FIR Αθηνών: Μετά το μπλακ άουτ «τρέχουν» για τα συστήματα και τις συστάσεις - Η εμπλοκή του ΟΤΕ και τα «αγκάθια»
Μαρία ΛιλιοπούλουΣτον απόηχο του σοβαρότατου περιστατικού της 4ης Ιανουαρίου 2026 στο FIR Αθηνών, που έσβησε από τον αεροπορικό χάρτη τον ελληνικό εναέριο χώρο οδηγώντας σε δραστικό περιορισμό της εναέριας κυκλοφορίας, το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών επιχειρεί να δείξει ότι περνά στη φάση των παρεμβάσεων.
Η συγκρότηση Ομάδας Διαχείρισης Κρίσεων για την αεροναυτιλία, η εμπλοκή του ΟΤΕ και η επιτάχυνση της εγκατάστασης νέων πομποδεκτών με σύγχρονα συστήματα καταγραφής και τηλεμετρίας αποτελούν τον βασικό κορμό των άμεσων κινήσεων που ανακοινώθηκαν από τον υπουργό, Χρίστο Δήμα.
Υπό το βάρος των εξελίξεων και ύστερα από την απομάκρυνση του διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), Γ. Σαουνάτσου, ο υπουργός συγκάλεσε ευρεία σύσκεψη, στην οποία συμμετείχαν εξειδικευμένα στελέχη της ΥΠΑ και του ΟΤΕ, με αντικείμενο την υλοποίηση των συστάσεων του πορίσματος της Επιτροπής Διερεύνησης.
Η εμπλοκή του ΟΤΕ δεν είναι τυχαία: το περιστατικό αποκάλυψε την εξάρτηση της ΥΠΑ από τηλεπικοινωνιακές υποδομές τρίτων και την απουσία επαρκών εναλλακτικών λύσεων, γεγονός που περιόρισε τις δυνατότητες άμεσης παρέμβασης.
Το υπουργείο ανακοίνωσε την επιτάχυνση της εγκατάστασης νέων πομποδεκτών VHF τεχνολογίας VoIP, με συστήματα καταγραφής φωνής και αυξημένη τηλεμετρία. Η προμήθεια γίνεται μέσω της σύμβασης 69/2025, που υπεγράφη τον Οκτώβριο του 2025, με τα πρώτα συστήματα να παραδίδονται εντός Φεβρουαρίου 2026. Οι εγκαταστάσεις θα ξεκινήσουν στοχευμένα από απομακρυσμένους τηλεπικοινωνιακούς σταθμούς, δηλαδή από τα σημεία όπου μια βλάβη μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε μεγάλο μέρος του FIR.
Παράλληλα, το υπουργείο επιδιώκει, σε συνεργασία με τον ΟΤΕ, να επανασχεδιάσει την αρχιτεκτονική των υφιστάμενων συστημάτων της ΥΠΑ, ώστε να αξιοποιούνται πλήρως εναλλακτικές υποδομές. Πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή ότι μέχρι σήμερα το σύστημα λειτουργούσε με περιορισμένες δικλείδες ασφαλείας και χωρίς επαρκή εφεδρεία σε κρίσιμα επίπεδα.
Η διαφορετική εικόνα που παρουσιάζουν οι εργαζόμενοι
Την ίδια ώρα, οι εργαζόμενοι της ΥΠΑ περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτήν των τεχνικών ανακοινώσεων. Για την Ένωση Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφάλειας Εναέριας Κυκλοφορίας, ο «ψηφιακός θόρυβος» που επικαλέστηκαν οι επίσημες ανακοινώσεις δεν είναι τίποτε άλλο από ένας πιο διακριτικός τρόπος για να περιγραφεί η κατάρρευση απαρχαιωμένων συστημάτων που εδώ και χρόνια λειτουργούν πέρα από τα όρια ζωής τους, σημειώνουν. Όπως υπογραμμίζουν σε ανακοίνωσή τους, πολλά από τα συστήματα αεροναυτιλίας της ΥΠΑ δεν υποστηρίζονται πλέον από τους κατασκευαστές τους, ενώ παραμένουν επιχειρησιακά χάρη στην εντατική και συχνά αυτοσχέδια συντήρηση από το προσωπικό.
