Βιβλίο|07.06.2026 18:55

Λάζαρος Αλεξάκης στο ethnos.gr: «Η νοσταλγία είναι ένα χρηματιστήριο ξοφλημένων ιδεών που πουλιούνται ακριβά»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Ο Λάζαρος Αλεξάκης είναι από εκείνους τους συγγραφείς που καταφέρνουν να συνδυάζουν τη λογοτεχνία με το χιούμορ και την οξυδερκή παρατήρηση της καθημερινότητας. Γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης, σπούδασε λογοτεχνία, φιλοσοφία και ψυχολογία, ενώ η αγάπη του για τις ιστορίες τον οδήγησε να ασχοληθεί με πολλά διαφορετικά είδη γραφής, από μυθιστορήματα και διηγήματα μέχρι κόμικς και αρθρογραφία. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι αντιμετωπίζει ακόμη και τα πιο σοβαρά θέματα με μια δόση σαρκασμού και παιχνιδιάρικης διάθεσης, κάνοντας τον αναγνώστη να γελά αλλά και να σκέφτεται ταυτόχρονα.

Στο νέο του βιβλίο «Το Μυστικό του Ομπλίκ» από τις εκδόσεις Διόπτρα, ο Λάζαρος Αλεξάκης υπογράφει μια από εκείνες τις ιστορίες που ξεκινούν σαν ξεκαρδιστική κωμωδία και, χωρίς να το καταλάβεις, σε οδηγούν να κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά τον κόσμο γύρω σου. Η πλοκή μάς μεταφέρει στο Ομπλίκ, ένα μικρό και σχεδόν ξεχασμένο γαλλικό νησί που μέχρι χθες δεν απασχολούσε κανέναν. Ξαφνικά όμως βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όταν τεράστια ευρωπαϊκά κονδύλια καταλήγουν εκεί για την καλλιέργεια μιας παράξενης νέας πατάτας. Και κάπου εκεί αρχίζει το χάος, με τον πιο απολαυστικό τρόπο.

Στο νησί καταφθάνουν κάθε λογής χαρακτήρες, όπως πολιτικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, κληρικοί, ακτιβιστές, καλλιτέχνες και άνθρωποι που βλέπουν στο χρήμα μια μεγάλη ευκαιρία. Το μέχρι πρότινος ήσυχο Ομπλίκ μετατρέπεται σε ένα σκηνικό γεμάτο ίντριγκες, παρεξηγήσεις, υπερβολές και ξεκαρδιστικές καταστάσεις.

Αυτό που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει είναι ότι πίσω από το χιούμορ του κρύβεται μια πολύ εύστοχη ματιά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας σατιρίζει τη γραφειοκρατία, τις πολιτικές σκοπιμότητες, τη δίψα για εξουσία, τα οικονομικά συμφέροντα και την ευκολία με την οποία συχνά δημιουργούνται «σημαντικά» γεγονότα από το πουθενά. Και το πετυχαίνει χωρίς διδακτισμό, μέσα από σκηνές που μοιάζουν απίθανες αλλά ταυτόχρονα τρομερά γνώριμες.

Η γραφή του είναι γρήγορη, ζωντανή και κινηματογραφική. Τα κεφάλαια διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοιο ρυθμό που δύσκολα αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Οι διάλογοι έχουν ενέργεια, οι χαρακτήρες είναι απολαυστικά ιδιαίτεροι και το χιούμορ λειτουργεί σχεδόν σε κάθε σελίδα. Πέρα όμως από το γέλιο, το βιβλίο αφήνει και μια δεύτερη ανάγνωση. Σε κάνει να αναρωτηθείς πόσο συχνά η πραγματικότητα μοιάζει με μια καλοστημένη παράσταση, πόσο εύκολα το χρήμα αλλάζει τις ισορροπίες και πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στη σάτιρα και στην αληθινή ζωή.

Το «Μυστικό του Ομπλίκ» είναι μια έξυπνη, απολαυστική και πολύ επίκαιρη πολιτική σάτιρα που διαβάζεται νεράκι. Ένα βιβλίο γεμάτο χιούμορ, ανατροπές και ευρηματικούς χαρακτήρες, που σε διασκεδάζει από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, ενώ ταυτόχρονα σου θυμίζει ότι καμιά φορά η πραγματικότητα μπορεί να είναι εξίσου παράξενη και απρόβλεπτη με τη λογοτεχνία.

