Σινεμά|10.10.2026 07:40

Μαζικές παραιτήσεις από γυρίσματα ταινίας υπέρ του ICE - Καταγγέλλουν παραπλανητική ενημέρωση

Newsroom

Ένας πράκτορας της ICE μπορεί να καλύπτει το πρόσωπό του όταν εκτελεί τα καθήκοντά του, όμως το όνομα ενός μέλους του κινηματογραφικού συνεργείου παραμένει στους τίτλους μιας ταινίας πολύ μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, με τα credits να επηρεάζουν τις επαγγελματικές ευκαιρίες που θα ακολουθήσουν.

Το να ακολουθεί κανείς τις οδηγίες είναι, φυσικά, μέρος της δουλειάς. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι να γνωρίζει πώς θα γυρίσει μια σκηνή και άλλο να γνωρίζει ποια ιστορία έχει συμφωνήσει να αφηγηθεί ή ποια πολιτική ατζέντα ενδέχεται να υπηρετήσει η δουλειά του.

Σύμφωνα με το IndieWire, αυτή ακριβώς η διάκριση βρίσκεται στο επίκεντρο της μαρτυρίας ενός πρώην μέλους κινηματογραφικού συνεργείου για την ταινία «Pawn Shop», μια ταινία δράσης που υποστηρίζει την ICE και χρηματοδοτείται από το μέσο ενημέρωσης Daily Wire του Μπεν Σαπίρο.

Στις 3 Οκτωβρίου, οι Αρχές στο Λίβινγκστον της Μοντάνα διέκοψαν προσωρινά την παραγωγή, έπειτα από καταγγελίες για ζητήματα δημόσιας ασφάλειας και αναστάτωση στην τοπική κοινωνία που φέρεται να προκαλούσαν τα γυρίσματα. Δύο ημέρες αργότερα, οι δημοτικοί επίτροποι συμφώνησαν ομόφωνα να επιτρέψουν τη συνέχιση των γυρισμάτων, αφού οι παραγωγοί δεσμεύτηκαν να συμμορφωθούν με τους όρους της άδειας.

«Ας είμαστε ξεκάθαροι: υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος για τον οποίο οι δημοτικοί επίτροποι αποφάσισαν να σταματήσουν την παραγωγή μας στον δρόμο. Η πολιτική, τίποτε άλλο, και ουσιαστικά το παραδέχθηκαν», δήλωσε ο Σαπίρο σε ανακοίνωση που έστειλε στον Τύπο στις 6 Οκτωβρίου.

Το Λίβινγκστον έχει μακρά ιστορία υποδοχής κινηματογραφικών συνεργείων και ο Σαπίρο υποστήριξε ότι οι τοπικές αρχές θα είχαν διευκολύνει άλλες παραγωγές, αλλά αντιτάχθηκαν ειδικά σε ένα πρότζεκτ της Daily Wire που αφορά την εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Ο συντηρητικός σχολιαστής υποστήριξε ότι η διαφορετική μεταχείριση των ταινιών ανάλογα με το περιεχόμενό τους συνιστά παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των δημιουργών. «Αυτό αποτελεί απροκάλυπτη διάκριση λόγω περιεχομένου και παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος», δήλωσε ο Σαπίρο.

«Μια διασκεδαστική ταινία δράσης»

Για τον εργαζόμενο που μίλησε ανώνυμα στο IndieWire, ωστόσο, το πρόβλημα είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, με όσα, όπως υποστηρίζει, δεν του είχαν γνωστοποιηθεί για την ταινία «Pawn Shop» προτού αποδεχθεί τη δουλειά. «Με ρώτησαν πότε ήμουν διαθέσιμος και μου είπαν ότι επρόκειτο για μια “διασκεδαστική ταινία δράσης” στο κέντρο του Λίβινγκστον. Εξαιρετικό συνεργείο, όλα υπέροχα. Αυτή ήταν ολόκληρη η παρουσίαση», ανέφερε. «Οπότε απάντησα απλώς: “Ναι, είμαι διαθέσιμος”».

