Κόσμος|03.11.2026 20:36

Ενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑ: 96% πιθανότητα να πάρουν τη Βουλή οι Δημοκρατικοί - Τα 5 σενάρια του Χάρβαρντ

Newsroom

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η εκλογική διαδικασία για τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, με το εξειδικευμένο ακαδημαϊκό μοντέλο πρόβλεψης ElectIt του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ να δίνει πιθανότητα 96% στους Δημοκρατικούς για την κατάκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων και 78% για τον έλεγχο της Γερουσίας.

Το ElectIt αποτελεί ένα ερευνητικό εγχείρημα του πολιτικού επιστήμονα και καθηγητή του Χάρβαρντ, Gary King (σε συνεργασία με τους Danny Ebanks και Jonathan N. Katz), το οποίο επιστρατεύει προηγμένες στατιστικές μεθόδους (όπως το μοντέλο «LogisTiCC») για την πρόβλεψη των αμερικανικών εκλογών, ενσωματώνοντας ιστορικά δεδομένα από το 1946, το θεσμικό πλεονέκτημα ή μειονέκτημα των ενδιάμεσων εκλογών και τη δυναμική των υποψηφίων.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο του Gary King για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η πιθανότητα επικράτησης των Ρεπουμπλικάνων είναι «τόσο πιθανή όσο το να βγει το 20 σε ένα ζάρι με είκοσι όψεις», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ερευνητική ομάδα. Παράλληλα, σημειώνουν πως η πιθανότητα ανατροπής από τους Ρεπουμπλικάνους αντιστοιχεί σε 1 στις 26 εκλογικές αναμετρήσεις, με την τελευταία παρόμοια επικράτηση αουτσάιντερ να καταγράφεται στις εκλογές του 1952.

Όσον αφορά τη Γερουσία, όπου οι Δημοκρατικοί συγκεντρώνουν 78% πιθανότητες νίκης, η ομάδα του Χάρβαρντ παρομοιάζει ενδεχόμενη επικράτηση των Ρεπουμπλικάνων με «το να απαντήσει κανείς σωστά σε μια ερώτηση πολλαπλής επιλογής με πέντε πιθανές απαντήσεις» - ένα ενδεχόμενο που επιβεβαιώνεται περίπου μία φορά στις 5 εκλογικές αναμετρήσεις (όπως συνέβη τελευταία φορά το 2022).

Για την πληρέστερη αποτύπωση των αποτελεσμάτων, η ομάδα του Gary King επεξεργάστηκε πέντε διαφορετικά σενάρια, συνδυάζοντας τις μετρήσεις των δημοσκοπήσεων και τα ιστορικά περιθώρια σφάλματος:

Σενάριο 1: Οι δημοσκοπήσεις είναι σε μεγάλο βαθμό σωστές

Στο πρώτο σενάριο, οι δημοσκοπήσεις αποδεικνύονται ακριβείς, στα πρότυπα των εκλογικών αναμετρήσεων του 2022, του 1994 και του 1990. Η σύγκλιση των ποσοτικών αναλυτών, των αγορών προγνωστικών, των εθνικών και τοπικών δημοσκοπήσεων, καθώς και των δομικών μοντέλων δείχνει μια τυπική ενδιάμεση εκλογική αναμέτρηση, όπου το κυβερνών κόμμα χάνει έδαφος στο νομοθετικό σώμα.

Χάρη στο ευνοϊκό κλίμα και τους ισχυρούς υποψηφίους, οι Δημοκρατικοί ξεπερνούν τα εμπόδια της πολιτικής γεωγραφίας στη Γερουσία και τις προσπάθειες εκλογικής χειραγώγησης (gerrymandering) στη Βουλή, κατακτώντας την πλειοψηφία με περίπου 240 έδρες. Παράλληλα, επικρατούν σε πολιτείες που υπό ουδέτερες συνθήκες ρέπουν προς τους Ρεπουμπλικάνους, όπως η Αλάσκα και το Τέξας, ενώ κερδίζουν είτε την Αϊόβα (ως αντίδραση στους δασμούς) είτε το Κάνσας, όπου κατεβαίνει ο ισχυρός υποψήφιος Άνταμ Χάμιλτον.

