Οι πυρκαγιές δεν αντιμετωπίζονται μόνο όταν ξεσπούν
Θεμιστοκλής-Ανδρέας ΜπάκαςΚάθε καλοκαίρι η Ελλάδα βιώνει την ίδια αγωνία. Οι πρώτες εικόνες καπνού στον ορίζοντα, τα μηνύματα του 112, οι εκκενώσεις οικισμών, οι υπεράνθρωπες προσπάθειες των πυροσβεστών και, δυστυχώς, οι γνώριμες εικόνες χιλιάδων καμένων στρεμμάτων, κατεστραμμένων περιουσιών και ανθρώπων που μέσα σε λίγες ώρες χάνουν τον κόπο μιας ζωής.
Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά, ο δημόσιος διάλογος ακολουθεί σχεδόν πάντα την ίδια πορεία. Συζητάμε αν υπήρχαν αρκετά εναέρια μέσα, αν οι πυροσβεστικές δυνάμεις έφτασαν εγκαίρως ή αν ο επιχειρησιακός συντονισμός λειτούργησε αποτελεσματικά. Πρόκειται για εύλογα ερωτήματα, τα οποία όμως αφορούν τη διαχείριση μιας κρίσης που έχει ήδη ξεσπάσει.
Ίσως, όμως, το σημαντικότερο ερώτημα να είναι διαφορετικό. Γιατί εξακολουθούμε να επενδύουμε κυρίως στην καταστολή των πυρκαγιών και όχι στη μείωση της πιθανότητας να εξελιχθούν σε μεγάλες καταστροφές;
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι καμία χώρα δεν μπορεί να αποτρέψει όλες τις πυρκαγιές. Μπορεί όμως να περιορίσει σημαντικά τη συχνότητα, την ένταση και τις συνέπειές τους, όταν η πρόληψη αποτελεί διαρκή πολιτική και όχι μια εποχική προετοιμασία που ξεκινά λίγο πριν από την αντιπυρική περίοδο.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα. Η κλιματική αλλαγή, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο μεγάλων πυρκαγιών. Ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η μείωση της παραδοσιακής κτηνοτροφίας και η απουσία συστηματικής διαχείρισης των δασών οδηγούν στη συνεχή συσσώρευση καύσιμης ύλης, μετατρέποντας πολλές περιοχές σε ιδιαίτερα ευάλωτα οικοσυστήματα.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Όλες σχεδόν οι μεσογειακές χώρες αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις. Η διαφορά είναι ότι πολλές από αυτές, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία, επένδυσαν τα τελευταία χρόνια όχι μόνο σε περισσότερα μέσα πυρόσβεσης, αλλά κυρίως στη διαχείριση των δασών, στην αξιοποίηση της τεχνολογίας, στη μείωση της καύσιμης ύλης και στην ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη διεθνή εμπειρία είναι απλό αλλά καθοριστικό: η αποτελεσματική δασοπροστασία δεν αρχίζει όταν ξεσπά η φωτιά. Ξεκινά πολλούς μήνες νωρίτερα, μέσα από μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόληψης που λειτουργεί κάθε ημέρα του χρόνου.
Γιατί, τελικά, η καλύτερη πυρκαγιά δεν είναι εκείνη που κατασβέστηκε γρήγορα. Είναι εκείνη που δεν απέκτησε ποτέ τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε μια μεγάλη καταστροφή.
Η φωτιά δεν είναι μόνο φυσικό φαινόμενο
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες φυσικές απειλές για τη χώρα μας, με σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία. Αν και η επιστήμη αναγνωρίζει ότι σε ορισμένα οικοσυστήματα η φωτιά μπορεί να αποτελεί μέρος του φυσικού κύκλου αναγέννησης, οι πυρκαγιές που εκδηλώνονται σήμερα στην Ελλάδα έχουν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η έντασή τους, η ταχύτητα εξάπλωσης και οι καταστροφικές τους συνέπειες συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, τις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, τους ισχυρούς ανέμους, τη συσσώρευση καύσιμης ύλης και, σε αρκετές περιπτώσεις, με ανθρώπινες δραστηριότητες ή παραλείψεις.
