Πολιτισμός|03.11.2026 18:57

Τήνος, ένα νησί ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και την παράδοσή του

Άγγελος Γεραιουδάκης

Το παρελθόν έχει έναν παράξενο τρόπο να επιστρέφει στη ζωή μας. Πράγματα που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητα αποκτούν σήμερα διαφορετική σημασία, ενώ συνήθειες που εγκαταλείφθηκαν για χρόνια επανέρχονται, συχνά για λόγους που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν οι προηγούμενες γενιές. Μια πεζούλα, για παράδειγμα, μπορούσε παλιότερα να γίνει αφορμή για μεγάλους καβγάδες ανάμεσα σε οικογένειες και σόγια, ακόμη και για να χυθεί αίμα. Λίγα μέτρα γης είχαν μεγάλη αξία για ανθρώπους που ζούσαν από την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία. Από αυτά εξαρτιόταν το εισόδημά τους και πολλές φορές η επιβίωση ολόκληρης της οικογένειας.

Σήμερα, η ίδια πεζούλα μπορεί να αποκτήσει έναν διαφορετικό ρόλο. Να γίνει ένας μικρός λαχανόκηπος, να φιλοξενήσει δέντρα και αρωματικά φυτά, να προσφέρει προϊόντα που φτάνουν κατευθείαν από τη γη στο τραπέζι μας. Σε μια εποχή που ενδιαφερόμαστε όλο και περισσότερο για τη διατροφή μας, την προέλευση των τροφίμων και την προστασία του περιβάλλοντος, επιστρέφουμε σε πρακτικές που οι παππούδες μας γνώριζαν καλά. Μαθαίνουμε ξανά να καλλιεργούμε, να αξιοποιούμε το νερό, να φροντίζουμε το έδαφος και να καταναλώνουμε όσα παράγει ο τόπος μας. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν διαφωνίες για την ιδιοκτησία της γης, σήμερα μπορεί να αναπτυχθεί μια κοινή προσπάθεια για τη διατήρησή της.

Αυτή η σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν μάς απασχόλησε ιδιαίτερα κατά την πρόσφατη επίσκεψή μας στην Τήνο, με αφορμή το «Αόρατο Νήμα υφαίνει», μια πρωτοβουλία της ΝΩΜΩ, την οποία ίδρυσαν το 2021 η εικαστικός Αλεξάνδρα Γρυπάρη και η αναλύτρια Σοφία Ζησίμου. Μέσα από καλλιτεχνικές και γαστρονομικές δράσεις, συζητήσεις και συναντήσεις με τους κατοίκους, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα την ιστορία και την καθημερινή ζωή του νησιού. Μιας Τήνου όπου το παρελθόν είναι ακόμη ορατό στις πέτρινες αναβαθμίδες που καλύπτουν τις πλαγιές, στους περιστεριώνες, στα παλιά εργαστήρια μαρμαρογλυπτικής, στις εκκλησίες και στα μικρά χωριά της ενδοχώρας. Όλα αυτά συνδέονται με τις ζωές των ανθρώπων που κατοίκησαν εδώ, καλλιέργησαν τη γη, ανέπτυξαν τις τέχνες τους, δημιούργησαν οικογένειες και μετέφεραν τις γνώσεις και τις συνήθειές τους στις επόμενες γενιές.

Μια διαφορετική γνωριμία με την Τήνο

Η Τήνος είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί των Κυκλάδων, με έκταση περίπου 194 τετραγωνικών χιλιομέτρων και 8.934 μόνιμους κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2021. Περισσότερα από πενήντα χωριά βρίσκονται διάσπαρτα σε ολόκληρο το νησί, ενώ οι επίσημες πολεοδομικές καταγραφές αναφέρουν συνολικά 62 οικισμούς. Άλλοι είναι χτισμένοι στις πλαγιές των βουνών, άλλοι βρίσκονται ανάμεσα σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις και άλλοι έχουν αναπτυχθεί κοντά στη θάλασσα. Για πολλούς επισκέπτες, η Τήνος παραμένει συνδεδεμένη κυρίως με τον ναό της Ευαγγελίστριας και τον θρησκευτικό τουρισμό. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, έχει εξελιχθεί και σε έναν ιδιαίτερα δημοφιλή καλοκαιρινό προορισμό, με νέα καταλύματα, εστιατόρια και επιχειρήσεις να ανοίγουν για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση. Η ανάπτυξη αυτή έχει δημιουργήσει νέες επαγγελματικές ευκαιρίες, προκαλώντας παράλληλα προβληματισμό σε μέρος της τοπικής κοινωνίας. Οι ανησυχίες για τον υπερτουρισμό, την πίεση στους φυσικούς πόρους και τις αλλαγές στην καθημερινότητα των κατοίκων συνοδεύονται από τον φόβο ότι το νησί κινδυνεύει να χάσει σταδιακά στοιχεία της ταυτότητάς του.

