Κόσμος|08.11.2026 10:28

Η βαριά ήττα του Τραμπ και οι υπολογισμοί της Αθήνας για το 2027

Μάρκος Μυρσινιάδης

Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην Ουάσιγκτον φέρνει ξανά στο επίκεντρο της ελληνικής διπλωματίας την υπόθεση των F-35 που διεκδικεί η Τουρκία, καθώς η μεγάλη ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου μεταβάλλει τις ισορροπίες στο Κογκρέσο, από το οποίο περνούν κρίσιμες αποφάσεις για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου υπήρξε συντριπτική, με τους υποψηφίους τους να κερδίζουν ακόμη και σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Κάνσας, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν επί δεκαετίες ισχυρά ερείσματα. Για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, που έχει μπροστά της τις εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2027, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις σχέσεις με την Άγκυρα, αλλά επεκτείνεται στις εξοπλιστικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και στις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, οι οποίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις διεθνείς τιμές της ενέργειας.

Ο στρατηγικός διάλογος του Οκτωβρίου ανέδειξε την έκταση της ελληνοαμερικανικής ατζέντας, με τις συζητήσεις να εκτείνονται από τις εξοπλιστικές προμήθειες και τη συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία έως τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου, τις έρευνες υδρογονανθράκων και την προστασία κρίσιμων υποδομών. Πρόκειται για τομείς στους οποίους η ελληνική κυβέρνηση έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη στρατηγική θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο και να εξασφαλίσει τη συνέχεια των αμερικανικών δεσμεύσεων. Η εκλογική ανατροπή στην Ουάσιγκτον αποκτά, επομένως, ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα, καθώς οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν αυξημένη δυνατότητα παρέμβασης σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ θα εξακολουθήσει να διατηρεί τον έλεγχο του Λευκού Οίκου και να καθορίζει τις βασικές επιλογές της αμερικανικής πολιτικής.

Οι υπολογισμοί της Αθήνας και ο τουρκικός παράγοντας

Η ελληνική κυβέρνηση είχε προετοιμαστεί για απώλειες των Ρεπουμπλικανών, κάτι που είχε ουσιαστικά προαναγγείλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στις 3 Νοεμβρίου, συνδέοντας τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων με την οικονομική πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά. Μετά τις εκλογές, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επέμειναν στον διακομματικό χαρακτήρα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία των δύο χωρών και οι συμφωνίες που έχουν ήδη δρομολογηθεί δεν εξαρτώνται από τις εσωτερικές πολιτικές αναμετρήσεις των ΗΠΑ.

Η στάση αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι η Αθήνα διατηρεί ισχυρούς διαύλους τόσο με τη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση όσο και με στελέχη των Δημοκρατικών που ασχολούνται συστηματικά με τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Από τις 3 Ιανουαρίου 2027, όταν θα αναλάβει το νέο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν τις κοινοβουλευτικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων και την Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, στην οποία αναμένεται να απασχολήσει εκ νέου η προσπάθεια της Τουρκίας να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35.

Η υπόθεση παραμένει συνδεδεμένη με την προμήθεια των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400 από την Άγκυρα και με τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας. Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου ενισχύει την παρουσία πολιτικών που έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για ευνοϊκή μεταχείριση της Τουρκίας, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εκλογή του Ελληνοαμερικανού Δημοκρατικού Κρις Πάπας στη Γερουσία. Ο Πάπας, ο οποίος έχει τοποθετηθεί δημοσίως κατά της πώλησης F-35 στην Τουρκία, θα συμμετέχει σε ένα Κογκρέσο όπου εξελέγησαν συνολικά επτά πολιτικοί ελληνικής καταγωγής.

Στην Αθήνα, πάντως, γνωρίζουν ότι ο Τραμπ διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων στην εξωτερική πολιτική και ότι μέχρι την ορκωμοσία του νέου Κογκρέσου η σημερινή ρεπουμπλικανική πλειοψηφία εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα να προχωρήσει νομοθετικές πρωτοβουλίες. Έτσι, η ανατροπή της 3ης Νοεμβρίου δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες για την Τουρκία, αλλά δεν ακυρώνει τις πολιτικές επιδιώξεις του Αμερικανού προέδρου.

Η εκκρεμότητα στην πρεσβεία και οι αμερικανικές συμφωνίες

Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατάσταση στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, μετά την παραίτηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και την ανάληψη καθηκόντων από τον έμπειρο διπλωμάτη Τζος Χακ. Ο επόμενος πρέσβης που θα επιλέξει ο Λευκός Οίκος θα χρειαστεί την έγκριση της Γερουσίας και, εφόσον η διαδικασία παραμείνει ανοιχτή μετά τις 3 Ιανουαρίου, θα βρεθεί ενώπιον νέας δημοκρατικής πλειοψηφίας.

Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία οι δύο χώρες έχουν ανακοινώσει σημαντική διεύρυνση της αμυντικής τους συνεργασίας. Κατά τον στρατηγικό διάλογο της 7ης Οκτωβρίου, Αθήνα και Ουάσιγκτον ανακοίνωσαν στρατιωτικές πωλήσεις ύψους 4 δισ. δολαρίων μέσω του προγράμματος Foreign Military Sales, παράλληλα με νέες πρωτοβουλίες στον ενεργειακό τομέα και στην αμυντική βιομηχανία. Η ελληνική πλευρά έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τη συνέχιση αυτών των προγραμμάτων, ανεξαρτήτως της σύγκρουσης που αναμένεται να κλιμακωθεί μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου.

Το καλώδιο, το Ιράν και η ελληνική κάλπη

Την ίδια ώρα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις προσφέρουν ένα ακόμη πεδίο στο οποίο θα δοκιμαστούν οι νέες αμερικανικές ισορροπίες. Η έκδοση ελληνικής NAVTEX για την επανέναρξη ερευνών που συνδέονται με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου προκάλεσε τουρκική αντι-NAVTEX, με την Άγκυρα να επαναφέρει τις γνωστές αξιώσεις της για τη θαλάσσια περιοχή όπου πρόκειται να κινηθεί το ερευνητικό σκάφος. Χθες, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν υποστήριξε ότι η διαφορά έχει διευθετηθεί, αποφεύγοντας ωστόσο να εξηγήσει με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε η διευθέτηση.

Στο οικονομικό πεδίο, η κυβέρνηση παρακολουθεί τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, καθώς η συνέχιση του πολέμου στο Ιράν και οι δυσκολίες στις διεθνείς ενεργειακές μεταφορές συντηρούν την αβεβαιότητα γύρω από τις τιμές των καυσίμων. Το ζήτημα έχει ήδη βαρύ πολιτικό αποτύπωμα στην Ελλάδα, αφού στη δημοσκόπηση της Alco που παρουσιάστηκε στις 2 Νοεμβρίου, το 68% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι επιθυμεί αλλαγή διακυβέρνησης, ενώ το 55% θεωρεί πιθανό να περιορίσει ακόμη και την αγορά βασικών αγαθών κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει τοποθετήσει τις εθνικές εκλογές την άνοιξη του 2027, πριν από την ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα την 1η Ιουλίου. Η προεκλογική περίοδος θα εξελίσσεται, συνεπώς, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ θα βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο που θα ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, η Τουρκία θα συνεχίζει τις προσπάθειες για την άρση των αμερικανικών περιορισμών στα εξοπλιστικά της προγράμματα και η Αθήνα θα επιδιώκει να διατηρήσει την αμερικανική στήριξη σε μια περίοδο αυξημένης οικονομικής και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

NAVTEXΝτόναλντ Τραμπενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑειδήσεις τώραεκλογές ΗΠΑΤουρκία