Είδαμε την παράσταση «Ζορμπάς» του ΚΘΒΕ στη Μονή Λαζαριστών και αισθανθήκαμε ότι μαθαίνουμε να αγαπάμε τη ζωή και να μη φοβούμαστε τον θάνατο
Άντζελα ΖιούτηΜε τρυφερότητα και ανθρωπιά αναδεικνύει το διαχρονικό στοχασμό και τον λυρισμό του κλασικού ελληνικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη - που δείχνει να έχει ιδιαίτερη αντοχή στον χρόνο - μέσα από τη σκηνοθετική του προσέγγιση ο Λευτέρης Γιοβανίδης. Ισορροπώντας ανάμεσα στη βιωμένη θεατρική εμπειρία και σε έναν κόσμο υπαρκτό η παράσταση μεταφέρει το θεατή στη σύγχρονη σκηνή βαθιά φιλοσοφικές αλήθειες που προσδιορίζουν το ζην, αλλά κυρίως το ευ ζην.
Ο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά είναι ένα από τα γνωστότερα και ίσως το πιο αγαπητό στο κοινό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1946.
Βασίζεται στη ζωή του Γεωργίου Ζορμπά. Ο μυθιστορηματικός «Αλέξης Ζορμπάς» υπήρξε πραγματικό πρόσωπο που συναντήθηκε τυχαία με τον Καζαντζάκη στο Άγιο Όρος το 1914, όπου έγιναν φίλοι. Το 1917 ο Καζαντζάκης υπογράφει ένα συμβόλαιο μίσθωσης ορυχείου στην Πραστοβά της Μάνης και προσλαμβάνει ως βασικό του συνεργάτη τον Γιώργη Ζορμπά. Η επιχείρηση αποτυγχάνει, αλλά θα χρησιμοποιηθεί ως βιωματική πρώτη ύλη για το μυθιστόρημα.
Κατόπιν ο Καζαντζάκης ομολόγησε ότι: «Ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο. Αν ήταν στη ζωή μου να διάλεγα έναν ψυχικό οδηγό, έναν γκουρού όπως λένε οι Ινδοί, ένα γέροντα όπως λένε οι καλόγεροι στο Άγιον Όρος, σίγουρα θα διάλεγα τον Ζορμπά».
Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και το 2002 συμπεριλήφθηκε σε λίστα της Guardian με τα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των Εποχών. Έχει διασκευαστεί αρκετές φορές για το θέατρο ενώ παράλληλα γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ως μιούζικαλ. Η κινηματογραφική του μεταφορά το 1963 σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν στον ομώνυμο ρόλο, έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία.
Ο Γιοβανίδης σέβεται το κείμενο κατά τη θεατρική του απόδοση αποτυπώνοντας έντονα το στοιχείο της ποιητικότητας και του συναισθηματισμού που το περικλείει, αφού εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συγκινεί το κοινό, καταλαμβάνοντας μια ιδιαίτερη θέση στις καρδιές των ανθρώπων.
Πρωτίστως ξεχωρίζει η αίσθηση της ανθρώπινης δύναμης να υπερβαίνει τα βάσανα και τις δυσκολίες, η οποία και διαπερνά ολόκληρη την παράσταση. Η σκηνοθετική γραμμή του Λευτέρη Γιοβανίδη δείχνει να οικοδομείται πάνω στην ιδέα της αρμονικής συνύπαρξης των ρόλων ως αισθητικό προαπαιτούμενο. Οι ηθοποιοί εναλλάσσονται, οι ρυθμοί ελεγχόμενοι και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις συχνές.
Η σκηνική ατμόσφαιρα υπό την επιμέλεια του Δημήτρη Πολυχρονιάδη εισάγει τον θεατή στο τοπίο από το λιμάνι του Πειραιά και αργότερα της Κρήτης. Ο έναστρος νυχτερινός ουρανός κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με το βαπόρι. Το καφενείο. Η παράγκα πλάι στη θάλασσα. Το ορυχείο. Τα κουστούμια από την Ευαγγελία Κιρκινέ συνάδουν με την εποχή.