Το μέλος του συνεργείου δήλωσε ότι ζήτησε το σενάριο της ταινίας και συγκεκριμένες πληροφορίες απαραίτητες για τον ρόλο του, αλλά δεν έλαβε ουσιαστικές λεπτομέρειες για το θέμα της παρά πολύ αργότερα, αφού είχε ήδη αποδεχθεί τη δουλειά. «Αν το γνώριζα αυτό, δεν θα είχα δεχθεί καν τη δουλειά», είπε.

Το IndieWire εξέτασε έγγραφα που επιβεβαιώνουν ότι το συγκεκριμένο άτομο εργάστηκε στην παραγωγή του «Pawn Shop». Ο εργαζόμενος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας, αφού είχε υπογράψει συμφωνία εμπιστευτικότητας με την παραγωγή, στην οποία συνεργάζονται η Daily Wire και η εταιρεία Bonfire Legend του παραγωγού Ντάλας Σόνιερ. Καμία από τις δύο πλευρές δεν απάντησε στις ερωτήσεις του IndieWire σχετικά με το τι είχε γνωστοποιηθεί στα μέλη του συνεργείου πριν συμφωνήσουν να συμμετάσχουν.

Η τοπική ακτιβίστρια και εργαζόμενη στον κινηματογραφικό κλάδο Μπρούκλιν Γουάιλντ, οι αναρτήσεις της οποίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την παραγωγή και τις διαμαρτυρίες που ακολούθησαν συνέβαλαν στο να λάβει η υπόθεση πανεθνική δημοσιότητα, δήλωσε ότι και άλλοι εργαζόμενοι αποχώρησαν από τα γυρίσματα όταν έμαθαν περισσότερα για το σενάριο του «Pawn Shop». «Μου είπαν ότι τους είχαν πει ρητά ψέματα για το περιεχόμενο της ταινίας, ότι ενημερώθηκαν μόνο όταν έφτασαν στο πλατό και ότι αναγκάστηκαν να οργανώσουν και να πληρώσουν οι ίδιοι το ταξίδι της επιστροφής τους για να φύγουν», ανέφερε η Γουάιλντ.

Το ανώνυμο μέλος του συνεργείου εκτίμησε ότι αποχώρησαν σχεδόν δώδεκα εργαζόμενοι και δήλωσε ότι πίστευε πως πολλοί από όσους συμμετείχαν στην ταινία είχαν έρθει από άλλες πολιτείες. Αναγνώρισε, επίσης, ένα προσχέδιο του σεναρίου που είχε παραδώσει η Γουάιλντ στο IndieWire ως έκδοση την οποία είχε δει να χρησιμοποιείται στα γυρίσματα.

Αλλοίωση της υπόθεσης δολοφονίας της Ρενέ Γκουντ

Μια περίληψη της υπόθεσης που είχε δοθεί για τις ανάγκες του κάστινγκ, επίσης από τη Γουάιλντ στο IndieWire, περιγράφει το «Pawn Shop» ως την ιστορία ενός ομοσπονδιακού πράκτορα που παγιδεύεται μέσα στο χάος στη Μινεάπολη και βρίσκει καταφύγιο σε ένα ενεχυροδανειστήριο, μαζί με έναν «παραδοσιακό ισπανόφωνο πατέρα και τον προοδευτικό γιο του, που βρίσκεται στην ηλικία των φοιτητών».

Το μέλος του συνεργείου δήλωσε ότι δεν αναγνώριζε τη συγκεκριμένη περιγραφή του κάστινγκ, αλλά πρόσθεσε ότι αυτή ταίριαζε με την αρχική αντίληψή του για την ταινία, πριν η παραγωγή αποκαλύψει περισσότερα στοιχεία για το πολιτικά φορτισμένο περιεχόμενό της.