Για να γνωρίσει, πάντως, κανείς καλύτερα την Τήνο, αξίζει να απομακρυνθεί από την πολυσύχναστη Χώρα και τις δημοφιλείς παραλίες της. Στην ενδοχώρα, ανάμεσα σε χωράφια με ξερολιθιές, αμπέλια, παλιούς νερόμυλους και περιστεριώνες, συναντά χωριά με ξεχωριστή ιστορία και αρχιτεκτονική. Ο Πύργος είναι γνωστός για τη μαρμαροτεχνία και τη γλυπτική, η Καρδιανή για τα σπίτια της που απλώνονται στην πλαγιά με θέα στο Αιγαίο, τα Υστέρνια για τη μακρά καλλιτεχνική τους παράδοση και η Κώμη για την εύφορη κοιλάδα και τις καλλιέργειές της. Στα Δύο Χωριά, στον Φαλατάδο, στον Τριαντάρο και σε δεκάδες ακόμη οικισμούς, οι πλατείες, οι εκκλησίες και τα πέτρινα σπίτια μαρτυρούν τη ζωή των προηγούμενων γενεών. Αρκετοί από αυτούς τους τόπους, που κάποτε είχαν έντονη αγροτική δραστηριότητα, μετρούν σήμερα λιγοστούς μόνιμους κατοίκους. Πολλοί νέοι έχουν φύγει αναζητώντας εργασία και καλύτερες προοπτικές, ενώ αρκετά σπίτια ανοίγουν πλέον μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Έτσι, την ώρα που ορισμένες περιοχές του νησιού δέχονται ολοένα περισσότερους επισκέπτες, άλλες προσπαθούν να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους και να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της καθημερινής ζωής.

Ένα από αυτά τα χωριά είναι το Αγάπι, περίπου δεκατέσσερα χιλιόμετρα από τη Χώρα, στην αρχή της κοιλάδας που καταλήγει στην πεδιάδα της Κώμης. Με στενά σοκάκια, καμάρες, πέτρινα σπίτια και μικρές αυλές, ο οικισμός διατηρεί πολλά από τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της Τήνου. Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, κατά τον Μεσαίωνα ονομαζόταν Πέρασμα, καθώς από εδώ περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στην τότε πρωτεύουσα του νησιού. Για πολλές δεκαετίες, οι κάτοικοί του ζούσαν κυρίως από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Με το πέρασμα των χρόνων, όμως, ο πληθυσμός μειώθηκε, αρκετά σπίτια εγκαταλείφθηκαν και οι αγροτικές δραστηριότητες περιορίστηκαν. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, η δημοτική κοινότητα Αγάπης αριθμούσε μόλις 79 μόνιμους κατοίκους. Σε αυτό το μικρό χωριό, με τη μεγάλη ιστορία και τις αλλαγές που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στην καθημερινότητά του, η πρωτοβουλία της ΝΩΜΩ έφερε κοντά κατοίκους, καλλιτέχνες και επισκέπτες, δίνοντάς μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον τόπο μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων του.

Η εικαστική έκθεση, σε επιμέλεια της Ελένης Γλύνη, αποτέλεσε τον βασικό λόγο της επίσκεψής μας. Αφετηρία της ήταν οι «Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο, το βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας παρουσιάζει φανταστικές πόλεις μέσα από τις αναμνήσεις, τις επιθυμίες και τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ιδέα αυτή μεταφέρθηκε στο Αγάπι, με τα έργα 14 καλλιτεχνών να φιλοξενούνται σε τρία διαφορετικά σημεία του οικισμού, στο παλιό σχολείο, στο ξωκλήσι της Αγίας Σοφίας και στον νερόμυλο. Η επιλογή των χώρων είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αντί να συγκεντρωθούν όλα τα έργα σε μια αίθουσα, οι επισκέπτες καλούνταν να περπατήσουν στο χωριό, να ανακαλύψουν μέρη που δεν θα είχαν απαραίτητα επισκεφθεί και να παρατηρήσουν την αρχιτεκτονική και το φυσικό περιβάλλον.