Οι συνέπειες μιας μεγάλης πυρκαγιάς δεν περιορίζονται στην απώλεια δασικών εκτάσεων. Πλήττουν τον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό, τις τοπικές επιχειρήσεις, τις δημόσιες υποδομές, την αξία της γης και, κυρίως, την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής των πολιτών. Παράλληλα, το κόστος αποκατάστασης είναι πολλαπλάσιο από το κόστος που θα απαιτούσε μια οργανωμένη πολιτική πρόληψης.
Γι' αυτό η αντιμετώπιση των πυρκαγιών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην κατάσβεση. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αποτελεσματική προστασία των δασών βασίζεται κυρίως στη διαχείριση του κινδύνου πριν από την εκδήλωση της φωτιάς, μέσα από συστηματική πρόληψη, ενεργητική διαχείριση των δασών, αξιοποίηση της τεχνολογίας και διαρκή συνεργασία κράτους, τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωνίας.
Η νέα πρόκληση: οι περιοχές όπου συναντώνται το δάσος και οι πόλεις
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι χώρες της Μεσογείου είναι η συνεχής επέκταση των οικισμών προς τις δασικές εκτάσεις. Οι περιοχές αυτές, γνωστές διεθνώς ως Wildland Urban Interface (WUI), αποτελούν τις ζώνες όπου το φυσικό περιβάλλον συναντά τον αστικό ιστό και συγκεντρώνουν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς.
Στις περιοχές αυτές αυξάνεται τόσο η πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας όσο και ο κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές και περιουσίες, γεγονός που καθιστά το έργο της πυρόσβεσης ιδιαίτερα δύσκολο.
Η Καλιφόρνια και η Γαλλία έχουν ήδη υιοθετήσει αυστηρούς κανόνες για τις περιοχές WUI, όπως υποχρεωτικές ζώνες πυροπροστασίας γύρω από τις κατοικίες, χρήση πυράντοχων υλικών στις νέες κατασκευές και υποχρεωτικό καθαρισμό της εύφλεκτης βλάστησης, με δυνατότητα παρέμβασης των τοπικών αρχών όταν οι ιδιοκτήτες δεν συμμορφώνονται.
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον εκατοντάδες περιοχές με αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Ωστόσο, η διαχείρισή τους εξακολουθεί να γίνεται αποσπασματικά, χωρίς μια ενιαία εθνική στρατηγική που να συνδυάζει τον χωροταξικό σχεδιασμό, τη διαχείριση των δασών και την πολιτική προστασία.
Τι μπορεί να διδαχθεί η Ελλάδα από την Πορτογαλία
Το 2017 η Πορτογαλία βίωσε μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της, όταν οι καταστροφικές πυρκαγιές προκάλεσαν δεκάδες ανθρώπινες απώλειες και τεράστιες περιβαλλοντικές και οικονομικές ζημιές. Η απάντηση της χώρας δεν περιορίστηκε στην ενίσχυση των μέσων πυρόσβεσης, αλλά οδήγησε σε μια συνολική αναθεώρηση της πολιτικής δασοπροστασίας.
Η Πορτογαλία επένδυσε στη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών, στην υποχρεωτική διαχείριση της βλάστησης γύρω από κατοικίες και οικισμούς, στην αξιοποίηση της δασικής βιομάζας, στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κράτους, τοπικής αυτοδιοίκησης και επιστημονικής κοινότητας, καθώς και στη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών για την παρακολούθηση των δασών.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν η αλλαγή φιλοσοφίας. Η πρόληψη απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο και η διαχείριση των δασών μετατράπηκε σε μια συνεχή διαδικασία που εφαρμόζεται όλο τον χρόνο και όχι μόνο κατά την αντιπυρική περίοδο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει το πορτογαλικό μοντέλο. Μπορεί, όμως, να αξιοποιήσει την εμπειρία του, προσαρμόζοντάς την στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ελληνικών δασών, της μορφολογίας του εδάφους και του κατακερματισμού της ιδιοκτησίας. Το βασικό δίδαγμα είναι σαφές: η αποτελεσματική προστασία των δασών δεν ξεκινά όταν ξεσπά η φωτιά, αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα από συστηματική πρόληψη και ενεργητική διαχείριση.