Σε μια πρώιμη σκηνή του σεναρίου, η Μέλανι, μια διαδηλώτρια που περιγράφεται στο έγγραφο ως «χοντρή, γαλαζομάλλα», πανικοβάλλεται όταν ένας πράκτορας της ICE σηκώνει το όπλο του και, ενώ κάνει όπισθεν με το αυτοκίνητό της, χτυπά κατά λάθος τον συνάδελφό του. Ο ένοπλος πράκτορας που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας πυροβολεί τότε τη Μέλανι, ενώ στη συνέχεια πεθαίνει και ο συνάδελφός του. Αργότερα, ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ προβάλλει μονταρισμένα πλάνα που παραλείπουν τη σύγκρουση, αλλά χαρακτηρίζουν τον πυροβολισμό «δολοφονία».

Τόσο η Γουάιλντ όσο και ο πρώην εργαζόμενος θεωρούν ότι η συγκεκριμένη σκηνή, όπως περιγράφεται στο σενάριο, αποτελεί ιδεολογικά υποκινούμενη διαστρέβλωση του πραγματικού θανάτου της Ρενέ Γκουντ. Η 37χρονη Αμερικανίδα πολίτης και μητέρα τριών παιδιών πυροβολήθηκε θανάσιμα από τον πράκτορα της ICE Τζόναθαν Ρος στη Μινεάπολη, στις 7 Ιανουαρίου.

Ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι υπερασπίστηκαν τον θανάσιμο πυροβολισμό της Γκουντ, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για πράξη αυτοάμυνας. Ανάλυση βίντεο του Reuters επισήμανε ότι φαίνεται να υπήρξε επαφή μεταξύ του SUV και του Ρος. Ωστόσο, η έρευνα του πρακτορείου δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ακρίβεια πώς συνέβη η φερόμενη σύγκρουση. Μεταγενέστερο ρεπορτάζ των New York Times, το οποίο εξέτασε επιπλέον βίντεο από αυτόπτες μάρτυρες, δεν εντόπισε ενδείξεις ότι η Γκουντ είχε παρασύρει τον Ρος με το αυτοκίνητό της.

Σχολιάζοντας το σενάριο του «Pawn Shop», η Γουάιλντ δήλωσε: «Ξαναγράφουν την αλήθεια». Στην πραγματική υπόθεση, κανένας πράκτορας της ICE δεν σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του περιστατικού. Ωστόσο, η οικογένεια της Γκουντ, συμπεριλαμβανομένης της συζύγου της, Μπέκα, κατέθεσε δύο ομοσπονδιακές αγωγές την 1η Οκτωβρίου, καταγγέλλοντας υπέρμετρη χρήση βίας και παραβιάσεις πολιτικών δικαιωμάτων από την ICE. Η οικογένεια ζητά να διεξαχθεί δίκη ενώπιον ενόρκων και να επιδικαστούν αποζημιώσεις. Ο Λευκός Οίκος έχει χαρακτηρίσει τους ισχυρισμούς αβάσιμους, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα τους αντικρούσει «με κάθε δυνατή αποφασιστικότητα».

Ανησυχίες για την ασφάλεια στα γυρίσματα

Η ενημέρωση με περισσότερες λεπτομέρειες του σεναρίου του «Pawn Shop» έκανε τον ανώνυμο εργαζόμενο να αισθανθεί ότι έπρεπε να αποχωρήσει. Ωστόσο, η διαδικασία αποχώρησης αποδείχθηκε δύσκολη. Περιέγραψε τη δυσφορία του για το υλικό, την αβεβαιότητα σχετικά με το πώς θα μπορούσε να αποχωρήσει χωρίς να δημιουργήσει εντάσεις, καθώς και το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο στους τίτλους τέλους, εάν τελικά παρέμενε στην παραγωγή. «Δημιουργείς σχέσεις με ανθρώπους και σε καλούν για κάποια δουλειά, χωρίς να κάνεις πολλές ερωτήσεις», ανέφερε.

Οι ενστάσεις του για το περιεχόμενο συνδέθηκαν, επίσης, με ανησυχίες για την ασφάλεια, καθώς οι διαδηλώσεις ακτιβιστών εντείνονταν. Παρότι υποστήριζε ιδιωτικά τους διαδηλωτές και ήλπιζε ότι οι Αρχές θα σταματούσαν τα γυρίσματα, ήθελε να γνωρίζει πώς θα προστατευόταν το συνεργείο όταν περαστικοί πλησίαζαν και φώναζαν. Όταν ρώτησε ποια μέτρα ασφαλείας θα εφαρμόζονταν, όπως είπε, «με κορόιδεψαν».

