Ελλάδα|18.01.2026 10:56

Ποτοαπαγόρευση: Ο ρόλος των Ελλήνων στη μεγάλη απάτη που γιγάντωσε τη μαφία

Κώστας Ασημακόπουλος

Στις 16 Ιανουαρίου 1920 οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεργοποιούν την 18η Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ και θέτουν σε ισχύ την περίφημη ποτοαπαγόρευση. Η παραγωγή, η μεταφορά και η πώληση αλκοόλ απαγορεύονται σε ολόκληρη τη χώρα. Η απόφαση δεν αιφνιδίασε κανέναν. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, συντηρητικά κινήματα όπως προτεσταντικές οργανώσεις, γυναικείες ενώσεις και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές ταύτιζαν το αλκοόλ με τη ρίζα της φτώχειας και της οικογενειακής βίας. Ασκούσαν έντονη κριτική στις κυβερνήσεις και πίστευαν πως με την κατάργηση του αλκοόλ θα καταργηθούν όλα τα κοινωνικά δεινά.

Η πραγματικότητα ήταν σκληρή και διαφορετική καθώς η μαθηματική εξίσωση στην πράξη έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα. Το αλκοόλ ήταν βαθιά ριζωμένο στον αμερικανικό τρόπο ζωής. Νόμιμο, φορολογημένο, πολιτισμικά αποδεκτό. Η απαγόρευση, αντί να εξαφανίσει τη ζήτηση, την εκτόξευσε. Το χειρότερο ήταν πως άλλαξε τσέπες στα κέρδη. Από τους νόμιμους φόρους που εισέπραττε το κράτος, ποτίστηκε η ρίζα της μαφίας.

Τα παράνομα μπαρ πίσω από βιβλιοθήκες

Μέσα σε λίγους μήνες, εμφανίστηκαν δεκάδες χιλιάδες speakeasies (παράνομα μπαρ χωρίς επιγραφές, με κρυφές εισόδους και συνθηματικά). Στη Νέα Υόρκη υπολογίζεται ότι λειτούργησαν περισσότερα παράνομα μπαρ απ’ όσα νόμιμα υπήρχαν πριν από το 1920. Το λαθρεμπόριο (το περίφημο bootlegging) άνθισε. Τα ποτά έφταναν και αυτά παράνομα από τον Καναδά (μέσω των Μεγάλων Λιμνών), την Καραϊβική και την Ευρώπη. Την ίδια ώρα, εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά παρήγαγαν πρόχειρο αλκοόλ («bathtub gin»), συχνά επικίνδυνο και ακατάλληλο. Καταγράφηκαν χιλιάδες δηλητηριάσεις, ακόμη και θάνατοι, που συνδέθηκαν με νοθευμένα ποτά που παρασκευάζονταν παράνομα και σε άθλιες συνθήκες. 

Ο Άλ Καπόνε

Αυτή η παράνομη αγορά χρειαζόταν οργάνωση. Διανομή, αποθήκες, μεταφορές, χρηματοδότηση, προστασία, διαφθορά. Έτσι γεννήθηκε το οργανωμένο έγκλημα. Συμμορίες απέκτησαν ιεραρχία, λογιστική, ένοπλες ομάδες προστασίας και πολιτικές διασυνδέσεις. Στο Σικάγο αναδείχθηκε σε κυρίαρχη μορφή ο Αλ Καπόνε (Al Capone). Ο «Αλ» δεν ήταν απλώς βίαιος εγκληματίας, αλλά ένας επιχειρηματίας της παρανομίας. Η αυτοκρατορία του βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στο παράνομο αλκοόλ, με εβδομαδιαία έσοδα εκατομμυρίων δολαρίων σε αξίες εποχής. Αστυνομικοί, δικαστικοί και τοπικοί άρχοντες δωροδοκούνταν συστηματικά, ενώ η βία λειτουργούσε ως μηχανισμός ρύθμισης της αγοράς.

Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου

Το 1929, η εκτέλεση επτά μελών αντίπαλης οργάνωσης στη λεγόμενη Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Δεν ήταν μόνο η αγριότητα που σόκαρε, αλλά η διαπίστωση ότι το κράτος είχε χάσει τον έλεγχο. Η μαφία δρούσε πλέον με στρατιωτική πειθαρχία, επιβάλλοντας κανόνες μπροστά στα μάτια όλων.