Το δάσος χρειάζεται διαχείριση, όχι απλώς προστασία
Για πολλά χρόνια, η προστασία των ελληνικών δασών συνδέθηκε κυρίως με τον περιορισμό των παρεμβάσεων και λιγότερο με τη συστηματική διαχείρισή τους. Ωστόσο, η έλλειψη ενεργητικής διαχείρισης συνέβαλε στη συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων καύσιμης ύλης, όπως ξερά κλαδιά, πεσμένοι κορμοί, πυκνή χαμηλή βλάστηση και πευκοβελόνες, δημιουργώντας ιδανικές συνθήκες για την ταχεία εξάπλωση μιας πυρκαγιάς.
Χώρες όπως η Ισπανία και η Γαλλία έχουν υιοθετήσει εδώ και χρόνια πολιτικές συστηματικής διαχείρισης των δασών, με αραίωση της βλάστησης, απομάκρυνση νεκρής ξυλείας και δημιουργία αντιπυρικών ζωνών. Στόχος δεν είναι η αποψίλωση των δασών, αλλά η μείωση της καύσιμης ύλης που τροφοδοτεί τις μεγάλες πυρκαγιές.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη προστασία των δασών. Χρειάζεται περισσότερη και καλύτερη διαχείριση, με παρεμβάσεις που θα ενισχύουν την ανθεκτικότητά τους και θα περιορίζουν τον κίνδυνο καταστροφικών πυρκαγιών.
Η δασική βιομάζα ως εργαλείο πρόληψης και ανάπτυξης
Η διαχείριση των δασών στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως δημόσια δαπάνη. Ωστόσο, πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν αποδείξει ότι η προστασία των δασών μπορεί να συνδυαστεί με την παραγωγή οικονομικής αξίας, χωρίς να υποβαθμίζεται το φυσικό περιβάλλον.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αξιοποίηση της δασικής βιομάζας. Τα υπολείμματα των καθαρισμών, όπως ξερά κλαδιά, θάμνοι, πευκοβελόνες και λοιπή φυτική ύλη, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ενέργειας ή άλλων βιοπροϊόντων. Στη Φινλανδία και τη Σουηδία, η πρακτική αυτή συμβάλλει τόσο στη μείωση της καύσιμης ύλης όσο και στην ενίσχυση της ενεργειακής παραγωγής.
Η Ελλάδα μπορεί να υιοθετήσει ένα αυστηρά ελεγχόμενο πλαίσιο διαχείρισης, όπου δημόσιοι, ιδιωτικοί ή συνεταιριστικοί φορείς θα αναλαμβάνουν τον καθαρισμό συγκεκριμένων δασικών εκτάσεων και την αξιοποίηση αποκλειστικά της βιομάζας που πρέπει ούτως ή άλλως να απομακρυνθεί.
Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται πολλαπλά οφέλη: μειώνεται ο κίνδυνος πυρκαγιάς, περιορίζεται το κόστος συντήρησης των δασών, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και αξιοποιείται ένας φυσικός πόρος που σήμερα παραμένει ανεκμετάλλευτος.
Η ελεγχόμενη βόσκηση ως φυσικό εργαλείο πυροπροστασίας
Για δεκαετίες, η εκτατική κτηνοτροφία αποτελούσε έναν φυσικό μηχανισμό πρόληψης των πυρκαγιών. Η καθημερινή βόσκηση αιγοπροβάτων στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές περιόριζε τη χαμηλή βλάστηση και, κατ' επέκταση, την ποσότητα της καύσιμης ύλης. Η σταδιακή εγκατάλειψη της υπαίθρου και η μείωση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας συνέβαλαν στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη εύφλεκτης βλάστησης, αυξάνοντας τον κίνδυνο μεγάλων πυρκαγιών.
Χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Γαλλία εφαρμόζουν πλέον προγράμματα στοχευμένης βόσκησης (targeted grazing), αξιοποιώντας την κτηνοτροφία ως εργαλείο πρόληψης. Οι κτηνοτρόφοι συνεργάζονται με τις τοπικές αρχές και αμείβονται για τη μείωση της καύσιμης ύλης σε περιοχές υψηλού κινδύνου.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να υιοθετήσει ένα αντίστοιχο εθνικό πρόγραμμα, όπου η αμοιβή των κτηνοτρόφων θα συνδέεται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως η έκταση που καθαρίζεται, η δυσκολία πρόσβασης και ο βαθμός μείωσης της βλάστησης, με χρήση ψηφιακών εργαλείων για την πιστοποίηση του έργου τους. Έτσι, η πρόληψη των πυρκαγιών θα συνδυαστεί με την ενίσχυση της ελληνικής υπαίθρου, δημιουργώντας νέο εισόδημα και δίνοντας κίνητρα για την αναζωογόνηση της πρωτογενούς παραγωγής.
Οι Δασικές Υπηρεσίες χρειάζονται νέο ρόλο
Η προστασία των δασών δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην Πυροσβεστική. Ο φυσικός χώρος του δάσους χρειάζεται επιστημονική γνώση, συνεχή παρακολούθηση και καθημερινή διαχείριση.
Οι Δασικές Υπηρεσίες οφείλουν να αποκτήσουν έναν πιο ενεργό και επιχειρησιακό ρόλο. Αυτό προϋποθέτει ενίσχυση με δασολόγους, δασοπόνους, γεωτεχνικούς, ειδικούς στη γεωπληροφορική και προσωπικό πεδίου, καθώς και στενή συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα πανεπιστήμια και τις εθελοντικές οργανώσεις.
Η τεχνολογία μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα
Η τεχνολογία μπορεί πλέον να αλλάξει ριζικά τον τρόπο πρόληψης και αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών. Κάμερες τεχνητής νοημοσύνης, drones, θερμικοί αισθητήρες και δορυφορικά δεδομένα μπορούν να εντοπίζουν μια εστία φωτιάς μέσα στα πρώτα λεπτά, μειώνοντας σημαντικά τον χρόνο κινητοποίησης των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Στην Καλιφόρνια, συστήματα τεχνητής νοημοσύνης ανιχνεύουν αυτόματα τον καπνό και ειδοποιούν τα επιχειρησιακά κέντρα, ενώ στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιούνται drones και δορυφορικά δεδομένα για τη συνεχή επιτήρηση περιοχών υψηλού κινδύνου.
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον την τεχνογνωσία για να δημιουργήσει ένα Εθνικό Ψηφιακό Κέντρο Δασοπροστασίας, το οποίο θα συνδέει σε πραγματικό χρόνο δασικούς δρόμους, υδροληψίες, δεξαμενές, διαθέσιμα πυροσβεστικά μέσα και συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τον άνθρωπο· του δίνει όμως τη δυνατότητα να αντιδρά γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα, περιορίζοντας μια μικρή εστία πριν εξελιχθεί σε μεγάλη καταστροφή.
Η εκπαίδευση πρέπει να ξεκινά από το σχολείο
Όπως οι μαθητές εκπαιδεύονται κάθε χρόνο για την αντιμετώπιση ενός σεισμού, έτσι πρέπει να εκπαιδεύονται και για τον κίνδυνο των δασικών πυρκαγιών.
Στην Ιαπωνία, η εκπαίδευση σε θέματα φυσικών καταστροφών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σχολικής ζωής. Τα παιδιά συμμετέχουν σε ασκήσεις ετοιμότητας, γνωρίζουν πώς να αντιδράσουν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μεταφέρουν αυτή τη γνώση στις οικογένειές τους.
Η Ελλάδα μπορεί να υιοθετήσει αντίστοιχες πρακτικές. Η Πυροσβεστική, σε συνεργασία με τα σχολεία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα μπορούσε να υλοποιεί κάθε χρόνο εκπαιδευτικά προγράμματα, παρουσιάζοντας στους μαθητές απλές αλλά κρίσιμες οδηγίες για την πρόληψη, την ασφαλή εκκένωση και τη συμπεριφορά σε περίπτωση πυρκαγιάς.