Έκτοτε, οι επικεφαλής της παραγωγής έχουν εκφράσει δημόσια τις δικές τους ανησυχίες για την ασφάλεια. Στη συνεδρίαση των δημοτικών επιτρόπων στις 5 Οκτωβρίου, ο παραγωγός Σόνιερ δήλωσε ότι ένα φορτηγό είχε περάσει μέσα από ορισμένα από τα οδοφράγματα που είχαν στηθεί για τα γυρίσματα. Η Αμάντα Πρέσμικ, επίσης παραγωγός, ανέφερε ότι οι διαδηλωτές που φώναζαν «cut» και «action» προκαλούσαν επικίνδυνους περισπασμούς κατά τη διάρκεια των σκηνών με κασκαντέρ, σύμφωνα με το τοπικό μέσο Montana Free Press.

Η πηγή του IndieWire δήλωσε ότι ήθελε να αποχωρήσει διατηρώντας καλές σχέσεις με το συνεργείο, αλλά τελικά ένιωσε ότι έπρεπε να φύγει γρήγορα. «Δεν ήταν ο αγαπημένος μου τρόπος να το κάνω, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να κάνω», είπε. Η Γουάιλντ ανέφερε ότι ορισμένοι εργαζόμενοι που επικοινώνησαν με ακτιβιστές για να μοιραστούν τις εμπειρίες τους από το «Pawn Shop» στη συνέχεια ανακάλεσαν την προθυμία τους να μιλήσουν. «Υπήρξαν άνθρωποι που ανακάλεσαν τα μηνύματά τους προς εμένα και υπαναχώρησαν από όσα ήταν διατεθειμένοι να μοιραστούν, επειδή φοβούνται αντίποινα», δήλωσε.

Τι προβλέπει ο νόμος

Από νομική άποψη, η δυνατότητα ενός εργαζομένου να εγκαταλείψει τη δουλειά του και οι συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης αποτελούν δύο διαφορετικά ζητήματα. Αυτό εξηγεί ο Γιουτζίν Βόλοκ, ειδικός στην Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, ομότιμος καθηγητής Νομικής στο UCLA και ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Χούβερ του Πανεπιστημίου Στάνφορντ.

Μιλώντας γενικά, χωρίς να έχει εξετάσει τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας, ο Βόλοκ ανέφερε ότι οι εργαζόμενοι μπορούν συνήθως να παραιτηθούν. Ωστόσο, εάν έχουν δεσμευτεί να εργαστούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αγωγή για παραβίαση της σύμβασης.

Ούτε η Πρώτη Τροπολογία παρέχει ιδιαίτερη προστασία σε διαφορές αυτού του είδους, πρόσθεσε ο Βόλοκ. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση «303 Creative», σύμφωνα με την οποία το Κολοράντο δεν μπορούσε να υποχρεώσει μια σχεδιάστρια ιστοσελίδων να δημιουργήσει εξατομικευμένα προϊόντα που θα εξυμνούσαν τους γάμους ομόφυλων ζευγαριών, παρά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της, αφορούσε τον εξαναγκασμό από το κράτος. Αντίθετα, όταν ένας ανεξάρτητος σκηνοθέτης ή μια εταιρεία παραγωγής απαιτεί από τα μέλη του συνεργείου να εκπληρώσουν μια επαγγελματική συμφωνία, προκύπτουν διαφορετικά νομικά ζητήματα.

«Πώς μπορείς να γυρίσεις μια ταινία, αν δεν έχεις συνεργείο που θα υλοποιήσει την ταινία ανεξάρτητα από τις απόψεις των μελών του;» διερωτήθηκε ο Βόλοκ.

