Βιβλίο|02.06.2026 14:55

Βαλερί Αγγέλου στο ethnos.gr: «Το ανήκειν είναι μια διαρκής αναζήτηση»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Κάθε εποχή κρύβει αμέτρητες ιστορίες με πρόσωπα που αγάπησαν, ονειρεύτηκαν, πάλεψαν και άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στον χρόνο. Αυτές ακριβώς τις ιστορίες αγαπά ν' ανακαλύπτει και να ζωντανεύει μέσα από τα βιβλία της η Βαλερί Αγγέλου, η συγγραφέας που έχει κερδίσει την αγάπη των αναγνωστών χάρη στην ικανότητά της να μεταφέρει το κοινό σε άλλες εποχές και να το κάνει συνοδοιπόρο σε ταξίδια γνώσης και συναισθήματος.

Γεννημένη στο Charleroi του Βελγίου και μεγαλωμένη στη Ρόδο, η Βαλερί Αγγέλου έζησε από μικρή μέσα σε εικόνες και αφηγήσεις που συνδέονται με την Ιστορία. Η Ρόδος, με τα μνημεία, τα κάστρα, τα πλακόστρωτα σοκάκια και τις μνήμες αιώνων που συναντά κανείς σε κάθε γωνιά της, αποτέλεσε μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Η αγάπη της για το παρελθόν και τους ανθρώπους που το διαμόρφωσαν την οδήγησε σε μια συγγραφική πορεία, μέσα από την οποία αναζητά ιστορίες που αξίζει να φωτιστούν και να φτάσουν στον σύγχρονο αναγνώστη.

Παράλληλα με τη συγγραφή, ακολουθεί μια ιδιαίτερα επιτυχημένη επαγγελματική διαδρομή στον χώρο της ιατρικής. Είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Universite Libre de Bruxelles, με μεταπτυχιακές σπουδές στη ρινολογία και τη ρινοχειρουργική, διατηρεί ιατρείο στον Άλιμο και αρθρογραφεί σε ενημερωτικές ιστοσελίδες. Η επιστημονική της κατάρτιση, η αγάπη της για τη μελέτη και η προσοχή στη λεπτομέρεια αποτυπώνονται έντονα και στα βιβλία της, προσφέροντας στον αναγνώστη ιστορίες με ζωντάνια, ρεαλισμό και ιστορική ακρίβεια.

Στο νέο της μυθιστόρημα με τίτλο «Χάνεμ» από τις εκδόσεις Διόπτρα, η συγγραφέας μάς μεταφέρει στην Αλεξάνδρεια του 1882. Μια πόλη λαμπερή, γεμάτη πολιτισμούς, γλώσσες, αρώματα και ανθρώπους από κάθε γωνιά της Μεσογείου. Μια πόλη που αποτελεί σημείο συνάντησης Ανατολής και Δύσης, εμπορίου και πολιτισμού, ονείρων και φιλοδοξιών. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές εξελίξεις αποκτούν καταιγιστικό ρυθμό και οι ισορροπίες αλλάζουν μέρα με τη μέρα.

Μέσα σε αυτό το εντυπωσιακό ιστορικό σκηνικό αναπτύσσεται η ιστορία της Σμαραγδής και του Ταουφίκ. Η Σμαραγδή φτάνει στην Αίγυπτο μαζί με την οικογένειά της από την Κάσο, αναζητώντας νέες προοπτικές ζωής. Ο Ταουφίκ, γιος του Ισμαήλ Πασά, καλείται να βαδίσει σε έναν δρόμο γεμάτο ευθύνες και προσδοκίες. Οι ζωές τους συναντιούνται σε μια εποχή γεμάτη ένταση, σημαντικές αποφάσεις και καθοριστικές στιγμές για την πορεία της ιστορίας.