Η πρόληψη των πυρκαγιών δεν είναι μόνο δικαίωμα των πολιτών να προστατεύονται από το κράτος, είναι και υποχρέωση όλων μας να συμβάλλουμε ενεργά στην προστασία του φυσικού μας πλούτου.
Η εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου αύξησε τον κίνδυνο των πυρκαγιών
Η δημόσια συζήτηση για τις πυρκαγιές επικεντρώνεται, εύλογα, στην κλιματική αλλαγή και στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Υπάρχει όμως ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας που συχνά παραβλέπεται: η σταδιακή εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου.
Μέχρι τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, η αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα διατηρούσε το τοπίο πιο «ανοιχτό». Η βόσκηση, η καλλιέργεια της γης, η συλλογή καυσόξυλων και η καθημερινή παρουσία των ανθρώπων περιόριζαν φυσικά τη χαμηλή βλάστηση και τη συσσώρευση καύσιμης ύλης.
Η αστικοποίηση, η μείωση του αγροτικού πληθυσμού και η εγκατάλειψη χιλιάδων καλλιεργειών άφησαν μεγάλες εκτάσεις χωρίς ουσιαστική διαχείριση. Έτσι, χρόνο με τον χρόνο, συσσωρεύτηκαν τεράστιες ποσότητες εύφλεκτης βλάστησης, οι οποίες λειτουργούν ως φυσικό καύσιμο για τις μεγάλες πυρκαγιές.
Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί τις συνθήκες εκδήλωσης μιας πυρκαγιάς. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, όμως, αυξάνει σημαντικά την ένταση και τις συνέπειές της. Γι' αυτό η πρόληψη δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη διαχείριση των δασών. Οφείλει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη εθνική στρατηγική που θα στηρίζει την αναζωογόνηση της ελληνικής υπαίθρου, θα ενισχύει την πρωτογενή παραγωγή, θα δημιουργεί κίνητρα για τους νέους να παραμείνουν στην περιφέρεια και θα αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται καθημερινά δίπλα στα δάση.
Η προστασία των ελληνικών δασών δεν είναι μόνο ζήτημα περιβαλλοντικής πολιτικής. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την περιφερειακή ανάπτυξη, την αγροτική οικονομία, την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμη αξιοποίηση της ελληνικής γης. Επενδύοντας στην ύπαιθρο, επενδύουμε ταυτόχρονα και στην πρόληψη των πυρκαγιών.
Η πρόληψη είναι και οικονομική πολιτική
Συχνά η συζήτηση για την πρόληψη περιορίζεται στο ερώτημα: «Πόσο θα κοστίσει;». Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό: «Πόσο κοστίζει η έλλειψη πρόληψης;».
Κάθε μεγάλη πυρκαγιά επιβαρύνει το κράτος με τεράστιες δαπάνες για αποζημιώσεις, αποκατάσταση υποδομών, αντιπλημμυρικά έργα και αναδασώσεις, ενώ παράλληλα πλήττει τον τουρισμό, την αγροτική παραγωγή, την αξία της γης και την τοπική οικονομία. Η πρόληψη, επομένως, δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και μια δημοσιονομικά ορθολογική επένδυση.
Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να εξεταστεί η δημιουργία ενός Εθνικού Ταμείου Πρόληψης Δασικών Πυρκαγιών, με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση δράσεων πρόληψης, διαχείρισης των δασών και τεχνολογικής αναβάθμισης. Οι πόροι του θα μπορούσαν να προέρχονται από ευρωπαϊκά προγράμματα, μέρος των εσόδων από τα δικαιώματα εκπομπών CO?, την αξιοποίηση της δασικής βιομάζας και άλλους περιβαλλοντικούς πόρους, διασφαλίζοντας σταθερή χρηματοδότηση για την πρόληψη, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε δημοσιονομικές δυνατότητες του κράτους.
