Σινεμά | 20.03.2026 15:20

Γιώργος Μπένος στο ethnos.gr: «Μου λείπει η καλοσύνη των ανθρώπων»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Ο Γιώργος Μπένος είναι από τους καλλιτέχνες που δεν ακολούθησαν μια «έτοιμη» διαδρομή. Μεγάλωσε στο Βασιλικό Χαλκίδας και ήρθε στην Αθήνα όταν πέρασε στο Εθνικό, χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος ότι αυτό είναι που θέλει να κάνει. Μάλιστα, πριν την υποκριτική είχε ασχοληθεί με τη ζαχαροπλαστική — και όπως λέει, «πιάνουν τα χέρια του» — αλλά στην πορεία κατάλαβε πως ο τρόπος δουλειάς στην κουζίνα δεν του ταίριαζε τελικά.

Σήμερα, έχοντας ήδη ξεχωρίσει μέσα από δουλειές όπως το «Maestro» — για το οποίο μιλά με μεγάλη αγάπη και θεωρεί τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη «ένα μεγάλο δώρο» — παραμένει ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, που δίνει σημασία στο να παρατηρεί, να ακούει, να έχει ενσυναίσθηση. Του αρέσει να ταξιδεύει, να περνά χρόνο με τη Νίνα, να γελάει και να βρίσκει χρόνο για ξεκούραση.

Ακόμα κι όταν έρχεται η επιτυχία — όπως μετά τη διεθνή πορεία του «Maestro» στο Netflix, που του έφερε μηνύματα από όλο τον κόσμο (και μάλιστα στα ισπανικά) — ο ίδιος δεν στέκεται πολύ εκεί. Κάθε δουλειά που τελειώνει, είναι για εκείνον σαν μια νέα αρχή. Χαίρεται, νιώθει ευγνωμοσύνη, αλλά συνεχίζει μπροστά, βλέποντας την επιτυχία περισσότερο σαν ευθύνη και λιγότερο σαν κάτι για να «κάτσεις» πάνω του. Αυτό που τον ενδιαφέρει πραγματικά στην υποκριτική είναι οι πιο ήρεμες στιγμές. Εκεί που δεν χρειάζονται πολλά λόγια ή έντονες κινήσεις. Ενα βλέμμα, μια μικρή αντίδραση, κάτι πολύ απλό μπορεί να πει τελικά τα περισσότερα. Εκεί βρίσκει ο ίδιος κάτι αληθινό.

Με αφορμή την πρώτη του κινηματογραφική δουλειά, με τίτλο «Τελευταία Κλήση» της Tanweer, ο Γιώργος Μπένος μιλά στο ethnos.gr για τα όρια, την έκθεση, την εφηβεία που μας καθορίζει και την ανάγκη να διατηρήσουμε την τρυφερότητα σ' έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πάρετε μέρος στην ταινία;

Αρχικά, τρέφω τεράστια εμπιστοσύνη στον casting director Μάκη Γαζή. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά αφοσιωμένος στη δουλειά του, με αληθινή αγάπη και πάθος για αυτό που κάνει. Οπότε, από τη στιγμή που δέχτηκα το τηλεφώνημά του, ένιωσα αμέσως χαρά και μόνο στην ιδέα ότι θα περάσω από δοκιμαστικό. Όταν διάβασα το σενάριο — αρχικά μέσα από αποσπασματικές σκηνές — ένιωσα αμέσως το βάρος και την ένταση της ιστορίας. Διέκρινα μια αφήγηση γεμάτη αγωνία και συναισθηματική φόρτιση, και δεν άργησα καθόλου να πω το «ναι». Η επιλογή, βέβαια, άργησε λίγο να επιβεβαιωθεί, αλλά εκ των υστέρων νιώθω πως άξιζε κάθε στιγμή αναμονής. Τώρα που έχω δει το τελικό αποτέλεσμα, ολοκληρωμένο πια, αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για τη συγκυρία, για τη συνεργασία, για όλους τους ανθρώπους που συμμετείχαν και φυσικά για τον σκηνοθέτη Sherif Francis.