Το «Χάνεμ» προσφέρει πολύ περισσότερα από μια ιστορία αγάπης. Οι σελίδες του ζωντανεύουν μια ολόκληρη εποχή, φέρνουν στο προσκήνιο ανθρώπινες σχέσεις, κοινωνικά στερεότυπα, πολιτικές εξελίξεις και πρόσωπα που κινούν τα νήματα της ιστορίας. Η Αλεξάνδρεια παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη με τρόπο κινηματογραφικό, γεμάτη εικόνες, ήχους, χρώματα και συναισθήματα που δημιουργούν την αίσθηση ενός αληθινού ταξιδιού στον χρόνο.

Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο κατέχει η έρευνα που προηγήθηκε της συγγραφής του. Η Βαλερί Αγγέλου αξιοποιεί ιστορικές πηγές και πραγματικά γεγονότα, συνθέτοντας ένα έργο όπου η ιστορία και η μυθοπλασία συνυπάρχουν αρμονικά. Το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα που χαρίζει γνώση, συγκίνηση, αγωνία και έντονες εικόνες, προσφέροντας μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία.

Η αφήγηση στο νέο σας βιβλίο ξεκινά από πραγματικά ιστορικά γεγονότα, όπως τα εγκαίνια της Διώρυγας του Σουέζ και ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας, και συνεχίζει μέσα από μυθοπλαστικά στοιχεία. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να προσεγγίσετε μια τόσο ταραγμένη εποχή μέσα από την ιστορία της Σμαραγδής;

Από πάντα με συγκινούσε η Ιστορία, κυρίως όταν έπαυε να είναι μια στείρα αποτύπωση αριθμών και γεγονότων και ακουμπούσε πάνω στις ανθρώπινες αφηγήσεις. Πίσω από κάθε πόλεμο, κάθε πολιτική αναταραχή ή κοινωνική αλλαγή, υπάρχουν άνθρωποι που καλούνται να επιβιώσουν, να αγαπήσουν, να χάσουν και να ξαναχτίσουν τον εαυτό τους από την αρχή, ξανά και ξανά. Η Αλεξάνδρεια εκείνης της εποχής ήταν για μένα το ιδανικό σκηνικό. Μια πόλη πολυτάραχη και κοσμοπολίτικη, γεμάτη αντιθέσεις, τόσο φυλετικές όσο και κοινωνικές. Δεν ήταν απλώς ένας τόπος, ήταν μια κατάθεση ψυχής.

Μέσα λοιπόν σε αυτό το περιβάλλον, η προσωπική ιστορία της Σμαραγδής μού έδωσε τη δυνατότητα να προσεγγίσω την Ιστορία από τη σκοπιά του ανθρώπου. Να φωτίσω όχι μόνο τα γεγονότα της εποχής, αλλά και το συναισθηματικό τους αποτύπωμα πάνω σε μια γυναίκα που προσπαθεί να βρει τη θέση της μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια γύρω της.

Σε μια εποχή γεμάτη κοινωνικούς περιορισμούς για τις γυναίκες, η ηρωίδα σας διεκδικεί την ελευθερία της και παίρνει ενεργό ρόλο στα γεγονότα. Αν τη δούμε με τα σημερινά δεδομένα, πόσο πιστεύετε ότι έχει αλλάξει –και πόσο όχι– ο ρόλος της γυναίκας από τότε μέχρι σήμερα;

Η Σμαραγδή αρνείται να χωρέσει στο στενό πλαίσιο της γυναίκας της εποχής της, που συχνά περιοριζόταν στον ρόλο της συζύγου, της μητέρας και της κοινωνικής παρουσίας σε έναν προδιαγεγραμμένο κόσμο. Αντίθετα, επιλέγει να ανοίξει τους ορίζοντές της μέσα από τον κόσμο των βιβλίων και τη δυνατότητα που προσφέρουν στην αναζήτησή ιδεών και ταυτοτήτων. Έχοντας επηρεαστεί από τα φιλοσοφικά ρεύματα που κυκλοφορούσαν τότε στην Ευρώπη, δεν θα μπορούσε παρά να στραφεί με ευαισθησία και συνείδηση προς τους αδύναμους της κοινωνίας στην οποία ζει.