Η πρόληψη μπορεί να χρηματοδοτηθεί χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό
Ένα από τα συνηθέστερα επιχειρήματα απέναντι σε μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόληψης είναι το οικονομικό κόστος. Στην πραγματικότητα, όμως, η Ελλάδα διαθέτει ήδη σημαντικά ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν να στηρίξουν μια σύγχρονη στρατηγική δασοπροστασίας, χωρίς να απαιτείται αποκλειστική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το ΕΣΠΑ, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), το πρόγραμμα LIFE και το Ταμείο Συνοχής χρηματοδοτούν δράσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση των δασών, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την προστασία της βιοποικιλότητας, την ψηφιακή μετάβαση και την ανάπτυξη της υπαίθρου.
Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μπορεί να χρηματοδοτήσει:
- τη δημιουργία ενός Εθνικού Ψηφιακού Δικτύου Δασοπροστασίας για την παρακολούθηση των δασών σε πραγματικό χρόνο,
- την εγκατάσταση αισθητήρων, θερμικών καμερών και συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για την έγκαιρη ανίχνευση πυρκαγιών,
- προγράμματα ελεγχόμενης βόσκησης σε περιοχές υψηλού κινδύνου,
- έργα αξιοποίησης της δασικής βιομάζας, με στόχο τη μείωση της καύσιμης ύλης και την παραγωγή ενέργειας,
- την ενίσχυση των δασικών συνεταιρισμών και των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων,
- εκπαιδευτικά και ενημερωτικά προγράμματα για πολίτες, μαθητές και τοπικές κοινωνίες.
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι η εξεύρεση νέων πόρων, αλλά η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου που θα επιτρέπει την αποτελεσματική και συντονισμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει νέες πηγές χρηματοδότησης· χρειάζεται να αξιοποιήσει καλύτερα εκείνες που ήδη διαθέτει.
Η προστασία των ελληνικών δασών δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση. Είναι μια στρατηγική επένδυση στην ανθεκτικότητα της χώρας, στην ασφάλεια των πολιτών, στην περιφερειακή ανάπτυξη και στη βιώσιμη αξιοποίηση του φυσικού μας πλούτου. Κάθε ευρώ που επενδύεται στην πρόληψη μπορεί να εξοικονομήσει πολλαπλάσιους πόρους που διαφορετικά θα απαιτούνταν για αποζημιώσεις, αποκατάσταση υποδομών και αντιμετώπιση των συνεπειών μιας μεγάλης πυρκαγιάς.
Τα ελληνικά δάση χρειάζονται μια νέα φιλοσοφία διαχείρισης
Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα της Ευρώπης, με μεγάλο μέρος του να αποτελείται από πευκοδάση. Τα ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά τους, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή, τις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας και τη συσσώρευση καύσιμης ύλης, αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης και ταχείας εξάπλωσης μεγάλων πυρκαγιών.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αποτελεσματική προστασία των δασών δεν βασίζεται μόνο στην κατάσβεση, αλλά κυρίως στη συστηματική διαχείρισή τους. Η αραίωση της πυκνής βλάστησης, η απομάκρυνση της νεκρής βιομάζας και η δημιουργία ζωνών χαμηλής καύσιμης ύλης ενισχύουν την ανθεκτικότητα των δασών, χωρίς να αλλοιώνουν τον φυσικό τους χαρακτήρα.
Η Ελλάδα οφείλει να υιοθετήσει την ίδια φιλοσοφία. Το δάσος δεν χρειάζεται την προσοχή μας μόνο όταν καίγεται, χρειάζεται συνεχή φροντίδα, επιστημονική διαχείριση και συντονισμένες παρεμβάσεις καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να περάσουμε από μια πολιτική διαχείρισης των συνεπειών σε μια πολιτική ουσιαστικής πρόληψης.
Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να εξεταστούν πέντε παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας νέας εθνικής στρατηγικής για την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών.
Πέντε παρεμβάσεις για μια νέα εθνική στρατηγική πρόληψης
Η δημόσια συζήτηση για τις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα επικεντρώνεται συνήθως στα εναέρια μέσα, στον αριθμό των πυροσβεστών και στην επιχειρησιακή διαχείριση της κρίσης. Όλα αυτά είναι απολύτως αναγκαία. Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι χώρες που κατάφεραν να περιορίσουν τις μεγάλες καταστροφικές πυρκαγιές δεν επένδυσαν μόνο στην καταστολή, αλλά κυρίως στην πρόληψη και στη συστηματική διαχείριση των δασών.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να υιοθετήσει πέντε παρεμβάσεις που μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά τη φιλοσοφία της δασοπροστασίας.
1. Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Δασών
Η χώρα διαθέτει Δασικές Υπηρεσίες, Πυροσβεστικό Σώμα, Πολιτική Προστασία, Περιφέρειες και Δήμους. Εκείνο που λείπει δεν είναι απαραίτητα ένας ακόμη φορέας, αλλά ένας ενιαίος επιχειρησιακός σχεδιασμός που θα συντονίζει όλους τους εμπλεκόμενους. Ένα Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Δασών, με σαφείς αρμοδιότητες, ετήσιους στόχους και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, θα μπορούσε να οργανώσει τον καθαρισμό των δασών, τη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών, τη συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου και την προληπτική επιτήρηση περιοχών υψηλού κινδύνου καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.
2. Εθνικό Ψηφιακό Δίκτυο Δασοπροστασίας
Η Ελλάδα έχει πλέον τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη, τα drones, τις θερμικές κάμερες, τους δορυφόρους και τα συστήματα GIS για να δημιουργήσει ένα Εθνικό Ψηφιακό Δίκτυο Δασοπροστασίας. Ένα ενιαίο επιχειρησιακό σύστημα που θα συγκεντρώνει σε πραγματικό χρόνο δεδομένα για τις δασικές εκτάσεις, τη διαθέσιμη καύσιμη ύλη, τις καιρικές συνθήκες, τα σημεία υδροληψίας, τα διαθέσιμα μέσα και τις πιθανές εστίες κινδύνου. Έτσι, οι αποφάσεις θα βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα και όχι μόνο στην αντίδραση μετά την εκδήλωση μιας πυρκαγιάς.
3. Πληρωμή για υπηρεσίες πρόληψης
Οι άνθρωποι της υπαίθρου μπορούν να αποτελέσουν τους σημαντικότερους συμμάχους της δασοπροστασίας. Η Πολιτεία μπορεί να θεσπίσει ένα σύστημα αμοιβής για οικοσυστημικές υπηρεσίες, επιβραβεύοντας κτηνοτρόφους, δασικούς συνεταιρισμούς και άλλους επαγγελματίες που συμβάλλουν στη μείωση της καύσιμης ύλης μέσω ελεγχόμενης βόσκησης, καθαρισμών, συντήρησης δασικών διαδρομών και επιτήρησης απομακρυσμένων περιοχών. Με τον τρόπο αυτό, η πρόληψη μετατρέπεται σε εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης και ενίσχυσης της ελληνικής υπαίθρου.
4. Η πρόληψη να αποκτήσει σταθερή χρηματοδότηση
Η προστασία των δασών δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τις ετήσιες δυνατότητες του κρατικού προϋπολογισμού. Η αξιοποίηση της δασικής βιομάζας, των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, μέρους των εσόδων από τα δικαιώματα εκπομπών CO? και άλλων περιβαλλοντικών πόρων μπορεί να δημιουργήσει μια σταθερή βάση χρηματοδότησης για έργα πρόληψης, τεχνολογικής αναβάθμισης και ενεργητικής διαχείρισης των δασών.
5. Εθνικοί δείκτες πρόληψης
Η αποτελεσματικότητα της πολιτικής δασοπροστασίας δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από τον αριθμό των πυροσβεστικών οχημάτων ή των εναέριων μέσων. Πρέπει να μετριέται μέσα από συγκεκριμένους δείκτες, όπως τα στρέμματα που καθαρίστηκαν, τα χιλιόμετρα αντιπυρικών ζωνών που δημιουργήθηκαν, η ποσότητα καύσιμης ύλης που απομακρύνθηκε, ο χρόνος εντοπισμού μιας πυρκαγιάς και η συνολική καμένη έκταση κάθε έτους. Η δημόσια δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων θα ενισχύσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη διαρκή αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών πρόληψης.
