Ελλάδα|27.03.2026 17:29

Λέκκας για Άγιο Όρος: Επιστημονικός γρίφος η σεισμική δραστηριότητα - Θα συνεχιστεί

Newsroom

«Η ανάλυση - εκτίμηση κινδύνου είναι κοινωνική ευθύνη», τόνισε ο πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ), καθηγητής του ΕΚΠΑ, Ευθύμιος Λέκκας, κατά την παρέμβασή του στη Β' Ενότητα : «Φυσικές Καταστροφές και Πολιτική Προστασία», στο συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Γενικών Γραμματέων Τοπικής Αυτοδιοίκησης "Κλεισθένης", στο Συνεδριακό Κέντρο «Ν. Γερμανός» στη Θεσσαλονίκη.

Ο κ. Λέκκας έθεσε με σαφήνεια το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθούν οι δήμοι και συνολικά η χώρα απέναντι σε σύγχρονους κινδύνους, που προέρχονται από φυσικές καταστροφές, ή ακόμη και τεχνολογικές απειλές.

Σε δηλώσεις του, στο περιθώριο του συνεδρίου, για τη σεισμική δραστηριότητα στο Άγιο Όρος, ο καθηγητής περιέγραψε μια εξελισσόμενη κατάσταση με επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά χωρίς λόγο πανικού. «Για το 'Αγιο Όρος έχουμε έναν επιστημονικό γρίφο, ο οποίος αναπτύσσεται τα δύο τελευταία χρόνια… έχουμε μία συνεχή δραστηριότητα από ένα συγκεκριμένο ρήγμα χερσαίο και θαλάσσιο», σημείωσε, εξηγώντας ότι η σεισμικότητα παρουσιάζει διακυμάνσεις. Όπως ανέφερε, «το μέγιστο μέγεθος ήταν πριν 14 μήνες, 5,3 Ρίχτερ, ενώ η πρόσφατη έξαρση είχε μέγιστο μέγεθος 4,9», ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως «δεν υπάρχει κίνδυνος για τις μονές και τις γύρω περιοχές, με τέτοια μεγέθη».

Ο ίδιος εκτίμησε ότι η δραστηριότητα θα συνεχιστεί σε παρόμοια επίπεδα και συνέχισε: «Δεν είμαστε σε θέση να δούμε πόσο θα διαρκέσει αυτή η διαδικασία και τι ακριβώς χαρακτηριστικά θα έχει». Επεσήμανε, πάντως, ότι «είναι πολύ δύσκολο να πάμε σε μεγαλύτερα μεγέθη» και υπογράμμισε ότι είναι «πιθανόν να πάμε σε πιο ήπιες καταστάσεις, δεδομένου ότι έχει εκτονωθεί μεγάλο μέρος της ενέργειας τα προηγούμενα δύο χρόνια».

Στο ευρύτερο πλαίσιο της πολιτικής προστασίας, ο κ. Λέκκας στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης, επισημαίνοντας ότι η ανθεκτικότητα των δήμων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. «Οι δήμοι μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά στο επίπεδο της ανθεκτικότητας. Υπάρχουν δήμοι που το κάνουν πολύ καλά και άλλοι που δεν το κάνουν τόσο καλά», ανέφερε, τονίζοντας ότι η διαχείριση καταστροφών «είναι μείζον θέμα που αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον πολίτη».

Όπως εξήγησε, η ανθεκτικότητα δεν είναι μία γενική έννοια αλλά αφορά το σύνολο των λειτουργιών μιας πόλης: «Αφορά κρίσιμες υποδομές, δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, υπηρεσίες, σχολεία, δρόμους, γέφυρες. Ο δήμος συντίθεται από δεκάδες επιμέρους συστήματα και σε καθένα πρέπει να προσδώσουμε ειδική ανθεκτικότητα». Μόνο έτσι, είπε, μπορεί να επιτευχθεί συνολικά υψηλό επίπεδο προστασίας.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε σε παθογένειες, που εξακολουθούν να υπάρχουν, κάνοντας λόγο για πρόχειρες προσεγγίσεις στον σχεδιασμό. «Υπάρχουν δήμοι που παίρνουν σχέδια copy-paste και ξεχνάνε μέσα ονόματα άλλων δήμων… στο εξώφυλλο φαίνεται ένας δήμος και μέσα άλλος», ανέφερε χαρακτηριστικά, στηλιτεύοντας πρακτικές που, όπως είπε, υπονομεύουν την ουσιαστική προετοιμασία. Σημείωσε, βέβαια, ότι αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τους διαθέσιμους πόρους και προσωπικό που διαθέτει κάθε δήμος, αλλά δεν μπορεί κάτι τόσο σημαντικό, όπως η πολιτική προστασία, να αντιμετωπίζεται με τέτοιους τρόπους. Επεσήμανε, ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν αρκεί μόνο ο δήμος να προετοιμάζεται, γιατί στο μέσο μιας κρίσης μπορεί να απειληθεί η ασφάλεια στελεχών του και συνακόλουθα η δυνατότητα λήψης αποφάσεων και για αυτό υπάρχουν διαδημοτικά και περιφερειακά σχέδια απόκρισης και αντιμετώπισης καταστροφών.