Η σκηνοθεσία προσεγγίζει το σημαντικό αυτό έργο εκ του σύνεγγυς. Ένα πλησίασμα στην ηθογραφία της εποχής με ευαισθησία και ειλικρίνεια. Δίχως περιττές σκηνοθετικές επιδείξεις.
Η μουσική σύνθεση του Χρήστου Παπαδόπουλου λειτουργεί ως οργανικό στοιχείο της σκηνικής αφήγησης. Οι μελωδίες γεφυρώνουν με ακραίο συναίσθημα τις σκηνές μεταξύ τους και τονώνουν τη δραματουργική ένταση του έργου.
Όμως μία παράσταση κρίνεται εν τέλει από τις ερμηνείες των ηθοποιών. Και αυτές αποτέλεσαν τους πυλώνες της επιτυχίας. Με τη συλλογική σκηνική παρουσία να υπηρετεί το έργο με συνέπεια και συγκίνηση. Οι ρυθμοί άλλοτε γρήγοροι και άλλοτε αργοί και κάποτε σχεδόν τελετουργικοί. Οι χαρακτήρες βουτάνε στην κατανόηση των προσώπων που υποδύονται και των αόρατων δεσμών που τα ενώνουν.
Ιδιαίτερη παρουσία στη σκηνή κατέχει ο Πασχάλης Τσαρούχας που κρατά τον κεντρικό ρόλο, αφού υποδύεται τον Αλέξη Ζορμπά. Η ερμηνεία του προσεγγίζει με εσωτερικότητα τον αγαπημένο όλων μας χαρακτήρα. Με ύφεση ή και όπου απαιτείται με έπαρση κατορθώνει να αποδώσει τον ρόλο βαθιά ανθρώπινα μετατρέποντας τις εσωτερικές συγκρούσεις σε ευαισθησία. Ένα πραγματικό στοίχημα να κερδίσεις το χειροκρότημα του κοινού ερμηνεύοντας κάποιον που ανήκει στους πιο εμβληματικούς και αυθεντικούς ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και να προσπαθείς να αποδώσεις στο σανίδι τη σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογισμό και το ένστικτο, ανάμεσα στο φαίνεσθε και στο είναι. Να δημιουργήσεις, βρε αδελφέ, το πρότυπο ανθρώπου που απολαμβάνει μόνο τη στιγμή. «Όταν πονάω, χορεύω» καταλήγει κάπου και επιδίδεται σε ένα αριστοτεχνικό συρτάκι. Σαν μία εξέγερση ολότελα δική του στα βάσανα της ζωής. Ναι. Ο Αλέξης Ζορμπάς βιωμένος θεατρικά από τον Τσαρούχα εξεγείρεται κατά της μοίρας και απλώνει τα στήθη του θαρρετά στα χτυπήματα της.
Και ο άκρατος έρωτας του με τη μαντάμ Ορτάνς (Μπέττυ Νικολέση) συνηγορούσε ακριβώς σε αυτό που ένιωθε: «Παράδεισος δεν υπάρχει. Παράδεισος είναι μόνο η αγκαλιά της γυναίκας». Και πόσες αγκαλιές δεν της έκανε. Μέχρι να πεθάνει. Το πλιάτσικο από τους συγχωριανούς στο δωμάτιο της νεκρής μαντάμ Ορτάνς πληγώνει. Τόση ασέβεια και ασπλαχνία. Μεταξωτά φορέματα, κομπινεζόν και δαντέλες, σατέν σεντόνια και ακριβά κοσμήματα άλλαξαν χέρια. Η «ζαργάνα» όπως την αποκαλούσε ο Ζορμπάς δεν είναι πια στη ζωή, που τόσο η ίδια λάτρεψε. Ακόμα και ως μία ξεπεσμένη καμπαρετζού που ζούσε από το να ικανοποιεί ερωτικά τους στόλους και τα ναυτάκια, αλλά κάποτε και τους ναυάρχους που αποβιβάζονταν σε εκείνο το μικρό χωριό της Κρήτης. Η Μπέττυ Νικολέση προσδίδει τη δέουσα δραματικότητα στον ρόλο.