Εξήγησε ότι μια συγκεκριμένη ψευδής υπόσχεση σχετικά με μια παραγωγή θα μπορούσε ενδεχομένως να θεμελιώσει αξίωση για παραβίαση σύμβασης ή παραπλανητική δήλωση από την πλευρά ενός εργαζομένου. Ωστόσο, η περιγραφή μιας παραγωγής ως «διασκεδαστικής ταινίας δράσης» δεν συνιστά από μόνη της υπόσχεση ότι το έργο δεν θα έχει πολιτικό περιεχόμενο.

Το εάν ένας εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να προσφύγει νομικά όταν αισθάνεται ότι παραπλανήθηκε εξαρτάται κυρίως από όσα του παρουσιάστηκαν και από όσα συμφωνήθηκαν. Για τους επαγγελματίες της κινηματογραφικής βιομηχανίας, ωστόσο, οι συλλογικές συμβάσεις μπορούν να προβλέπουν πρόσθετες υποχρεώσεις.

Το σωματείο SAG-AFTRA απαιτεί την εκ των προτέρων γνωστοποίηση σκηνών με γυμνό ή προσομοιωμένες σεξουαλικές πράξεις, εφόσον αυτές είναι γνωστές, καθώς και τη γραπτή συγκατάθεση μέσω ειδικών πρόσθετων όρων στη σύμβαση, οι οποίοι καθορίζουν τι ακριβώς θα απεικονίζεται. Οι συγκεκριμένες εγγυήσεις, ωστόσο, απορρέουν από συμβατικές υποχρεώσεις και όχι από κρατική επιβολή, ενώ αφορούν μόνο ορισμένα είδη σκηνών. Δεν θεμελιώνουν ένα γενικό δικαίωμα των εργαζομένων να εγκρίνουν ή να απορρίπτουν την πολιτική οπτική μιας ταινίας.

Το δικαίωμα στην ορθή ενημέρωση πριν από την αποδοχή μιας δουλειάς

Στο «Pawn Shop» πρωταγωνιστούν, μεταξύ άλλων, οι Ντάνι Τρέχο και Χάρβεϊ Καϊτέλ. Το Deadline είχε αναφέρει προηγουμένως ότι η παραγωγή είχε λάβει από το SAG-AFTRA μια «υπό όρους έγκριση έναρξης» (conditional start). Η IATSE, η διεθνής ένωση εργαζομένων στον χώρο του θεάματος, επιβεβαίωσε στο IndieWire ότι η ταινία δεν καλύπτεται από τις δικές της συλλογικές συμβάσεις, αρνούμενη να σχολιάσει περαιτέρω.

Για τον ανώνυμο εργαζόμενο που εγκατέλειψε την προβληματική παραγωγή στο Λίβινγκστον, ωστόσο, το ζήτημα ξεπερνά την πολιτική διαφωνία. Η ενημέρωση για κρίσιμες λεπτομέρειες αφού κάποιος έχει ήδη δεσμεύσει τον χρόνο του, υπογράψει έγγραφα ή ταξιδέψει μπορεί να καταστήσει πολύ δυσκολότερη την αναθεώρηση της απόφασής του.

Ο ίδιος περιέγραψε στο IndieWire μια άλλη κινηματογραφική παραγωγή, στην οποία το περιεχόμενο ήταν συναισθηματικά δύσκολο και ήθελε να έχει ενημερωθεί εγκαίρως, ώστε να αξιολογήσει εάν ήταν σε θέση να αναλάβει τη δουλειά. Και σε εκείνη την περίπτωση, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα. «Πέρα από την πολιτική και τις προσωπικές απόψεις, ίσως να μην έχω καν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να υλοποιηθεί αυτό το πρότζεκτ», είπε. «Θεωρώ, λοιπόν, ανεύθυνο να μη λες στους ανθρώπους τι ακριβώς πρόκειται να κάνουν».

Το αίτημά του, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία του με το «Pawn Shop», είναι να δίνεται στους εργαζομένους η δυνατότητα να αποφασίζουν νωρίτερα. «Θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να πω όχι σε κάτι, εάν δεν αισθάνομαι άνετα να συμμετάσχω σε αυτό», δήλωσε.

ταινίακινηματογραφικά γυρίσματαγυρίσματαICEειδήσεις τώραΗΠΑ