Το Ομπλίκ είναι ένα μέρος που δημιουργήθηκε από τους ανθρώπους… ή ένα μέρος που αποκαλύπτει αυτό που πραγματικά είναι οι άνθρωποι;

Το δεύτερο. Το Ομπλίκ δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε από τη φύση. Η ανθρώπινη παρέμβαση, χωρίς να θέλω να κάνω σπόιλερ, είναι αυτή που αποδεικνύεται τοξική.

Η ιστορία ξεκινά από μια φαινομενικά αθώα χρηματοδότηση. Πιστεύετε ότι το χρήμα λειτουργεί ως καταλύτης που αποκαλύπτει τον πραγματικό χαρακτήρα μιας κοινωνίας;

Υπάρχει αθώα χρηματοδότηση, άνευ διαφθοράς; Δεν θα έλεγα ότι ο χαρακτήρας του κοινωνικού συνόλου είναι αυτός που εκφράζουν ο Ρομπέρ και όλοι οι άλλοι πολιτικοί του βιβλίου. Σίγουρα όμως, ένα μέρος του είναι απόλυτα προσηλωμένο στο να πετύχει προσωπικούς στόχους θυσιάζοντας τους πάντες.

Πολλοί από τους ήρωες ζουν μπροστά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά η ζωή τους μοιάζει κενή ή κατασκευασμένη. Σας απασχολεί η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα που προβάλλεται και στην πραγματικότητα που κρύβεται από πίσω;

Η εικόνα είναι επίσης μια πραγματικότητα, κι αυτή η πραγματικότητα της εικόνας είναι δουλεμένη, μελετημένη και ισορροπημένη. Ανερμάτιστη και λιπόβαρη είναι η προσωπικότητα που κρύβεται πίσω της, που είναι κενή νοήματος και ικανοτήτων.

Μέσα από το Ομπλίκ ξεδιπλώνεται μια εικόνα της σύγχρονης Ευρώπης, με θεσμούς που μοιάζουν να λειτουργούν αποκομμένοι από την κοινωνία. Είναι το βιβλίο σας μια μορφή σχολίου για την κρίση αξιών και αξιοπιστίας των ευρωπαϊκών θεσμών;

Ναι, σίγουρα. Οι θεσμοί είναι κουρασμένοι, διαδικαστικοί, γραφειοκρατικοί και αναποτελεσματικοί, κι αυτό αποτυπώνεται πολύ συχνά όταν καταγράφεται η άποψη των πολιτών για αυτές.

Η οικολογία εμφανίζεται στο βιβλίο μέσα από μια σχεδόν ειρωνική ματιά. Σας απασχολεί η εργαλειοποίηση μεγάλων ιδεών, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, από την πολιτική και την οικονομία;

Η εργαλειοποίηση είναι πασιφανής πιστεύω. Έχουμε μη αποσπώμενα πώματα στα μπουκαλάκια και καταργήσαμε τα πλαστικά καλαμάκια, ενώ υπερδυνάμεις δεν υπογράφουν βασικά πρωτόκολλα καταστρέφοντας τη φύση χωρίς τύψεις. Έχουμε ηθική για το θεαθήναι, όλα γίνονται στην πίσω αυλή. Και φυσικά για το κέρδος.

Το καλοκαίρι του 1987 λειτουργεί σχεδόν σαν «σύμβολο» στο βιβλίο σας «Σκιές του Νότου». Τι αντιπροσωπεύει για εσάς αυτή η περίοδος; Είναι μια εποχή αθωότητας ή μια ψευδαίσθηση δύναμης που τελικά καταρρέει;

Σίγουρα το δεύτερο. Τα 80s θεωρούνται από πολλούς κάτι εξαιρετικό. Από μια πλευρά ήταν, γιατί είχαμε μια πανσπερμία μουσικού, κινηματογραφικού και συγγραφικού περιεχομένου.

Οι «Σκιές» του τίτλου είναι πρόσωπα, αναμνήσεις ή κάτι βαθύτερο, ίσως οι πλευρές του εαυτού μας που δεν φωτίζονται ποτέ;

Οι σκιές είναι ένα συνονθύλευμα των αναμνήσεών μου εκείνης της δεκαετίας. Αρκετά από τα πρόσωπα του «Νότου», τα βλέπω ακόμα να κυκλοφορούν, σκιές του εαυτού τους. Έτσι προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου. Τότε ζούσαν, λειτουργούσαν και κινούνταν πάντα στο παρασκήνιο, εμφανιζόταν για λίγο και μόνο όταν το έκριναν σκόπιμο. Τώρα είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις τους παλιούς τους εαυτούς, μα είναι ακόμη εκεί. Ταυτόχρονα είναι ένας καθρέφτης των δικών μας σκιών, της δικής μας σκοτεινής πλευράς.