Ο Νίκος Τσολερίδης ενσαρκώνει το συγγραφέα. Που διαρκώς διαβάζει. Τον Νίκο που η μοιραία συνάντηση με τον Ζορμπά τον ωθεί να αλλάξει την κοσμοθεωρία του. Επισημαίνοντας με μεταμέλεια πράγματι, ότι: «Να μπορούσα να έσβηνα με ένα σφουγγάρι όλα όσα διάβασα. Να μπορούσα να μπω στο σχολείο του Ζορμπά και να μάθω την μεγάλη, την αληθινή αλφαβήτα». Όμορφος, ευθυτενής καλοβαλμένος. Το alter ego του Καζαντζάκη, θα έλεγε κανείς. «Όταν βάλεις έναν φακό στον ήλιο να μαζέψεις όλες τις αχτίδες του σε ένα και μόνο σημείο, το σημείο αυτό σε λίγο παίρνει φωτιά. Γιατί η δύναμη του ήλιου δεν σκόρπισε, μαζώχτηκε όλη επάνω του. Όμοια και ο νους του ανθρώπου. Κάνει θαύματα, άμα ρίξεις το νου σου σε ένα και μόνο πράγμα» συνεχίζει μετά και ωθεί το κοινό να πραγματώσει ο καθένας το δικό του προσωπικό θαύμα.
Η χήρα (Δανάη Κλειώ Οθωναίου) αντιπροσωπεύει τη σαγήνη. Τον ερωτισμό. Την κρυφή επιθυμία. Την ονείρωξη. Η ομορφιά της διχάζει. Και προκαλεί.
Η δολοφονία της - επειδή ένας νέος αυτοκτόνησε για χάρη της- μέσα από ένα τραχύ δρώμενο αποτελεί την κορύφωση με τον πιο τραγικό τρόπο της παράστασης. Δεν της συγχώρεσαν ποτέ το ότι απολάμβανε την ελευθερία της. Τώρα πια δεν υπάρχει σύζυγος να της φορέσει καπίστρι. Να την ελέγχει και να την καθοδηγεί. Δεν της συγχώρεσαν ποτέ το πόσο όμορφη και ποθητή υπήρξε από τους αρσενικούς της μικρής κοινωνίας. Ντυμένη στα μαύρα. Η Δανάη Κλειώ Οθωναίου απέδωσε τη χήρα με όλο το συναισθηματικό φορτίο που επιβάλλει ο χαρακτήρας.
Ο Μαυραντώνης (Γιάννης Καραμφίλης) την αποτελειώνει όμως με μία μαχαιριά, επειδή ο νέος που αυτοκτόνησε για χάρη της, ήταν ο γιος του. Ισορροπεί ανάμεσα στην επιθετικότητα και την απελπισία, αφήνοντας τη βία να αναδυθεί ως αποτέλεσμα ακραίας θλίψης. Αν και πρωτίστως επιχείρησε να τη στείλει στον άλλο κόσμο, ο αδελφός του Μανόλακας (Δημήτρης Τσιλινίκος) για να ξεπλύνει την ντροπή της οικογένειας και να πάρει εκδίκηση. Ενδόμυχα βέβαια, τη χήρα τη γούσταρε και αυτός. Η ερμηνεία του δημιουργεί με δεξιοτεχνία μια υπόγεια αγωνία, ακριβώς επειδή βαυκαλίζεται συμπεριφορές που προμηνύουν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.