Γνωρίζατε την πραγματική υπόθεση που ενέπνευσε την ιστορία πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα;

Να πω την αλήθεια, όχι τόσο καλά. Την περίοδο που συνέβη το πραγματικό γεγονός ήμουν πολύ μικρός, περίπου τεσσάρων ή πέντε ετών. Αργότερα, όμως, στα χρόνια των σπουδών μου, έτυχε να πέσει στην αντίληψή μου αυτή η ιστορία. Θυμάμαι πως αναζήτησα πληροφορίες, είδα σχετικό υλικό — υπάρχει και στο YouTube — και κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα γεγονός που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο. 

Παρόλα αυτά, από την αρχή ο Sherif Francis μου είχε ξεκαθαρίσει πως δεν ήθελε να εστιάσω στην πραγματική ιστορία. Ο χαρακτήρας που υποδύομαι, ο Αντώνης, είναι ένας δημοσιογράφος που έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τη ζωντανή μετάδοση ενός δελτίου ειδήσεων, ένας άνθρωπος χωρίς την εμπειρία και τη «ρουτίνα» του επαγγέλματος. Έτσι, μου ζήτησε να μην μπω καν στη διαδικασία έρευνας ή μίμησης υπαρκτών προσώπων. Αυτό, φυσικά, προσέθεσε έναν επιπλέον βαθμό δυσκολίας, αλλά και δημιουργικής ελευθερίας.

Θέλω να τονίσω ότι δεν πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ, αλλά για μια ιστορία μυθοπλασίας. Αν και αντλεί έμπνευση από αληθινά γεγονότα, η ταινία χτίζει τη δική της δραματουργική πορεία, με χαρακτήρες που έχουν αυτονομία, εξέλιξη και προσωπικότητα. Πιστεύω ότι το κοινό θα το αντιληφθεί αυτό ξεκάθαρα. Δεν υποδύομαι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά έναν ήρωα που δημιουργήθηκε από την αρχή, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη, έναν χαρακτήρα με τη δική του διαδρομή και αλήθεια.

Τι πιστεύετε ότι φοβάται περισσότερο ο ήρωάς σας;

Ο Αντώνης είναι ένας χαρακτήρας που κουβαλάει ένα βάρος ήδη από την αρχή. Όπως αποκαλύπτεται σχετικά νωρίς στην ταινία, είναι γιος ενός ισχυρού προσώπου, και η παρουσία του στον συγκεκριμένο επαγγελματικό χώρο δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από αυτό. Ταυτόχρονα, έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Λίγες εβδομάδες πριν, μέσα από ένα ρεπορτάζ του, τόλμησε να εκτεθεί και να αμφισβητήσει καταστάσεις, γεγονός που τον έφερε στο επίκεντρο και τον έκανε, κατά κάποιον τρόπο, «στόχο» μέσα στο περιβάλλον του. Γι’ αυτό πιστεύω πως ο βαθύτερος φόβος του δεν αφορά απλώς την πίεση της κατάστασης που βιώνει, αλλά έχει την ανάγκη να αποδείξει την αξία του. Έρχεται αντιμέτωπος με ερωτήματα όπως, τι σημαίνει να βρίσκεται εκεί, τι σημαίνει να εξελίσσεται, τι σημαίνει για τον ίδιο η δημοσιογραφία, αλλά και ποιος είναι πραγματικά πέρα από το όνομά του.

Έτσι τον προσέγγισα κι εγώ. Θυμάμαι ότι τόσο στις πρόβες όσο και στα γυρίσματα συζητούσα με τον Sherif την ανάγκη να αναδειχθεί η ανθρώπινη πλευρά του ήρωα. Γιατί, στην ουσία, πρόκειται για έναν άνθρωπο που βρίσκεται ξαφνικά σε μια κατάσταση που δεν είχε προβλέψει. Καλείται να διαχειριστεί μια εξαιρετικά κρίσιμη συνθήκη, να συνομιλήσει με έναν κακοποιό, και ταυτόχρονα να εκτεθεί δημόσια για πρώτη φορά με έναν τόσο έντονο τρόπο. Αυτή η διπλή πίεση — επαγγελματική και προσωπική — είναι που τον καθορίζει. Και, τουλάχιστον για μένα, δεν είχε σημασία να σκεφτώ αν όλο αυτό θα τον εξελίξει ή θα τον ωφελήσει στο μέλλον. Εκείνη τη στιγμή, το μόνο που υπάρχει είναι η εμπειρία. Ωμή, άμεση και βαθιά ανθρώπινη.