Στη σημερινή εποχή, ο ρόλος της γυναίκας έχει αλλάξει σημαντικά. Είναι πλέον πολυδιάστατος και πολυεπίπεδος. Οι γυναίκες σπουδάζουν, ψηφίζουν, εργάζονται σε υψηλές θέσεις, διεκδικούν δημόσιο λόγο και καθορίζουν τη ζωή τους με έναν τρόπο που θα φαινόταν αδιανόητος πριν από εκατόν πενήντα χρόνια. Και όμως, θεωρώ ότι υπάρχουν ακόμη ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά. Οι έμφυλες ανισότητες σε ορισμένους επαγγελματικούς χώρους, οι πιέσεις γύρω από την εμφάνιση και τη συμπεριφορά, καθώς και οι κοινωνικές προσδοκίες γύρω από τη μητρότητα συνεχίζουν να υφίστανται, άλλοτε εμφανώς και άλλοτε πιο υπόγεια. Με αυτή την έννοια, η διαδρομή της γυναίκας δεν έχει ολοκληρωθεί. Παραμένει μια διαρκής διαδικασία διεκδίκησης και επαναπροσδιορισμού.

Ο έρωτας της Σμαραγδής και του Ταουφίκ είναι καταδικασμένος από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής. Σας ενδιαφέρει γενικά να γράφετε για έρωτες που δοκιμάζονται από δυσκολίες; Τι είναι αυτό που σας ελκύει σε τέτοιες ιστορίες;

Ο έρωτας της Σμαραγδής και του Ταουφίκ δεν είναι απλώς μια προσωπική ιστορία, δεν αποτελεί μια ανέμελη ή «ανιδιοτελή» συνθήκη. Είναι μια σχέση που απαιτεί το ξεγύμνωμα της ψυχής των ηρώων. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύονται κοινωνικές αντιθέσεις, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και πολιτισμικές αποστάσεις. Και τότε, ο έρωτας αναγκάζεται να διαπραγματευτεί με τις συνθήκες της εποχής του και, τελικά, να αναμετρηθεί με το ένστικτο της επιβίωσης. Σε τέτοιες ιστορίες, το συναίσθημα δεν υπάρχει ποτέ σε απομόνωση. Δοκιμάζεται διαρκώς από τον κόσμο που το περιβάλλει και αποκαλύπτει, μέσα από αυτή τη σύγκρουση, τη βαθύτερη αλήθεια των ανθρώπων που το ζουν. Υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό;

Παρότι αναφέρεστε στον 19ο αιώνα, τα ζητήματα εξουσίας και εκμετάλλευσης μοιάζουν πολύ σύγχρονα. Βλέπετε το μυθιστόρημα και ως ένα σχόλιο για τις σημερινές μορφές εξάρτησης και πολιτικής επιρροής;

Τα ζητήματα εξουσίας και, κατ’ επέκταση, οι σχέσεις εκμετάλλευσης είναι διαχρονικά, υπάρχουν από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας. Αν αλλάζουν οι μορφές τους, η ουσία τους παραμένει συχνά αναγνωρίσιμη. Η ανάγκη για έλεγχο, η ανισότητα στη δύναμη, η διαπραγμάτευση ανάμεσα στον ισχυρό και τον αδύναμο.

Τα τελευταία εκατό χρόνια έχουν υπογραφεί δεκάδες συνθήκες και έχουν θεσπιστεί πλαίσια που επιχειρούν να κωδικοποιήσουν και να οριοθετήσουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών και ανθρώπων. Κι όμως, η πραγματικότητα δείχνει ότι η εξουσία δεν εξαφανίζεται, απλώς επειδή θεσμοθετείται. Συχνά μετασχηματίζεται, προσαρμόζεται και βρίσκει νέους τρόπους να εκφραστεί, πιο σύνθετους, πιο έμμεσους, ενίοτε και πιο δυσδιάκριτους, αλλά είναι πάντα παρούσα.