Οι «αδιάφθοροι»

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση απάντησε με ειδικές ομάδες δίωξης και εμβληματικές φιγούρες όπως ο Eliot Ness, επικεφαλής των περίφημων «Αδιάφθορων» στο Σικάγο. Παρά τις επιμέρους επιτυχίες, το μέγεθος του προβλήματος ξεπερνούσε την κρατική ικανότητα επιβολής. Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο ήταν ότι ο Αλ Καπόνε δεν καταδικάστηκε ποτέ για φόνους ή λαθρεμπόριο, αλλά για φοροδιαφυγή, μια έμμεση παραδοχή ότι το κράτος δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ευθέως την παράνομη αγορά που το ίδιο είχε δημιουργήσει.

Καταστροφική η ποτοαπαγόρευση

Η ποτοαπαγόρευση αποδείχθηκε οικονομικά καταστροφική. Το κράτος έχασε τεράστια φορολογικά έσοδα που προέρχονταν από το νόμιμο εμπόριο αλκοόλ, ενώ δαπάνησε αντίστοιχα τεράστια ποσά για αστυνόμευση, δικαστήρια και φυλακές. Τα κέρδη διοχετεύτηκαν στη μαύρη οικονομία και σε εγκληματικά δίκτυα, η διαφθορά έγινε συστημική και η δημόσια υγεία επιβαρύνθηκε από νοθευμένα ποτά. Η Μεγάλη Ύφεση του 1929 επιτάχυνε τη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου. Η οικονομία χρειαζόταν νόμιμα έσοδα και θέσεις εργασίας, όχι ιδεολογικές απαγορεύσεις.

Η θέση των Ελλήνων

Πίσω από τα πρωτοσέλιδα με ιταλικά και ιρλανδικά ονόματα, υπήρχε όμως μια λιγότερο γνωστή, σχεδόν αθέατη ιστορία. Σε γειτονιές Ελλήνων μεταναστών, ιδιαίτερα στο Σικάγο και στο Ντιτρόιτ, οι ελληνικές οικογένειες ανέπτυξαν το δικό τους δίκτυο και τις δικές τους αντοχές. Απέφυγαν τις βαρύγδουπες κινήσεις. Οργάνωσαν μικρά, αυτόνομα δίκτυα λαθρεμπορίου αλκοόλ. Δεν δημιούργησαν αυτοκρατορίες. Δεν επιδίωξαν επικράτεια, έλεγχο και δημοσιότητα, δεν άφησαν πίσω τους ποτάμια αίματος.

Σιωπηλά και μόνοι

Λειτούργησαν σιωπηλά, με καθαρή οικογενειακή δομή και μοναδικό στόχο το κέρδος. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο ρόλος των Ελλήνων γύρω από την Εκκλησία αλλά και το γεγονός πως σχέση με τις άλλες εθνικότητες λειτουργούσαν πάντα μοναχικά μέσα στην αγορά, χωρίς μεγάλες και πολυπρόσωπες συνεργασίες ή τεράστια εταιρικά σχήματα. Άλλωστε οι Έλληνες ποτέ δεν φημίζονταν για συνεργασίες. Οπως έλεγε και μία παλιά εβραϊκή σοφία για το εμπόριο «τον Έλληνα να τον φοβάσαι όταν έρχεται να διαπραγματευτεί μόνος του. Όταν έχει συνέταιρο μην τον φοβάσαι». 

Είχαν μέτωπο με το νόμο

Στο Greektown του Σικάγο, εστιάτορες και καφετζήδες παρείχαν χώρους αποθήκευσης και διανομής, μεταφορείς περνούσαν ποτό από τον Καναδά, ενώ υπόγεια speakeasies λειτουργούσαν πίσω από φαινομενικά αθώα καταστήματα.

Ονόματα όπως ο Γιώργος Κατσαρός, ο Νικόλαος «Νικ» Σπύρου, ο Αναστάσιος Παπαδόπουλος ή οι αδελφοί Μανώλη εμφανίζονται σε αστυνομικά αρχεία, δικαστικές υποθέσεις και σύντομα ρεπορτάζ στο Τύπο της εποχής, ποτέ όμως ποτέ δεν είχαν αιματηρά επεισόδια ή εμπλοκή με την ιταλική μαφία.