Πόσο δύσκολο ήταν να μεταφέρετε την αίσθηση του πανικού ή της πίεσης χωρίς υπερβολές;

Από την πρώτη στιγμή είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στον Sherif. Μου είχε πει κάτι πολύ συγκεκριμένο: «Δες τον σαν ένα παιδί». Ως έναν νεαρό που καλείται να βρεθεί σε μια κατάσταση που τον ξεπερνά, χωρίς να έχει την εμπειρία να τη διαχειριστεί. Αυτό από μόνο του μου έδωσε μια πολύ καθαρή κατεύθυνση. Η δυσκολία ήταν διπλή. Από τη μία, ο Αντώνης πρέπει να διαχειριστεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη συνθήκη, συνομιλώντας με έναν κακοποιό που κρατά ομήρους. Από την άλλη, είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται σε ζωντανή μετάδοση. Αρα εκτίθεται δημόσια, χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Για να το προσεγγίσω αυτό, μπήκα σε μια διαδικασία παρατήρησης. Παρακολούθησα δελτία ειδήσεων, όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό, εστιάζοντας σε στιγμές όπου κάτι απρόβλεπτο συμβαίνει στον αέρα όπως, για παράδειγμα, ένας σεισμός. Αυτό λειτούργησε ως βασικό εργαλείο για μένα. Γιατί αντί να «δείξω» τον πανικό, προσπάθησα να τον κρατήσω μέσα μου. Πάντα με ενδιέφεραν οι ερμηνείες που κουβαλάνε ένα εσωτερικό βάρος, αλλά δεν εκφράζεται εύκολα. Έτσι, στόχος μου ήταν να εκφραστεί η ένταση με μικρές κινήσεις στο σώμα, στη φωνή, στην αναπνοή. 

Υπάρχει κάποια απόφαση του ήρωά σας που εσείς προσωπικά θα παίρνατε διαφορετικά; Λειτουργείτε περισσότερο με τη λογική ή με το συναίσθημα;

Είναι μια ερώτηση που με δυσκολεύει να απαντήσω, γιατί ως ηθοποιός με ενδιαφέρει πάντα να υποδύομαι τον χαρακτήρα, όχι να τον κρίνω. Αυτό που κάνουμε στην υποκριτική είναι να αγγίζουμε τα ανθρώπινα όρια, να βουτάμε σε καταστάσεις που πατούν πάνω στην ίδια τη ζωή. Και η ζωή, όπως και η τέχνη, δεν είναι ποτέ απόλυτη. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα πώς θα αντιδρούσα εγώ, ως Γιώργος, σε μια αντίστοιχη συνθήκη. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, ως άνθρωπος, λειτουργώ κυρίως με το συναίσθημα. Πάντα έτσι ήμουν. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, προσπαθώ να βρω μια ισορροπία, να μην απαντώ παρορμητικά, να φιλτράρω τις σκέψεις μου. Είναι κάτι που με έχει βοηθήσει, γιατί στο παρελθόν το συναίσθημα δεν λειτουργούσε πάντα υπέρ μου. Ίσως τότε να το απέδιδα και στην ηλικία, αλλά μεγαλώνοντας συνειδητοποιείς την ανάγκη να ισορροπείς κάπως τα πράγματα. 

Σε σχέση με την ταινία, όμως, νομίζω ότι ο Αντώνης λειτουργεί ξεκάθαρα με το συναίσθημα. Με την ψυχή του. Βρίσκεται σε μια στιγμή έντονης πίεσης, όπου καλείται να πάρει αποφάσεις σχεδόν ενστικτωδώς. Μετά και το τηλεφώνημα του πατέρα του — που ουσιαστικά του ζητά να σταματήσει — και ενώ όλοι γύρω του προσπαθούν να διακόψουν τη μετάδοση, εκείνος επιλέγει να συνεχίσει. Για μένα, αυτή η απόφαση έχει μέσα της κάτι βαθιά προσωπικό. Σαν ένα στοίχημα με τον ίδιο τον εαυτό του. Σαν να θέλει να αποδείξει ότι δεν βρίσκεται εκεί απλώς για να «παρουσιάσει» ένα δελτίο ειδήσεων, αλλά για να πει κάτι ουσιαστικό, κάτι αληθινό. Ακόμα κι αν αυτό έχει κόστος, που ίσως εκείνη τη στιγμή δεν υπολογίζει ή επιλέγει συνειδητά να αγνοήσει.