Το βιβλίο «Μπουάνα» φωτίζει λιγότερο γνωστές πτυχές, όπως η ιταλοκρατία στη Ρόδο και η ελληνική παρουσία στο Κονγκό. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να στραφείτε σε αυτές τις «ξεχασμένες» ιστορίες αντί για πιο γνωστά ιστορικά γεγονότα;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα με ενδιέφεραν οι ιστορίες των απλών ανθρώπων. Αυτές που μένουν στο περιθώριο της επίσημης αφήγησης, όχι επειδή είναι λιγότερο σημαντικές, αλλά επειδή συχνά δεν έχουν ακουστεί όσο τους αναλογεί. Μεγαλώνοντας στο πανέμορφο νησί της Ρόδου, του οποίου ο φυσικός πλούτος συναγωνίζεται επάξια την πολιτισμική του παρακαταθήκη, συνειδητοποίησα ότι η ιστορία αυτού του τόπου δεν είναι ευρέως γνωστή. Πόσο μάλλον η ιστορία του Κονγκό, που αφορούσε άμεσα ένα μέρος του πληθυσμού που μετανάστευσε εκεί αμέσως μετά την ενσωμάτωση.

Ένιωσα, λοιπόν, την ανάγκη να φωτίσω την ιστορία του τόπου μου και να τη φέρω πιο κοντά και σε άλλους ανθρώπους, να ταξιδέψει στις καρδιές τους. Το «Μπουάνα» για μένα δεν είναι απλώς ένα βιβλίο, αλλά μια βιωματική διαδρομή. Αποτελεί ουσιαστικά μια κατάθεση ψυχής και, σε μεγάλο βαθμό, μια πραγματική ιστορία όπως τη γνώρισα μέσα από τις μνήμες και τις αφηγήσεις των ανθρώπων που τη βίωσαν.

Η ηρωίδα σας βιώνει πόλεμο, φτώχεια, μετανάστευση και ξαναχτίζει τη ζωή της από την αρχή. Θεωρείτε ότι η Αναστασία εκπροσωπεί μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν από το μηδέν;

Η ζωή της Αναστασίας ταυτίζεται με την πορεία πολλών ανθρώπων εκείνη την εποχή. Το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ο Εμφύλιος άφησαν βαθιές πληγές, ενώ η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες στους Ροδίτες, οι οποίες όμως δεν επαληθεύτηκαν. Η μεταβατική εκείνη περίοδος έφερε έντονες οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, καθώς το ελληνικό κράτος κλήθηκε να προχωρήσει σε βαθιές τομές για την ομαλή ένταξη των νησιών. Οι αλλαγές αυτές, αντί να αποδώσουν άμεσα σταθερότητα, οδήγησαν σε νέες δυσκολίες, ένδεια και ανασφάλεια, με αποτέλεσμα αρκετοί άνθρωποι να στραφούν ξανά στη μετανάστευση ως διέξοδο.

Πολλοί Δωδεκανήσιοι τότε έφυγαν στην Αμερική, στην Αυστραλία και κάποιοι στην Αφρική, με σκοπό να χτίσουν τις ζωές τους από την αρχή. Η δική της διαδρομή δεν καθορίζεται από μία μόνο στιγμή αναγκαστικής επανεκκίνησης, αλλά από μια διαρκή αλληλουχία ξεριζωμών, από την ιταλική κατοχή και τη γερμανική επέλαση στη Ρόδο, μέχρι τη μετανάστευση στο βελγικό Κονγκό, τον εμφύλιο που ξέσπασε εκεί και, τελικά, την απέλαση από την Αφρική. Μια διαδρομή που ακολούθησε τελικά μια ολόκληρη γενιά.

Η μετάβαση από τη Ρόδο στο Κονγκό φέρνει μια βαθιά αλλαγή ταυτότητας. Πώς προσεγγίσατε το συναίσθημα του «ανήκειν» όταν κάποιος ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους; Τι είναι για εσάς «πατρίδα»;