Τα εθνικά αποτελέσματα ευθυγραμμίζονται με το μοντέλο του Gary King με απόκλιση μικρότερη του 0,25% από το 54,2% που προβλέπει το ElectIt για τους Δημοκρατικούς, δίνοντάς τους πιθανότητα 0,89 να ελέγξουν και τα δύο σώματα. Η διάμεση πρόβλεψη δίνει 242 έδρες στη Βουλή και 53 στη Γερουσία. Ιστορικά, από το 1950, το διάμεσο σφάλμα των δημοσκοπήσεων είναι 2 μονάδες, ενώ σε 3 από τις 19 ενδιάμεσες αναμετρήσεις το σφάλμα δεν ξεπέρασε τις 0,5 μονάδες.

Σενάριο 2: Συνηθισμένο περιθώριο σφάλματος υπέρ των Δημοκρατικών

Στο δεύτερο σενάριο, καταγράφεται ένα σύνηθες δημοσκοπικό σφάλμα της τάξεως των 2 ποσοστιαίων μονάδων (μία τυπική απόκλιση) υπέρ των Δημοκρατικών, οδηγώντας τους σε ευρεία νίκη.

Οι ψηφοφόροι που αποφασίζουν την τελευταία στιγμή μετατοπίζονται προς τους Δημοκρατικούς, με τον πληθωρισμό και τη γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση να λειτουργούν ως καταλύτες. Οι Δημοκρατικοί επικρατούν στην εθνική ψήφο με διαφορά 10 μονάδων (έναντι 8 που αναμενόταν) και αποσπούν αμφίρροπες έδρες των Ρεπουμπλικάνων σε Νέα Υόρκη, Βιρτζίνια, Μιζούρι και Πενσυλβάνια, με αποτέλεσμα την ήττα των Μάικ Λόουλερ, Ρομπ Γουίτμαν και Αν Βάγκνερ.

Το κόμμα συγκεντρώνει περίπου 253 έδρες στη Βουλή και 54 στη Γερουσία, διατηρώντας το Μίσιγκαν και κερδίζοντας το Τέξας και την Αϊόβα. Οι πρωτοσέλιδοι τίτλοι την επομένη των εκλογών κάνουν λόγο για την ευρύτερη πλειοψηφία των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων από το 2008.

Σενάριο 3: Συνηθισμένο περιθώριο σφάλματος υπέρ των Ρεπουμπλικάνων

Εδώ καταγράφεται ένα τυπικό σφάλμα 2 ποσοστιαίων μονάδων υπέρ των Ρεπουμπλικάνων, με τους Δημοκρατικούς να επικρατούν στην εθνική ψήφο με διαφορά 6 μονάδων αντί για 8.

Οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρούν τις οριακές έδρες τους σε Βιρτζίνια, Πενσυλβάνια, Μιζούρι και Μίσιγκαν, ενώ αποσπούν αμφίρροπες περιφέρειες των Δημοκρατικών σε Τέξας και Φλόριντα, οπότε οι Βισέντε Γκονζάλες, Κάθι Κάστορ και Τζάρετ Μόσκοβιτς χάνουν τις έδρες τους. Οι Δημοκρατικοί περιορίζονται σε περίπου 232 έδρες στη Βουλή.

Στη Γερουσία η μάχη γίνεται αμφίρροπη: οι Δημοκρατικοί διατηρούν το Μίσιγκαν και κερδίζουν Μέιν, Αλάσκα και την ειδική αναμέτρηση στο Οχάιο, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι κρατούν Τέξας, Αϊόβα και Κάνσας. Με 50 ή 51 έδρες, η πλειοψηφία των Δημοκρατικών κρέμεται από μια κλωστή. Σε αυτό το σενάριο, οι Δημοκρατικοί διατηρούν μεν τη Βουλή, αλλά ο έλεγχος της Γερουσίας κρίνεται στις λεπτομέρειες στην Αλάσκα.

Σενάριο 4: Ιστορικό δημοσκοπικό σφάλμα υπέρ των Δημοκρατικών

Το σενάριο αυτό προϋποθέτει ένα ιστορικό σφάλμα άνω των 4 ποσοστιαίων μονάδων (δύο ή περισσότερες τυπικές αποκλίσεις), μεγαλύτερο από κάθε άλλο από το 1950, με τους Δημοκρατικούς να επικρατούν στην εθνική ψήφο με διαφορά 13 μονάδων.