Μαθαίνοντας περισσότερες λεπτομέρειες για την αληθινή υπόθεση, έχει υπάρξει στιγμή που καταλάβατε τη δράση του Σορίν Ματέι;

Δεν θα ήθελα να απαντήσω σε αυτό, γιατί δεν έχω εμβαθύνει σε τέτοιο βαθμό στην πραγματική ιστορία. Θα ήταν άδικο να δώσω μια ξεκάθαρη τοποθέτηση χωρίς να έχω πλήρη εικόνα και ίσως και παραπλανητικό. Η αλήθεια είναι ότι δεν καταπιάστηκα ιδιαίτερα με το συγκεκριμένο γεγονός, και αυτό ήταν και μια συνειδητή επιλογή μέσα στη διαδικασία της δουλειάς. Ακόμα και όταν προσπάθησα να προσεγγίσω σχετικό υλικό, ο σκηνοθέτης με απέτρεψε, λέγοντάς μου πως δεν είναι απαραίτητο. Η κατεύθυνση ήταν να μη μείνουμε στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά να χτίσουμε μία δική μας ιστορία. 

Αν, όμως, το δω μέσα από το πρίσμα της ταινίας, αυτό που με απασχόλησε περισσότερο είναι το πώς αντιδράμε, φτάνοντας στα όριά μας. Όλοι οι χαρακτήρες — είτε είναι ο Νικολάι, είτε ο Αντώνης, είτε η Καρολίνα, είτε όσοι βρίσκονται γύρω τους — έρχονται αντιμέτωποι με ακραίες συνθήκες που δοκιμάζουν τις αντοχές τους. Και νομίζω πως αυτό είναι και ένα από τα βασικά ζητήματα που θέτει η ταινία. Δεν θέλει να δικαιολογήσει ή να εξηγήσει καταστάσεις, αλλά να παρακολουθήσει πώς αντιδρά ο άνθρωπος όταν φτάνει στα όριά του. 

Πιστεύετε ότι η ταινία ανοίγει μια συζήτηση για τον σημερινό ρόλο των ΜΜΕ και πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιες υποθέσεις; Ή είναι όλα για τα νούμερα τηλεθέασης;

Είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, και ομολογώ πως δεν την έχω σκεφτεί σε τέτοιο βάθος ώστε να δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση. Αυτό που μπορώ να πω, όμως, είναι ότι η ταινία σίγουρα ακουμπά αυτό το ζήτημα και αξίζει να το σκεφτεί κανείς περισσότερο. Αφήνει χώρο στον θεατή να αναρωτηθεί πού τελειώνει η ενημέρωση και πού ξεκινά η εκμετάλλευση. Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην ανάγκη για αλήθεια και τελικά, τι σημαίνει ευθύνη, όταν βρίσκεσαι μπροστά σε ένα γεγονός που εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο. 

Ισχύει ότι η «Τελευταία Κλήση» είναι η πρώτη σας κινηματογραφική απόπειρα μεγάλου μήκους;

Έχω συμμετάσχει στο παρελθόν σε μια ταινία μικρού μήκους, αμέσως μετά την αποφοίτησή μου από το Εθνικό. Ωστόσο, αυτή είναι η πρώτη μου εμπειρία σε ταινία μεγάλου μήκους. Βέβαια, είχε προηγηθεί το «Maestro», μια δουλειά που, παρότι τηλεοπτική, γυρίστηκε με καθαρά κινηματογραφικούς όρους. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία της μεγάλης οθόνης ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για μένα. Ήταν η πρώτη μου φορά στο λευκό πανί και είχε τη δική της ξεχωριστή βαρύτητα.