Η υποστελέχωση αποτελεί το δεύτερο μεγάλο αγκάθι. Οι ΗΜΑΕΚ έχουν επανειλημμένα καταγγείλει ότι επιχειρησιακές μονάδες αιχμής λειτουργούν ακόμη και με μονοβάρδιες, γεγονός που αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Παρά τις εξαγγελίες για προσλήψεις, οι καθυστερήσεις συνεχίζονται, ενώ οι ίδιες οι διοικήσεις, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, αντιμετώπισαν την έλλειψη προσωπικού ως μια «ανεκτή» κατάσταση.
Το περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου ανέδειξε και μια ακόμη κρίσιμη πτυχή: τον ρόλο των τρίτων παρόχων. Οι ηλεκτρονικοί μηχανικοί της ΥΠΑ αναφέρουν πως ήταν εκείνοι που εντόπισαν έγκαιρα ότι το πρόβλημα προερχόταν από τηλεπικοινωνιακές υποδομές εκτός ΥΠΑ και ειδοποίησαν τον πάροχο, καθώς η ίδια η Υπηρεσία δεν διαθέτει δυνατότητα ελέγχου ή επέμβασης στα δίκτυα αυτά. Παρ’ όλα αυτά, όπως σημειώνουν, δεν υπήρχε σαφές και ποιοτικό πρωτόκολλο συνεργασίας, ένα κενό που όλες οι προηγούμενες διοικήσεις άφησαν άλυτο: «Αφού δεν το έκανε η απελθούσα Διοίκηση της ΥΠΑ δέκα ημέρες μετά το περιστατικό και πριν την υποχρέωσή της σε παραίτηση, πρέπει εμείς τουλάχιστον να διευκρινίσουμε ότι η ΥΠΑ δεν είναι τηλεπικοινωνιακός πάροχος και πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν διαθέτει τηλεπικοινωνιακές υποδομές, αλλά τις προμηθεύεται από τρίτους. Σε αυτές τις υποδομές το προσωπικό της ΥΠΑ δεν διαθέτει καμία δυνατότητα ελέγχου, πολλώ δε μάλλον επέμβασης. Άλλωστε, το σύστημα επανήλθε πλήρως μόνο μετά από ενέργεια του τηλεπικοινωνιακού παρόχου», αναφέρουν.
Την ημέρα του συμβάντος, Κυριακή, οι μηχανικοί κλήθηκαν να διαχειριστούν την κρίση σε υποστελεχωμένες βάρδιες, μεταβαίνοντας ακόμη και σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές για να ελέγξουν απομακρυσμένους πομποδέκτες.
Οι εργαζόμενοι προειδοποιούν ότι καμία τεχνολογική αναβάθμιση δεν αρκεί από μόνη της. Χωρίς επαρκή και πιστοποιημένο προσωπικό, χωρίς υποστηρικτικές ειδικότητες και χωρίς άμεση διάθεση πόρων για τις βασικές λειτουργικές ανάγκες, τα νέα συστήματα κινδυνεύουν να προστεθούν απλώς σε μια μακρά λίστα εξοπλισμού που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως. Όπως τονίζουν, η ασφάλεια των πτήσεων δεν είναι ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης, αλλά πολιτικής επιλογής με συγκεκριμένο κόστος και σαφείς ευθύνες.
«Δεν γνωρίζουμε πώς αλλιώς μπορούμε να καταστήσουμε σαφές ότι χωρίς κατάλληλα και σύγχρονα συστήματα και χωρίς επαρκές, πιστοποιημένο και εξειδικευμένο προσωπικό που τα υποστηρίζει, όπως είναι οι ΗΜΑΕΚ, η Υπηρεσία καταντά κενό κέλυφος, υπό επιτήρηση για την απώλεια της δυνατότητας ελέγχου του FIR», καταλήγουν οι ηλεκτρονικοί.
- Ο συμβιβασμός ανάμεσα στα μπλόκα και την κυβέρνηση, η φανερή αντιπάθεια του Άδωνι για τον Δένδια και το «ok» του Μαξίμου στις συναντήσεις του Τασούλα
- Οι κινήσεις της κυβέρνησης στο «ραντεβού» με τους αγρότες στο Μαξίμου - Τι θα περιλαμβάνει το «μενού» της συζήτησης
- Φρεγάτα «Κίμων»: Πόσο και σε ποιους τομείς ενισχύει την επιχειρησιακή και διπλωματική ισχύ της Ελλάδας
- Η Γροιλανδία κρίνει το μέλλον του ΝΑΤΟ