Σε αυτή την περίπτωση, οι Δημοκρατικοί σαρώνουν περιφέρειες σε Κολοράντο, Φλόριντα, Βιρτζίνια και Τέξας που θεωρούνταν ότι έκλιναν προς τους Ρεπουμπλικάνους, κερδίζοντας παράλληλα 19 από τις 74 έδρες που θεωρούνταν σχεδόν εξασφαλισμένες για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ανάμεσα στους ηττημένους βρίσκονται η Λόρεν Μπόεμπερτ, η Άννα Παουλίνα Λούνα και η Βιρτζίνια Φοξ.

Οι Δημοκρατικοί εκτοξεύονται στις 274 έδρες στη Βουλή και τις 56 στη Γερουσία (κερδίζοντας Μίσιγκαν, Τέξας, Αϊόβα και Κάνσας), καταγράφοντας τη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους στο Κογκρέσο από το 1978.

Σενάριο 5: Ιστορικό σφάλμα στις δημοσκοπήσεις υπέρ των Ρεπουμπλικάνων

Στο τελευταίο σενάριο, οι δημοσκοπήσεις αποδεικνύονται εξαιρετικά ελαττωματικές, θυμίζοντας τα δομικά προβλήματα των δεκαετιών του 1930 και 1940. Τα χαμηλά ποσοστά ανταπόκρισης και οι συστηματικές αστοχίες στη μεθοδολογία οδηγούν σε ιστορική απόκλιση άνω των 4 μονάδων.

Η διαφορά των Δημοκρατικών στην εθνική ψήφο συρρικνώνεται στις 2 μόλις μονάδες. Οι Ρεπουμπλικάνοι κρατούν τις προαστιακές έδρες σε Αϊόβα, Νιου Τζέρσεϊ, Κολοράντο και Νέα Υόρκη, ενώ οι Δημοκρατικοί Μάρσι Καπτούρ, Τομ Σουόζι και Ντον Ντέιβις χάνουν τις έδρες τους.

Έτσι, οι Δημοκρατικοί περιορίζονται σε 214 έδρες στη Βουλή, χάνοντας την πλειοψηφία, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρούν τον έλεγχο της Γερουσίας κρατώντας Μέιν και Τέξας και κερδίζοντας τις έδρες σε Οχάιο και Μίσιγκαν. Σε μια τέτοια εξέλιξη, οι Ρεπουμπλικάνοι θα είχαν πετύχει μια ιστορική ανατροπή, αξιοποιώντας την υψηλή συσπείρωση των ψηφοφόρων τους και διατηρώντας τα ερείσματά τους σε ισπανόφωνους και χαμηλόμισθους ψηφοφόρους.

Ο κίνδυνος του λάθους

Εξηγώντας τη φιλοσοφία της δημοσιοποίησης των ευρημάτων, η επιστημονική ομάδα του καθηγητή Gary King επισημαίνει: «Δημοσιοποιούμε αυτές τις προβλέψεις (συμπεριλαμβανομένων όλων των δεδομένων, μεθόδων και διαδικασιών) επειδή οι ακαδημαϊκοί μαθαίνουν όταν εκτίθενται στον κίνδυνο να αποδειχθούν λάθος. Δημοσιεύσαμε αυτό το κείμενο στις 15/10/2026 και δεν θα κάνουμε καμία αλλαγή στην πρόβλεψή μας για μετά τις εκλογές (η οποία δεν βασίζεται σε δημοσκοπήσεις), αλλά θα ενημερώσουμε δύο άλλες σειρές προβλέψεων που ενσωματώνουν αποτελέσματα δημοσκοπήσεων, καθώς θα εμφανίζονται νέα στοιχεία», αναφέρει η ομάδα του καθηγητή Gary King.

εκλογές ΗΠΑΝτόναλντ ΤραμπΡεπουμπλικάνοιΔημοκρατικοίΗΠΑΓερουσίαεκλογέςπανεπιστήμιο Χάρβαρντενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑειδήσεις τώρα