Πώς νιώσατε βλέποντας τον εαυτό σας στη μεγάλη οθόνη; Και πόσο αυστηρός είστε στην αυτοκριτική σας;

Η αλήθεια είναι πως είμαι αρκετά αυστηρός με τον εαυτό μου. Ισως και περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Νομίζω πως αυτό είναι κάτι που συναντάται συχνά στους καλλιτέχνες. Κουβαλάμε ανασφάλειες, φόβους, την έκθεση που έχει η δουλειά μας. Σίγουρα είχα πολύ άγχος και μεγάλη αγωνία για το αποτέλεσμα. Υπήρχε η ένταση της πρώτης φοράς, το να βλέπεις τον εαυτό σου σε έναν κεντρικό ρόλο, σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή, δεν είναι κάτι που το διαχειρίζεσαι εύκολα. Προσπάθησα να δω την ταινία ως θεατής, αλλά δεν τα κατάφερα. Πέρα από το άγχος, όμως, υπήρχε μια αίσθηση χαράς, ευγνωμοσύνης και περηφάνειας. Οχι μόνο προσωπικής, αλλά για όλη την ομάδα που συνέβαλε σε αυτό το αποτέλεσμα.

Αν είχατε να επιλέξετε ανάμεσα σε θέατρο, τηλεόραση και σινεμά — με ίδιους όρους και ποιότητα — τι θα διαλέγατε;

Είναι δύσκολη επιλογή, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν θα ξεκινούσα από το μέσο, καθώς το βασικό μου κριτήριο για μένα είναι πόσο καλό είναι το κείμενο. Τι έχει να πει; Γιατί υπάρχει; Μπορώ, μέσα από αυτό, να επικοινωνήσω κάτι ουσιαστικό στον θεατή; Είτε αυτός βρίσκεται σε μια θεατρική αίθουσα, είτε μπροστά από μια οθόνη. Με αυτόν τον γνώμονα επιλέγω μέχρι τώρα τις δουλειές μου, όσο τουλάχιστον μου το επιτρέπει η εμπειρία που έχω. Με ελκύουν ιστορίες που έχουν κάτι να πουν, που με αγγίζουν προσωπικά. 

Ενθουσιαστήκατε όταν σας κάλεσαν από το «Maestro» για νέα επεισόδια;

Εννοείται. Νομίζω πως κάθε φορά που χτυπά το τηλέφωνο και αφορά το «Maestro», η χαρά είναι δεδομένη για όλους μας. Δεν είναι μόνο ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά προσεγμένη και καλογραμμένη δουλειά, με πολύ ταλαντούχους ανθρώπους, είναι και το ότι, μέσα από αυτή τη διαδρομή, έχουμε πια γίνει μια οικογένεια. Έχουν δημιουργηθεί γερές φιλίες. Οπότε, κάθε νέα επιστροφή στη σειρά συνοδεύεται από ενθουσιασμό και ανυπομονησία. Είναι σαν να επιστρέφεις σε κάτι πολύ δικό σου.

Σε τι φάση βρίσκεστε αυτή την περίοδο με τα γυρίσματα;

Αυτή τη στιγμή περιμένουμε να λάβουμε τα τελευταία δύο επεισόδια. Από όσο γνωρίζουμε, ο κύκλος θα αποτελείται συνολικά από έξι. Έχουμε ήδη ολοκληρώσει τα γυρίσματα των πρώτων τεσσάρων, ενώ τα υπόλοιπα δύο αναμένεται να γυριστούν μέσα στην άνοιξη, καθώς ο καιρός παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία. Ελπίζουμε πως το αποτέλεσμα θα το δούμε τη νέα τηλεοπτική σεζόν.

Είστε ευχαριστημένος με την εξέλιξη του ρόλου σας;

Ο Σπύρος είναι ένας βαθιά συναισθηματικός χαρακτήρας, με πολλές πληγές. Νομίζω πως ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης προσεγγίζει τους ήρωές του με ειλικρίνεια και ρεαλισμό, χωρίς να ενδιαφέρεται απαραίτητα για ένα ξεκάθαρο χάπι εντ. Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να απαντήσω για την εξέλιξή του, γιατί δεν έχω ακόμη στα χέρια μου τα τελευταία δύο επεισόδια. Δεν ξέρω προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί, αν θα οδηγηθεί προς μια λύτρωση ή αν θα συνεχίσει σε μια πιο σκοτεινή πορεία. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που παλεύει συνεχώς με τον εαυτό του. Κουβαλά ένα δύσκολο, βαρύ παρελθόν, κυρίως σε οικογενειακό επίπεδο, και αυτή η εσωτερική σύγκρουση τον ακολουθεί από την αρχή της σειράς μέχρι και τώρα. Είναι ένας ρόλος που απαιτεί διαρκή εμβάθυνση και δεν σου επιτρέπει να επαναπαυτείς.