Η μετάβαση από τη Ρόδο στο Κονγκό, για μένα, δεν ήταν απλώς μια γεωγραφική μετακίνηση αλλά μια εσωτερική ρωγμή. Ήταν το σημείο στο οποίο η ηρωίδα του βιβλίου κλήθηκε όχι μόνο να ξαναχτίσει τη ζωή της, αλλά και να επαναπροσδιορίσει την ηθική της πυξίδα. Έχοντας ζήσει τον ίδιο τον τόπο της κατακτημένο και λεηλατημένο από τις δυνάμεις του Άξονα, βρίσκεται ξαφνικά σε μια νέα πατρίδα, με ένα τερτίπι της μοίρας, από την «ευνοημένη» πλευρά της σκακιέρας. Κουβαλώντας μέσα της τις πληγές της επικυριαρχίας, αναγκάστηκε να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της. Το συναίσθημα του «ανήκειν», από την άλλη, το προσέγγισα μέσα από την αστάθεια. Όταν ζεις ανάμεσα σε δύο κόσμους, δεν έχεις δύο πατρίδες με τη στενή έννοια. Έχεις δύο τρόπους να νιώθεις ξένος και έναν διαρκή αγώνα να βρεις σημείο ισορροπίας.

Οι χαρακτήρες σας δοκιμάζονται συνεχώς αλλά επιμένουν. Σας ενδιέφερε να δείξετε ότι η ανθεκτικότητα είναι ίσως το πιο βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης;

Απόλυτα. Νομίζω πως οι άνθρωποι πολλές φορές είναι πολύ πιο ανθεκτικοί απ’ όσο πιστεύουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Θυμάμαι, όταν ακόμη μελετούσα τα πραγματολογικά στοιχεία για το πρώτο μου βιβλίο, κάποιος με ρώτησε αν η ηρωίδα μου ήταν κάποια σημαντική προσωπικότητα, αν είχε κάνει «κάτι σπουδαίο». Δεν σας κρύβω πως είχα απορήσει με αυτή τη λογική, με έναν σχεδόν άτυπο ελιτισμό που θεωρεί πως μόνο οι «μεγάλοι» άνθρωποι αξίζουν να γίνουν ιστορία.

Οι ήρωες των βιβλίων μου δεν είναι άνθρωποι «ηρωικοί» με τη συμβατική έννοια. Είναι καθημερινοί άνθρωποι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με καταστάσεις μεγαλύτερες από τους ίδιους και, παρ’ όλα αυτά, συνέχισαν να προχωρούν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη μορφή ανθεκτικότητας. Όχι στις μεγάλες πράξεις που γράφονται στα βιβλία της Ιστορίας, αλλά στη σιωπηλή δύναμη των ανθρώπων να επιβιώνουν, να αγαπούν και να ξαναχτίζουν τη ζωή τους ξανά από την αρχή.

Η επαγγελματική σας πορεία συνδυάζει την ιατρική με τη συγγραφή. Πώς επηρέασε η επαφή σας με τον άνθρωπο ως γιατρός τον τρόπο που χτίζετε τους ήρωες σας;

Η ιατρική έχει την ικανότητα να σε φέρνει σε άμεση επαφή με τον άνθρωπο στην πιο αληθινή και ευάλωτη εκδοχή του. Μέσα στο ιατρείο δεν είναι λίγες οι φορές που καταρρέουν οι κοινωνικοί ρόλοι, οι άμυνες και οι μάσκες που όλοι φοράμε στην καθημερινότητα. Εκεί ο φόβος, η απώλεια και η αγωνία γίνονται κοινός παρονομαστής για όλους, χωρίς στεγανά και διαχωρισμούς.

Νομίζω πως αυτή η επαφή επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω τους ήρωές μου. Δεν με ενδιαφέρουν οι μονοδιάστατοι χαρακτήρες ούτε οι άνθρωποι που παρουσιάζονται μόνο ως «καλοί» ή «κακοί». Εξάλλου, στην πραγματικότητα σπάνια συναντάμε το απόλυτα καλό ή το απόλυτα κακό. Με ενδιαφέρει η ανθρώπινη αντίφαση, το πώς κάποιος μπορεί την ίδια στιγμή να είναι γενναίος και φοβισμένος, τρυφερός και σκληρός, δυνατός και βαθιά πληγωμένος.

*Φωτογραφίες εξωφύλλου: Christina Karagiannis

μετανάστευσηΔιόπτρασυγγραφέαςσυνέντευξηβιβλίογυναίκες