Πρώτος μας σταθμός ήταν το παλιό σχολείο. Στην είσοδο συναντήσαμε τον πίνακα της Γλύνη «Ξυλότυπος για μια πόλη. Τρεις στιγμές μιας ανύψωσης», που απεικονίζει μια ξύλινη κατασκευή σε τρία διαδοχικά στάδια. Οι δοκοί, οι σκάλες και τα στηρίγματα θυμίζουν έναν αρχιτεκτονικό σχεδιασμό που περιμένει να ολοκληρωθεί. Στο «Κατοικώντας στο Κενό» του Δημήτρη Σκαλκώτου, μικρές ανθρώπινες μορφές βρίσκονται πάνω σε ένα μεταλλικό πλέγμα ανάμεσα σε φυσικούς όγκους. Το έργο αντλεί την έμπνευσή του από την Οκτάβια, μία από τις πόλεις του Καλβίνο, χτισμένη πάνω από το κενό. Λίγο πιο πέρα, στην «Όρθια φιγούρα» του Εμμανουήλ Μπιτσάκη, δύο πόδια εμφανίζονται πάνω από ένα αρχιτεκτονικό τοπίο, με τα κτίρια να οδηγούν το βλέμμα προς ένα άδειο βάθος. Ιδιαίτερη ήταν η περίπτωση του «Serviam» του Νίκου Ποδιά. Οι μορφές του έργου προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο της Παλαιάς Μονής των Ουρσουλινών στα Λουτρά της Τήνου. 

Στο σχολείο παρουσιάζονταν επίσης έργα των Δημήτρη Αναστασίου, Λευτέρη Ναύτη, Αλεξάνδρας Γρυπάρη, Γιάννη Ευθυμίου και Αχιλλέα Παπακώστα. Καθώς περνούσαμε από το ένα έργο στο άλλο, παρατηρούσαμε παράλληλα τους παλιούς τοίχους, τα παράθυρα και τα σημάδια που είχαν αφήσει τα χρόνια στο κτίριο. Βγαίνοντας, πήραμε τον δρόμο προς το ξωκλήσι της Αγίας Σοφίας. Καθώς ανεβαίναμε, η θέα προς την απέναντι πλαγιά γινόταν ολοένα πιο όμορφη. Στο εσωτερικό συναντήσαμε το «ΑΩ, Άγγελος Κυρίου» του Αλέκου Κυραρίνη και την «Κοσμική Προσευχή» του Αλέξανδρου Λάιου. Το δεύτερο έργο, μια μεταλλική σύνθεση που θυμίζει κερί ή φλόγα, ήταν κατασκευασμένο από επινικελωμένο μπρούντζο, αλουμίνιο, φίλτρα φωτισμού και έγχρωμο καθρέφτη.

Η τελευταία στάση της έκθεσης ήταν ο νερόμυλος. Το κτίριο, στη σημερινή του μορφή, θυμίζει περισσότερο κατοικία παρά νερόμυλο, κάτι που μας ξάφνιασε όταν φτάσαμε. Εκεί είδαμε το «Άτιτλο (Μπλε Τήνος)» της Μάρως Φασουλή, μια παρέμβαση πάνω σε παραδοσιακό χειροποίητο μάλλινο χαλί, καθώς και τον «Ήλιο» του Κωνσταντίνου Λαδιανού, φτιαγμένο από χρυσά σιρίτια και μεταλλικές παγιέτες πάνω σε βαμβακερό σατέν. Ένα από τα έργα που μας έκαναν να σταματήσουμε περισσότερο ήταν ο «Αντίλαλος» του Δημήτρη Σκαλκώτου. Το μεγάλο περιστέρι από γυαλισμένο ανοξείδωτο χάλυβα αντανακλούσε όσα βρίσκονταν γύρω του, με αποτέλεσμα να δυσκολευόμαστε αρχικά να το ξεχωρίσουμε από το περιβάλλον. Η μορφή του παρέπεμπε στους χαρακτηριστικούς περιστεριώνες του νησιού, ενώ η έμπνευσή του προερχόταν από τη Δέσποινα του Καλβίνο, μια πόλη που αλλάζει ανάλογα με τον άνθρωπο που την πλησιάζει.