Θέλω να μιλήσουμε λίγο και για τη νέα σας παράσταση με τίτλο «Bacon»... 

Αυτή την περίοδο βρισκόμαστε σε εντατικές πρόβες στο Θέατρο Άνεσις, καθώς ετοιμάζουμε την παράσταση «Bacon», η οποία κάνει πρεμιέρα στις 17 Απριλίου στη Μικρή Σκηνή. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και συγκινητικό έργο, της Βρετανίδας συγγραφέα Sophie Swithinbank. Είμαστε δύο ηθοποιοί επί σκηνής — εγώ και ο Αλέξανδρος Πιεχόβιακ — υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Έμιλυ Λουίζου.

Είναι ένα κείμενο που μιλάει με ευαισθησία και αμεσότητα για την εφηβεία. Μια περίοδο καθοριστική, που αφήνει βαθιά ίχνη μέσα μας. Παρακολουθούμε δύο νέους ανθρώπους που επιστρέφουν σε γεγονότα που συνέβησαν στο σχολείο τους και εξακολουθούν να τους επηρεάζουν. Χωρίς να αποκαλύψω περισσότερα, θα έλεγα πως είναι μια ιστορία για το πώς τα βιώματα εκείνης της ηλικίας μπορούν να μας ακολουθούν για πολύ καιρό και για το πώς διαμορφώνουν, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που τελικά γινόμαστε.

Πώς ήταν η δική σας εφηβεία;

Δεν θα έλεγα πως ήταν μια εύκολη περίοδος. Κι αυτό συνδέεται άμεσα με αυτό που έλεγα νωρίτερα. Πολλές φορές προσεγγίζω τα πράγματα μέσα από το συναίσθημα. Μεγάλωσα σε ένα πολύ όμορφο και υγιές οικογενειακό περιβάλλον, όμως η εφηβεία, από τη φύση της, έχει τις εντάσεις και τις εσωτερικές μάχες της. Υπήρχε αυτό το «βράσιμο» της ηλικίας, η αναζήτηση, οι αμφιβολίες, οι στιγμές εσωστρέφειας. Δεν ήταν όλα εύκολα, αλλά νομίζω ότι κατάφερα να το διαχειριστώ και να προχωρήσω.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, άλλοτε χαμογελώ κι άλλοτε νιώθω μια μικρή θλίψη για κάποια πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, καταλαβαίνω πόσο καθοριστική είναι αυτή η περίοδος για έναν άνθρωπο. Ακόμα και οι δύσκολες στιγμές — τα «γιατί μου συνέβη αυτό» ή «γιατί με πλήγωσε εκείνο» — προσπαθώ πλέον να τις δω ως αφετηρία. Να πάρω κάτι από αυτές, να εξελιχθώ, να γίνω πιο δυνατός, πιο έτοιμος για μια ζωή που, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ποτέ εύκολη.

Πώς θα θέλατε να κλείσουμε την κουβέντα μας;

Τον τελευταίο καιρό κάνω μια σκέψη που νιώθω ότι με αφορά πολύ. Ζούμε σε μια εποχή αρκετά δύσκολη, τουλάχιστον έτσι τη βιώνω εγώ. Οι ρυθμοί είναι έντονοι, οι συνθήκες συχνά σκληρές και, καμιά φορά, μοιάζει σαν αυτό να αντανακλάται και στους ανθρώπους. Κάτι που νιώθω πως λείπει είναι η καλοσύνη. Η ευγένεια. Η τρυφερότητα. Ακόμα και το χιούμορ, με την απλή, ανθρώπινη έννοια. Έχω την αίσθηση ότι παρασυρόμαστε από ένα «ρεύμα» που μας οδηγεί σε πιο σκοτεινές διαθέσεις και αντιδράσεις. 

TanweerNetflixΧριστόφορος ΠαπακαλιάτηςζαχαροπλαστικήηθοποιόςΣορίν Ματέι