Μακριά και αγαπημένοι

Οι σχέσεις τους με τα μεγάλα ιταλικά δίκτυα ήταν οριοθετημένες. Πλήρωναν «διόδια» για ασφαλή λειτουργία, χωρίς να ενταχθούν στη δομή τους. Οι Έλληνες κατά κανόνα δεν εκτελούσαν συμβόλαια θανάτου, δεν ήθελαν τη δόξα των Ιταλών, δεν συνεργάστηκαν μαζί τους. Ποτέ δεν ανοίχτηκε μέτωπο με τους Ιταλούς και του Ιρλανδούς.

Ντιτρόιτ και Σικάγο

Στο Ντιτρόιτ, η γεωγραφία έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Η εγγύτητα με τον Καναδά και ο ποταμός έγιναν λεωφόρος λαθρεμπορίου. Έλληνες μεταφορείς και ιδιοκτήτες μικρών αποθηκών ανέλαβαν τη διακίνηση με ταχύτητα και πειθαρχία. Η φήμη τους ήταν ξεκάθαρη στους κύκλους της παρανομίας. Ωστόσο, οι Έλληνες δεν προκαλούσαν, δεν πυροβολούσαν, δεν μιλούσαν.

Το εμπόριο κρασιού και η εκκλησία

Σημαντικό ρόλο έπαιξε το εμπόριο κρασιού ενώ άνθισαν και εισαγωγές από την Ελλάδα. Συχνά δηλωνόταν για οικιακή και εκκλησιαστική χρήση, αξιοποιώντας νομικά «παράθυρα» της απαγόρευσης και τις ανάγκες των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων.

Ο ρόλος των γυναικών

Η λειτουργία αυτών των ελληνικών δικτύων βασιζόταν σε απλές αλλά αυστηρές αρχές. Ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος αδελφός κρατούσε τις επαφές, οι νεότεροι έκαναν τις μεταφορές, οι γυναίκες τηρούσαν και έκρυβαν τα βιβλία καλύτερα από οποιονδήποτε. Τίποτα γραπτό, όλα προφορικά. Απόλυτη σιωπή απέναντι στην αστυνομία. Γρήγορη προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Η φήμη θεωρούνταν κίνδυνος, όχι κεφάλαιο.

Αξιοθαύμαστη προσαρμογή

Όταν το 1933, με την 21η Τροπολογία, η ποτοαπαγόρευση καταργήθηκε, για πολλούς Έλληνες η μετάβαση ήταν σχεδόν ομαλή. Και σε αυτή την περίπτωση η προσαρμογή ήταν αξιοθαύμαστη. Άνοιξαν γρήγορα νόμιμα μπαρ και εστιατόρια. Πολλοί που είχαν ανοικτούς λογαριασμούς με τη δικαιοσύνη άλλαξαν επώνυμο, κάποιοι επέστρεψαν στην Ελλάδα με κεφάλαια. Όσοι έφευγαν από την πατρίδα για τις ΗΠΑ ήξεραν πως έπρεπε να γράψουν τη δική τους ιστορία. Κυρίως στον χώρο της εστίασης. Τα παιδιά τους μεγάλωσαν ως σεβαστοί επιχειρηματίες, όχι ως μαφιόζοι. Η ιστορία τους δεν έγινε ταινία, γιατί δεν είχε θεαματική βία.  

Έκλεισαν το φάκελο όταν έπρεπε

Η 16η Ιανουαρίου 1920 έμεινε στην ιστορία ως μια μεγάλη πολιτική αυταπάτη. Έδειξε ότι η ζήτηση δεν καταργείται με νόμους, ότι η παρανομία οργανώνεται όταν υπάρχει κέρδος και ότι οι καλές προθέσεις χωρίς ρεαλισμό μπορούν να γεννήσουν τέρατα. Η ιταλική και η ιρλανδική μαφία έγραψαν ιστορία με αίμα. Οι Έλληνες έγραψαν ισολογισμούς και έκλεισαν τον... φάκελο την ώρα που έπρεπε. Γι’ αυτό και σήμερα τα ονόματά τους βρίσκονται περισσότερο σε σκονισμένα αρχεία παρά στη συλλογική μνήμη, και αυτή ήταν η μεγαλύτερη τους «επιτυχία».

ειδήσειςΑλ ΚαπόνεμαφίαΈλληνεςΗΠΑαστυνομίαειδήσεις τώρακυβέρνησηποτόαλκοόλ