Όταν οι κάτοικοι έγιναν πρωταγωνιστές

Την επόμενη ημέρα επιστρέψαμε στο Αγάπι για την «Κοινωνία», μια περιπατητική παράσταση της Nerina Cocchi, που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή κατοίκων και μελών τοπικών χορευτικών ομάδων. Η καλλιτέχνιδα, με καταγωγή από το Τορίνο και έδρα τις Βρυξέλλες, είχε φτάσει στο χωριό περίπου δέκα ημέρες νωρίτερα για να προετοιμάσει το δρώμενο. Σε αυτό το διάστημα περπάτησε στα σοκάκια, αναζήτησε ιστορίες και συνομίλησε με κατοίκους, προσπαθώντας να καταλάβει πώς ήταν οργανωμένη η καθημερινή ζωή στο Αγάπι. Ιδιαίτερα σημαντική αποδείχθηκε η συζήτησή της με τέσσερις γυναίκες, από τις οποίες ζήτησε να μιλήσουν για τα παιδικά τους χρόνια, τις οικογένειες, τα έθιμα και τους ανθρώπους που κατοικούσαν παλιότερα στο χωριό. Αποσπάσματα από αυτές τις συνεντεύξεις χρησιμοποιήθηκαν στην παράσταση.

Το σημείο συνάντησης ήταν οι παλιές πέτρινες πλύστρες, ένας χώρος που άλλοτε αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας των γυναικών. Εκεί ξεκίνησαν όλα, με μερικές κυρίες να αναπαριστούν το πλύσιμο των ρούχων στις σκάφες. Λίγο πιο πέρα, μια παρέα ανδρών και γυναικών θυμήθηκε το παιχνίδι «μπιζ», διασκεδάζοντας σαν μικρά παιδιά. Ήταν μία από τις πιο όμορφες εικόνες που κρατήσαμε από την Τήνο. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών γελούσαν, τραγουδούσαν, χόρευαν και συμμετείχαν με χαρά σε κάτι που είχαν δημιουργήσει όλοι μαζί. Στην παράσταση πήραν μέρος μέλη του Χορευτικού Τμήματος του Συλλόγου Γυναικών Τήνου, του σωματείου «Εν Συνθέσει» και του Διεθνούς Συμβουλίου Χορού, Τμήματος Τήνου.

Στη συνέχεια, σχηματίστηκε μια πομπή που άρχισε να ανεβαίνει το κεντρικό σοκάκι του χωριού. Περάσαμε δίπλα από σπίτια με ανοιχτές πόρτες, μικρές αυλές, παράθυρα και παλιά κτίσματα που είχαν εγκαταλειφθεί. Μικροσκοπικά φωτάκια είχαν τοποθετηθεί σε γωνιές και εσοχές, ενώ από διαφορετικά σημεία ακούγονταν ηχογραφημένες μαρτυρίες ηλικιωμένων γυναικών. Η καθεμία θυμόταν περιστατικά από τη ζωή της. Οι φωνές τους μας συνόδευαν καθώς περπατούσαμε, επιτρέποντάς μας να φανταστούμε πώς ήταν κάποτε αυτά τα σπίτια όταν κατοικούνταν, ποιες οικογένειες ζούσαν εκεί και πώς περνούσαν την ημέρα τους.

Η πομπή κατέληξε στην εκκλησία του Αγίου Αγαπητού, όπου μας περίμεναν χορεύτριες με χάρτινα πουλιά και καράβια στα χέρια. Στο εσωτερικό, μια χορωδία έψαλλε καθολικούς ύμνους, ολοκληρώνοντας την παράσταση με έναν ιδιαίτερα συγκινητικό τρόπο. «Όταν έφτασα στο Αγάπι, δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση. Τα άδεια σπίτια και οι πλύστρες», ανέφερε η δημιουργός σε μία συζήτησή μας. «Ήμουν περίεργη να μάθω ποιος ζούσε στα άδεια σπίτια. Άρχισα λοιπόν να αναζητώ ποια σημεία είναι σημαντικά για το χωριό και πώς θα μπορούσαμε να τους δώσουμε ξανά ζωή» πρόσθεσε.

