειγμα, οι διασώστες είναι πιθανότερο να έχουν δει τους γονείς τους ή άλλους συγγενείς να βοηθούν συνανθρώπους τους».

Όπως επισημαίνει, ακόμη κι αν μόνο μια μικρή μειονότητα αρνηθεί να υπακούσει σε μια ανήθικη εντολή ή επιχειρήσει να σώσει ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας πραγματικής γενοκτονίας, αποδεικνύεται ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα μιας διαφορετικής επιλογής. «Οι διασώστες μάς υπενθυμίζουν ότι μπορούμε πάντα να επιλέξουμε μια διαφορετική στάση», λέει.

Άλλωστε, ακόμη και στο αρχικό πείραμα του Milgram υπήρχαν άνθρωποι που αντιστάθηκαν. «Όχι, αυτό δεν είναι σωστό. Είναι ένα φρικτό πείραμα. Ο άνθρωπος εκεί μέσα υποφέρει. Όχι, δεν θέλω να συνεχίσω», είπε ένας από τους συμμετέχοντες που αρνήθηκαν να υπακούσουν. Όταν ένας άλλος εθελοντής που αντιστάθηκε άκουσε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει, απάντησε οργισμένα: «Αν αυτό συνέβαινε στη Ρωσία, ίσως. Αλλά όχι στην Αμερική».

Ο Τζο Ντίμοου, ένας από τους συμμετέχοντες στο αρχικό πείραμα του Milgram που αρνήθηκαν να συνεχίσουν, έγραψε το 2016 ένα δοκίμιο για την εμπειρία του. Όπως ανέφερε, η ανατροφή του σε μια οικογένεια που αμφισβητούσε την εξουσία, καθώς και η δική του πολιτική δράση και οι συγκρούσεις του με τις Αρχές, πιθανότατα τον βοήθησαν να αντισταθεί στις εντολές του πειραματιστή. «Είχα μια ανορθόδοξη αντίληψη για την εξουσία και δεν ήταν πιθανό να εντυπωσιαστώ από μια λευκή εργαστηριακή ρόμπα», έγραψε.

Η έρευνα της Κασπάρ φωτίζει επίσης τις κρίσιμες φάσεις κατά τις οποίες μπορούμε να κάνουμε ηθικές επιλογές πολύ πριν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια κατάσταση στην οποία η υπακοή μοιάζει να είναι η μοναδική διέξοδος. Αυτό συμπληρώνει ένα σημαντικό κενό που άφησε το έργο του Milgram. Ο ίδιος υποστήριζε ότι τα ευρήματά του θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξήγηση του πώς φαινομενικά συνηθισμένοι άνθρωποι κατέληξαν να διαπράττουν φρικαλεότητες και, ειδικότερα, του πώς τόσοι πολλοί Γερμανοί συνεργάστηκαν στην εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων κατά το Ολοκαύτωμα.

Ωστόσο, όπως έχουν επισημάνει πολλοί ερευνητές, η τυφλή υπακοή δεν αρκεί ούτε κατά διάνοια για να εξηγήσει την πολυπλοκότητα των πραγματικών γενοκτονιών. Στο Ολοκαύτωμα, για παράδειγμα, οι διώξεις εξαπλώθηκαν ευρέως ακόμη και χωρίς άμεσες εντολές και περιλάμβαναν πράξεις ωμής σκληρότητας και απληστίας.

«Η γενοκτονία περιγράφεται συχνά ως μια διαδικασία που εξελίσσεται μέσα από διαδοχικά στάδια, στα οποία περιλαμβάνονται οι διακρίσεις, η κατηγοριοποίηση και η απανθρωποποίηση», εξηγεί η Κασπάρ. «Η υπακοή εμφανίζεται περισσότερο στην τελική φάση, εκείνη της εξόντωσης. Λειτουργεί σαν ένα έναυσμα που λέει στους ανθρώπους ότι μπορούν πλέον να προχωρήσουν στη δολοφονία». Η άρνηση δαιμονοποίησης μιας ομάδας ανθρώπων και η καλλιέργεια της πεποίθησης ότι όλοι μοιραζόμαστε την ίδια ανθρώπινη υπόσταση μπορεί να συμβάλουν στην αντιμετώπιση των διώξεων ήδη από τα πρώτα στάδιά τους, σημειώνει.

Ίσως, τελικά, το πιο χαρακτηριστικό συμπέρασμα να βρίσκεται σε μια φράση από τα πρακτικά του πειράματος Milgram, την οποία είπε ένας από τους εθελοντές που αρνήθηκαν να υπακούσουν: «Λυπάμαι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν άνθρωπο». Και σταμάτησε.

μελέτηπειράματαπείραμαεπιστήμονεςειδήσεις τώραέρευνα