Υπάρχει έντονο το στοιχείο της νοσταλγίας. Τι σημαίνει για εσάς νοσταλγία; Είναι απλά ένα ταξίδι στο παρελθόν ή ένας προσωπικός απολογισμός;

Η νοσταλγία είναι κάτι επίπλαστο. Είναι ένα χρηματιστήριο ξοφλημένων ιδεών που πουλιούνται ακριβά και θα πουλιούνται ακριβά. Είναι το ψέμα που χρειαζόμαστε. Η δεκαετία του ’80 και η νοσταλγία που συμπαρασύρει είναι εφεύρεση του 2000, όπως και η δεκαετία του ’60 είναι εφεύρεση της δεκαετίας του ’80. Η πραγματικότητα όμως δεν ήταν καθόλου ρόδινη. Γι' αυτό και η νοσταλγία χάνει κατά κράτος από την πραγματικότητα στις «Σκιές του Νότου».

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι άμεση, «του δρόμου», χωρίς εξωραϊσμούς. Ήταν συνειδητή επιλογή για να αποδώσετε αυθεντικότητα ή προέκυψε καθώς γράφατε την ιστορία;

Μεγάλωσα στα 80s, τα έζησα πολύ έντονα και στην αφήγηση φρόντισα να μην υπάρχει φίλτρο. Πολλές φορές η αφήγηση είναι politically incorrect, όπως ήταν και η δεκαετία.

Οι ήρωες σας συχνά «χάνονται» και επιστρέφουν χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά. Πιστεύετε ότι ο άνθρωπος μπορεί πραγματικά να ξεφύγει από τα μοτίβα του;

Πιστεύω ότι μέχρι τα 3 - 4 χρόνια του, κάθε άνθρωπος έχει δημιουργήσει έναν σκληρό πυρήνα που τον καθορίζει. Τα μετέπειτα χρόνια, η προσωπική προσπάθεια, η εξέλιξη, οι εμπειρίες του μπορεί να αλλοιώσουν τις συμπεριφορές που απορρέουν από αυτόν τον πυρήνα, στη βάση του όμως δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτόν.

Στο βιβλίο σας «Mind the Gap», τα αντικείμενα —αυτοκίνητα, ρούχα, μηχανές— αποκτούν σχεδόν συναισθηματική αξία. Είναι αυτά υποκατάστατα ανεκπλήρωτων ονείρων;

Καθόλου. Τα μηχανοκίνητα είναι όνειρα με δική τους υπόσταση και δεν αποτελούν δεκανίκια. Η οδήγηση μιας Ιταλίδας του ’70 είναι μια εμπειρία μοναδική και αναντικατάστατη και αποτελεί ονείρωξη πολλών. Κάθε τι που διαφοροποιεί και καθορίζει την αλληλεπίδραση σου με τον φυσικό κόσμο, ειδικά κάτι που αφορά κίνηση στον χώρο, ταχύτητα, αρμονία και ισορροπία είναι πλήρης και ολοκληρωμένη εμπειρία ζωής. Το να παίζεις με τους νόμους της φυσικής είναι μια εξαιρετική απόλαυση. Όσο για το ρούχο, η κίτρινη Adidas στο «Mind the Gap» λειτουργεί ως φορέας αναμνήσεων. Η αφή είναι μια αίσθηση με πολύ καλή μνήμη. Το δέρμα θυμάται.

Σε αρκετές ιστορίες οι ήρωες «φαντάζονται» μια άλλη ζωή. Είναι η φαντασία τους μια μορφή λύτρωσης ή αυταπάτης;

Είναι ανάγκη. Πάντα κοιτάμε έξω από το παράθυρο του κελιού, ή τον κήπο του γείτονα, όπως το δει κανείς. Αυτή η φαντασία μάς κάνει να κάνουμε τέχνη. Η τέχνη είναι στην ουσία μια άλλη ζωή.

Στα βιβλία σας, το χιούμορ μοιάζει να γεννιέται μέσα από δύσκολες, σχεδόν οριακές καταστάσεις, όπως συχνά συμβαίνει και στη ζωή, ακόμη και σε στιγμές όπως μια κηδεία. Τι λέει αυτό για τη φύση μας;

Το χιούμορ είναι αντίδραση, υγιής αν και συχνά ανηλεής. Ανθίζει σε στιγμές που νιώθουμε ότι πνιγόμαστε, ότι χρειαζόμαστε μια διέξοδο. Αυτό ήταν και το σκεπτικό πίσω από τη γραφή του Ομπλίκ. Να μας δώσει μια ανάσα στις δύσκολες περιόδους που διανύουμε.

συνέντευξηΔιόπτρασυγγραφέας