Η ιστορία του χωριού μέσα από ένα μικρό μουσείο

Μετά την παράσταση, είχαμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε το μικρό μουσείο που βρίσκεται στο πίσω μέρος της εκκλησίας του Αγίου Αγαπητού. Εκεί συναντήσαμε τον πατέρα Μάρκο Φώσκολο, ερευνητή της ιστορίας και του πολιτισμού της Τήνου, ο οποίος μας μίλησε για το παρελθόν του χωριού. Στον χώρο φυλάσσονται παλιές φορεσιές, φωτογραφίες, ιστορικά έγγραφα, τάματα και αντικείμενα που συνδέονται με την καθημερινή και τη θρησκευτική ζωή των κατοίκων. «Το μουσείο δημιουργήθηκε από αντικείμενα που συγκέντρωσαν διάφοροι εφημέριοι», μας εξήγησε. «Μαρτυρά την ιστορία του χωριού, αλλά και την ευσέβεια των ανθρώπων του».

Η συζήτηση μαζί του μας βοήθησε να καταλάβουμε καλύτερα όσα είχαμε παρακολουθήσει λίγο νωρίτερα. Όπως μας είπε, το Αγάπι παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα σχετικά απομονωμένο από άλλες περιοχές της Τήνου. Οι κάτοικοί του, γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους, είχαν αναπτύξει ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα, που ακόμη και άλλοι Τηνιακοί δυσκολεύονταν να καταλάβουν. Η απομόνωση αυτή συνέβαλε στη δημιουργία μιας κοινότητας με ισχυρούς δεσμούς και μεγάλη αυτονομία. Οι άνθρωποι είχαν μάθει να αντιμετωπίζουν μόνοι τους πολλές από τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Ο πατέρας Μάρκος μάς διηγήθηκε μάλιστα ότι, κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, κάτοικοι του Αγαπιού εξεγέρθηκαν για να προστατευθούν από αρπαγές και αυθαιρεσίες.

Στο μουσείο υπάρχουν έγγραφα που χρονολογούνται από τον 17ο αιώνα, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία του οικισμού. Οι αφηγήσεις του πατέρα Μάρκου μάς έκαναν να σκεφτούμε ξανά τις φωνές που είχαμε ακούσει στην παράσταση. Η ιστορία του χωριού βρισκόταν τόσο στα επίσημα αρχεία και στα παλιά αντικείμενα όσο και στις προσωπικές αναμνήσεις των ανθρώπων του.

Στον Πύργο, η τέχνη του μαρμάρου περνά από γενιά σε γενιά

Το ταξίδι μας στην Τήνο συνεχίστηκε στον Πύργο, ένα από τα πιο γνωστά χωριά του νησιού, με μακρά παράδοση στη μαρμαροτεχνία. Περπατώντας στα στενά του, το μάρμαρο βρίσκεται σχεδόν παντού. Στις κρήνες, στα υπέρθυρα των σπιτιών, στα παράθυρα, στις εκκλησίες και στις διακοσμητικές λεπτομέρειες των κτιρίων. Από τον Πύργο και την ευρύτερη περιοχή προέρχονται σημαντικοί Έλληνες γλύπτες, όπως ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ενώ οι Τηνιακοί μαρμαροτεχνίτες εργάστηκαν για αιώνες σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Εδώ γνωρίσαμε τον Μιχαήλ Σαλταμανίκα, στο εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής που διατηρεί στο χωριό. Από την πρώτη στιγμή που άρχισε να μας μιλά για τη δουλειά του, καταλάβαμε πόσο πολύ την αγαπά. Μας έδειξε έργα, μας εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεται το μάρμαρο και μίλησε με μεγάλο ενθουσιασμό για τις ιδέες που προσπαθεί να μεταφέρει πάνω στο υλικό. Ο Μιχαήλ Σαλταμανίκας γεννήθηκε στον Πύργο και γνώρισε αρχικά την τέχνη της ξυλογλυπτικής, πριν ασχοληθεί με το μάρμαρο δίπλα στον παππού του, τον μαρμαρογλύπτη Λάζαρο Αρτέμιο Βαλάκα. Αργότερα φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πύργου και από το 1997 διατηρεί το δικό του εργαστήριο.

Στη δουλειά του συναντά κανείς στοιχεία από τη θάλασσα, τη φύση και την τοπική παράδοση, τα οποία συνδυάζει με προσωπικές ιδέες και σύγχρονες μορφές. Καθώς μας περιέγραφε τη διαδικασία δημιουργίας ενός έργου, από την επιλογή του μαρμάρου μέχρι την ολοκλήρωσή του, ήταν φανερό ότι εξακολουθεί να ανακαλύπτει νέες δυνατότητες σε ένα υλικό με το οποίο εργάζεται εδώ και δεκαετίες. Η συνάντηση αυτή μας βοήθησε να κατανοήσουμε καλύτερα και όσα είδαμε στη συνέχεια στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας, που λειτουργεί στον Πύργο υπό την ευθύνη του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς. Το μουσείο, που εγκαινιάστηκε το 2008, παρουσιάζει την ιστορία της εξόρυξης και της επεξεργασίας του μαρμάρου, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις τεχνικές που χρησιμοποιούνταν στην προβιομηχανική και πρωτοβιομηχανική περίοδο.