Και επειδή «όταν ένα χωριό δεν έχει τρελό, φροντίζει να φτιάξει έναν» οι χωρικοί δημιούργησαν τον Μιμηθό (Θάνος Φερετζέλης), καθώς αυτός συμπεριφέρονταν κάπως λοξά σε σχέση με τους άλλους. Σε εξαιρετική απόδοση μας μετέφερε τον κουζουλό. Και συνδέθηκε βαθιά με όσους του έδειξαν αγάπη. Με τη μαντάμ Ορτάνς και τη χήρα. Ο σπαραγμός του στο θάνατο τους ήχησε γοερά.
Η συλλογική ενέργεια του θιάσου φαίνεται να έχει δουλέψει ιδιαίτερα την εσωτερικότητα, κάτι που δίδεται ως αποτύπωμα, στο οποίο ο θεατής γίνεται μάρτυρας. Και μέσα από τους ξεχωριστούς διαλόγους, φωνάζει δυνατά η σιωπή της κατακερματισμένης ανθρώπινης ύπαρξης.
Συντελεστές
- Θεατρική διασκευή-Σκηνοθεσία: Λευτέρης Γιοβανίδης
- Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης
- Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
- Μουσική σύνθεση: Χρήστος Παπαδόπουλος
- Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα
- Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
- Video Art: Άντα Λιάκου
- Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Τέτουλα
- Boηθός ενδυματολόγου: Ζωή Καραβασίλη
- Βοηθός κινησιολόγου: Στέλιος Ράμμος
- Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηϊωάννου
- Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud
Διανομή: Αντώνης Αντωνάκος (Κωνσταντής, Παπάς, Σερβιτόρος Πειραιά), Θανάσης Δισλής (Νικόλας, Πελάτης Πειραιά 2), Αλέξανδρος Ζαφειριάδης (Βασίλακας, Χωροφύλακας), Σοφία Καλεμκερίδου (Αργύραινα, Πελάτισσα Πειραιά 3), Γιάννης Καραμφίλης (Μαυραντώνης), Αναστασία Κελέση (Λόλα, Πελάτισσα Πειραιά 7, Μοιρολογήτρα 2), Εύη Κουταλιανού (Μαρίκα, Πελάτισσα Πειραιά 6), Μπέττυ Νικολέση (Μαντάμ Ορτάνς), Δανάη Κλειώ Οθωναίου (Χήρα, Μοιρολογήτρα 1), Ιωάννα Παγιατάκη (Μαριώ), Μίλτος Σαμαράς (Αργύρης, Εργάτης, Πελάτης Πειραιά 4), Γιώργος Σφυρίδης (Μπάρμπα Αναγνώστης), Χρήστος Τσάβος (Παυλής, Χωρικός), Πασχάλης Τσαρούχας (Αλέξης Ζορμπάς), Δημήτρης Τσιλινίκος (Μανόλακας), Νίκος Τσολερίδης (Νίκος), Θάνος Φερετζέλης (Μιμηθός, Πελάτης Πειραιά 1), Μαρία Χατζηιωαννίδου (Κατίνα, Πελάτισσα Πειραιά 5)
Χορευτές: Αναστασία Κελέση (Λόλα, Πελάτισσα Πειραιά 7, Μοιρολογήτρα 2), Γιάννης Μάρτος (Χωρικός, Πελάτης Πειραιά 8)
- «Μπορούμε να δούμε το Φεγγάρι»: Πιο κοντά στη Σελήνη από τη Γη τα μέλη της αποστολής Artemis II
- «Σ' έφτιαξα, αλλά μου χρωστάς γιατί έκανα τον κόσμο τούμπα»: Ο σοκαριστικός διάλογος Σκρέκα με τον πρώην πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ
- Συνελήφθη η Ιωάννα Τούνη μετά από ανάρτηση για την υπόθεση revenge porn
- Ανείπωτη τραγωδία στην Κόρινθο: Κατέρρευσε μπαλκόνι στη μέση του δρόμου - Νεκρή μητέρα, τραυματίστηκαν τα παιδιά της