Εβδομήντα μία απειλές σχετίζονται με την κλιματική κρίση

Ο καθηγητής στάθηκε και στη σημασία των ασκήσεων ετοιμότητας, επισημαίνοντας ότι δεν πρέπει να λειτουργούν επικοινωνιακά. «Ασκήσεις δεν κάνουμε για να βγάλουμε φωτογραφίες… το είδαμε στη Μάνδρα και στο Μάτι και στην Αττική Οδό...Μία εβδομάδα μετά τις "ωραίες εικόνες" ήρθαν δύο τραγωδίες», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι στόχος των ασκήσεων είναι η ανάδειξη αδυναμιών και όχι η επιβεβαίωση μιας ψευδούς ετοιμότητας.

Στην εισήγησή του, ο κ. Λέκκας ανέδειξε και τη συστηματική επιστημονική προσέγγιση των κινδύνων, κάνοντας λόγο για την καταγραφή 71 διαφορετικών απειλών σε πλανητικό επίπεδο που σχετίζονται κυρίως με την κλιματική κρίση. «Έχουμε ταξινομήσει 71 κινδύνους που μπορούν να προκύψουν σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και συνδυασμούς κινδύνων που δεν φανταζόμαστε», σημείωσε, αναφέροντας ενδεικτικά σεισμούς, πλημμύρες, πυρκαγιές, πανδημίες και τεχνολογικά ατυχήματα, πολλές φορές και συνδυαστικά, σε συχνότητες που δεν είχαν καταγραφεί ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Ως απόδειξη της έντασης της κλιματικής αλλαγής ανέφερε ότι μέσα σε μόλις δύο χρόνια τρία χρόνια σημειώθηκαν φαινόμενα χιλιετίας, με ένταση πρωτοφανή ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως αυτή του κυκλώνα Daniel και που έπληξε τη Θεσσαλία και του Ιανού. Η πολυπλοκότητα αυτών των φαινομένων, όπως εξήγησε, αποτελεί πλέον τη νέα πραγματικότητα: «Δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν κίνδυνο κάθε φορά, αλλά πολλαπλότητα και συνθετότητα κινδύνων». Έφερε ως παράδειγμα την εμπειρία από την πανδημία σε συνδυασμό με σεισμικά γεγονότα, όπου προκύπτουν αντικρουόμενες οδηγίες και αυξημένες δυσκολίες διαχείρισης.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην έννοια της «κλιματικής κρίσης», υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται πλέον για απλή κλιματική αλλαγή. «Δεν είναι πια κλιματική αλλαγή, είναι κλιματική κρίση… είμαστε λίγο πριν την κατάρρευση», υπογράμμισε, επισημαίνοντας τις συνέπειες όπως η αύξηση ακραίων φαινομένων, η υποβάθμιση των εδαφών και η ερημοποίηση.

Στην Σαντορίνη πρώτη φορα συνεργάστηκαν απόλυτα όλοι οι φορείς

Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφιερώθηκε στο παράδειγμα της Σαντορίνης, όπου, όπως είπε, η επιστημονική και επιχειρησιακή συνεργασία λειτούργησε υποδειγματικά. «Είχαμε 23.000 σεισμούς μέσα σε 27 μέρες… τις πρώτες ημέρες θεωρούσαμε ότι μπορεί να γίνει σεισμός της τάξεως των 7,2 Ρίχτερ», ανέφερε, εξηγώντας ότι υπήρχε σοβαρός φόβος για επιπτώσεις στο δομημένο περιβάλλον.

«Αν γινόταν ένας τέτοιος σεισμός, το οικιστικό περιβάλλον στην Καλντέρα θα μπορούσε να καταρρεύσει προς τη θάλασσα», σημείωσε, προσθέτοντας όμως ότι τελικά «ο μεγάλος σεισμός δεν έγινε και η ενέργεια εκτονώθηκε μέσω των χιλιάδων μικρότερων δονήσεων». Όπως υπογράμμισε, η επιτυχής διαχείριση οφείλεται στο γεγονός ότι «ήταν η πρώτη φορά που επιστημονικός κόσμος, επιχειρησιακοί φορείς και πολιτεία συνεργάστηκαν απόλυτα».

Ο κ. Λέκκας ανέδειξε επίσης τη σημασία της εμπειρίας πεδίου, σημειώνοντας ότι η γνώση δεν προκύπτει μόνο από θεωρητική μελέτη. «Δεν μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις μόνο από το γραφείο… η εμπειρία έρχεται από δεκάδες αποστολές σε όλο τον κόσμο», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η πρακτική εμπλοκή είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων.

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η χώρα εισέρχεται σε μια νέα εποχή πολιτικής προστασίας, με αυξημένες απαιτήσεις και ευθύνες για όλους τους εμπλεκόμενους. «Ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι σοβαρός και πρέπει να είναι υπεύθυνος… πρέπει να ξεχάσουμε τις παλιές πρακτικές», ανέφερε, προειδοποιώντας ότι η ελλιπής προετοιμασία έχει και νομικές συνέπειες.

«Έχω βρεθεί πολλές φορές σε δικαστήρια με κατηγορούμενους δημάρχους και στελέχη… εκεί δεν πρόκειται να βρει κανείς το δίκιο του», είπε χαρακτηριστικά, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η πρόληψη και η σωστή προετοιμασία δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.

Σε μια εποχή όπου οι φυσικές καταστροφές γίνονται πιο σύνθετες και συχνές, επεσήμανε ο κ. Λέκκας αναδεικνύεται ότι η διαχείριση κινδύνων δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Αντίθετα, απαιτεί συστηματική επιστημονική προσέγγιση, διαρκή εκπαίδευση, θεσμική συνέπεια και συλλογική ευθύνη.

τοπική αυτοδιοίκησηΘεσσαλονίκηΕυθύμιος Λέκκαςσυνέδριοσεισμόςειδήσεις τώρα