Μέσα από εργαλεία, μηχανήματα, σχέδια, γύψινα προπλάσματα και μαρμάρινα αντικείμενα, ο επισκέπτης γνωρίζει τα διαφορετικά στάδια της δουλειάς ενός τεχνίτη. Από την εξόρυξη και τη μεταφορά του μαρμάρου έως τη λάξευση, τη διακόσμηση και την τοποθέτηση του τελικού έργου. Η έκθεση παρουσιάζει ακόμη την οργάνωση των παλιών εργαστηρίων και τον τρόπο με τον οποίο μεταδιδόταν η γνώση. Η μαθητεία γινόταν δίπλα σε έμπειρους τεχνίτες, με τους νεότερους να ξεκινούν από απλές εργασίες και να αποκτούν σταδιακά τις απαραίτητες δεξιότητες. Η σημασία αυτής της παράδοσης αναγνωρίστηκε διεθνώς το 2015, όταν η τηνιακή μαρμαροτεχνία εντάχθηκε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO. 

Η γυναικεία ενδυμασία της Τήνου

Μια ακόμη στάση του ταξιδιού μας ήταν η φωτογραφική έκθεση «Το φως ξεφυλλίζει τον χρόνο», στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, στη Χώρα. Μια έκθεση που μας μετέφερε στην Τήνο του 19ου αιώνα, παρουσιάζοντας τη γυναικεία ενδυμασία και τη θέση της στην καθημερινή και κοινωνική ζωή. Η έκθεση βασίζεται στην έρευνα και στην ανασύνθεση των ενδυμασιών από την Έφη Αλεξανδράκη, ενώ τις φωτογραφίες υπογράφει η Χρύσα Παρασκευά. Πρόκειται για μια δουλειά που συνδυάζει την ιστορική τεκμηρίωση με τη σύγχρονη φωτογραφία, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις φορεσιές μέσα στο περιβάλλον στο οποίο χρησιμοποιούνταν.

Οι εικόνες δημιουργήθηκαν στη Μονή των Ουρσουλινών στα Λουτρά της Τήνου, κατά την περίοδο 2018-2019. Οι πέτρινοι τοίχοι, οι αυλές, οι διάδρομοι και το φυσικό φως του νησιού έγιναν μέρος των φωτογραφιών, οι οποίες παρουσιάζουν σκηνές από την καθημερινότητα, τις εργασίες, τις οικογενειακές συγκεντρώσεις και τις γιορτές μιας τηνιακής οικογένειας του 19ου αιώνα. Οι φορεσιές εκείνης της εποχής αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Τα υφάσματα, τα χρώματα, τα κοσμήματα και οι επιμέρους λεπτομέρειες μπορούσαν να φανερώσουν πληροφορίες για την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση ή την κοινωνική θέση μιας γυναίκας. Παράλληλα, οι επιρροές από άλλες περιοχές μαρτυρούσαν τις εμπορικές και πολιτιστικές επαφές των Κυκλάδων.

Η Έφη Αλεξανδράκη αναζήτησε ιστορικές μαρτυρίες και εικαστικά τεκμήρια, προκειμένου να ανασυνθέσει τις ενδυμασίες με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Στη συνέχεια, η Χρύσα Παρασκευά τις φωτογράφισε μέσα σε σκηνές που παραπέμπουν στον τρόπο ζωής της εποχής. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα ρούχα. Οι γυναίκες δεν στέκονται απλώς μπροστά στον φωτογραφικό φακό για να δείξουν μια φορεσιά. Συμμετέχουν σε καθημερινές δραστηριότητες, κινούνται στους χώρους της Μονής και παρουσιάζονται σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας. Έτσι, ο επισκέπτης μπορεί να παρατηρήσει τόσο τις ενδυμασίες όσο και τα στοιχεία της ζωής με τα οποία ήταν συνδεδεμένες.

Η έκθεση μάς έδωσε την ευκαιρία να σκεφτούμε και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε σήμερα την παράδοση. Συχνά τη συνδέουμε με αντικείμενα που έχουν διασωθεί σε μουσεία, με παλιές φωτογραφίες ή με έθιμα που αναβιώνουν σε γιορτές. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά υπήρξαν κάποτε μέρος της καθημερινότητας πραγματικών ανθρώπων, που είχαν τις δικές τους ανάγκες, συνήθειες και προβληματισμούς. Η παράδοση δεν είναι μια στατική εικόνα του παρελθόντος. Αλλάζει μαζί με την κοινωνία, επηρεάζεται από τις συνθήκες κάθε εποχής και αποκτά νέα σημασία όταν οι άνθρωποι επιλέγουν να την αξιοποιήσουν δημιουργικά. Η έκθεση «Το φως ξεφυλλίζει τον χρόνο» παρουσιάζεται στις αίθουσες Βιτάλη και Σώχου του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού έως τις 23 Νοεμβρίου 2026, με ελεύθερη είσοδο.

Όσα κρατήσαμε από την Τήνο

Το ταξίδι μας στην Τήνο κράτησε λίγες ημέρες, ήταν όμως αρκετές για να γνωρίσουμε πλευρές του νησιού που συχνά περνούν απαρατήρητες. Περπατήσαμε σε ένα μικρό χωριό αναζητώντας έργα τέχνης, παρακολουθήσαμε τους κατοίκους να ξαναπαίζουν παιχνίδια των παιδικών τους χρόνων, ακούσαμε ιστορίες ηλικιωμένων, συζητήσαμε με έναν ερευνητή για το παρελθόν του τόπου και γνωρίσαμε έναν μαρμαρογλύπτη που συνεχίζει να δημιουργεί με μεγάλο ενθουσιασμό. Κάθε συνάντηση μάς έδειχνε και μια διαφορετική πλευρά της Τήνου. Από τη μια, τα χωριά που προσπαθούν να διατηρήσουν τη ζωή τους και οι επαγγελματίες που αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της νησιωτικότητας. Από την άλλη, οι καλλιτέχνες, οι πολιτιστικοί φορείς και οι κάτοικοι που αναζητούν τρόπους να αξιοποιήσουν όσα έχουν κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές.

Σε ένα νησί που έχει γνωρίσει σημαντική τουριστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, οι πρωτοβουλίες αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μας θυμίζουν ότι πίσω από την εικόνα ενός όμορφου προορισμού υπάρχει μια τοπική κοινωνία με ανάγκες, αγωνίες και προσδοκίες για το μέλλον. Κάθε φορά που επιστρέφουμε σε έναν τόπο που αγαπάμε, αναζητούμε συχνά τις ίδιες γεύσεις, τις ίδιες εικόνες και τις ίδιες συνήθειες που θυμόμαστε. Κι όμως, κάθε φορά κάτι έχει αλλάξει. Ένα παλιό σπίτι έχει κλείσει, ένα χωράφι έχει μείνει ακαλλιέργητο, ένα εργαστήριο έχει σταματήσει να λειτουργεί. Την ίδια στιγμή, όμως, μπορεί να γνωρίσουμε έναν νέο παραγωγό που καλλιεργεί ξανά τη γη, έναν τεχνίτη που συνεχίζει την οικογενειακή δουλειά ή μια ομάδα ανθρώπων που αποφασίζει να δώσει νέα χρήση σε έναν εγκαταλελειμμένο χώρο.

Ίσως αυτός να είναι και ο καλύτερος τρόπος να κατανοήσουμε τη σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Να αναγνωρίσουμε όσα μας κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές, να καταλάβουμε γιατί δημιουργήθηκαν και να αποφασίσουμε τι αξίζει να διατηρήσουμε και πώς μπορούμε να το προσαρμόσουμε στη σημερινή ζωή. Όπως εκείνη η παλιά πεζούλα, που κάποτε αποτελούσε πολύτιμο κομμάτι της οικογενειακής περιουσίας και μπορούσε να προκαλέσει μεγάλες διαμάχες. Σήμερα μπορεί να γίνει ξανά τόπος καλλιέργειας και συνεργασίας. Το χώμα και οι πέτρες παραμένουν τα ίδια. Εκείνο που αλλάζει είναι οι ανάγκες των ανθρώπων και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουν να τα αξιοποιήσουν.

Τήνοςπαράδοσητουρισμόςνησί