Οι παραπάνω παρεμβάσεις δεν απαιτούν αναγκαστικά την ίδρυση νέων δομών, αλλά μια διαφορετική φιλοσοφία διακυβέρνησης. Η Ελλάδα διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό, την εμπειρία και τα χρηματοδοτικά εργαλεία για να περάσει από τη διαχείριση των συνεπειών στη διαχείριση του κινδύνου. Η πρόληψη δεν πρέπει να αποτελεί μια εποχική προτεραιότητα που ξεκινά κάθε άνοιξη, αλλά μια διαρκή εθνική πολιτική που θα προστατεύει ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και το φυσικό κεφάλαιο της χώρας.
Η πρόληψη είναι ευθύνη όλων
Η αποτελεσματική προστασία των δασών δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του κράτους. Προϋποθέτει τη συνεργασία της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των επιχειρήσεων, των επιστημονικών φορέων και, κυρίως, των ίδιων των πολιτών.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η πρόληψη είναι πιο αποτελεσματική όταν μετατρέπεται σε καθημερινή πρακτική. Ο υποχρεωτικός καθαρισμός οικοπέδων και ιδιοκτησιών πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικούς ελέγχους, αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, όπως δορυφορικές εικόνες και drones, αλλά και από ένα ισορροπημένο σύστημα κινήτρων και κυρώσεων.
Παράλληλα, η συμμόρφωση των πολιτών δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στην επιβολή προστίμων. Η παροχή φορολογικών ή άλλων οικονομικών κινήτρων σε όσους συμβάλλουν έμπρακτα στην πρόληψη μπορεί να λειτουργήσει εξίσου αποτελεσματικά, ενισχύοντας μια κουλτούρα συμμετοχής και κοινής ευθύνης.
Η προστασία των δασών είναι υπόθεση όλων μας. Όσο περισσότερο η πρόληψη γίνεται μέρος της καθημερινότητας πολιτών και Πολιτείας, τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι πιθανότητες να περιορίσουμε τις μεγάλες καταστροφικές πυρκαγιές των επόμενων δεκαετιών.
Η πρόληψη δεν είναι δαπάνη - Είναι επένδυση
Οι δασικές πυρκαγιές δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Η κλιματική αλλαγή, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα καθιστούν βέβαιο ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να δοκιμάζεται τα επόμενα χρόνια.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα υπάρξουν νέες πυρκαγιές. Είναι αν η χώρα θα συνεχίσει να τις αντιμετωπίζει με την ίδια φιλοσοφία ή αν θα επενδύσει σε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο πρόληψης που θα μειώνει τον κίνδυνο πριν ακόμη εμφανιστεί η πρώτη εστία.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δεν υπάρχει μία λύση που αρκεί από μόνη της. Η αποτελεσματική προστασία των δασών απαιτεί διαχείριση της καύσιμης ύλης, αξιοποίηση της τεχνολογίας, ενίσχυση των Δασικών Υπηρεσιών, ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, εκπαίδευση των πολιτών και σταθερή χρηματοδότηση της πρόληψης. Πάνω απ' όλα, όμως, απαιτεί συνέπεια, συντονισμό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η Ελλάδα διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό, την εμπειρία και τα χρηματοδοτικά εργαλεία για να περάσει από μια πολιτική διαχείρισης των συνεπειών σε μια πολιτική διαχείρισης του κινδύνου. Αυτό που χρειάζεται είναι η βούληση να επενδύσει συστηματικά στην πρόληψη, ώστε το δάσος να προστατεύεται κάθε ημέρα του χρόνου και όχι μόνο όταν απειλείται από τις φλόγες.
Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν θα πάψουν να υπάρχουν. Εκείνο που μπορεί και πρέπει να αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο προετοιμαζόμαστε γι' αυτές. Γιατί η πραγματική επιτυχία μιας εθνικής πολιτικής για τις πυρκαγιές δεν θα κριθεί από το πόσο γρήγορα καταφέραμε να περιορίσουμε μια μεγάλη φωτιά, αλλά από το πόσες πυρκαγιές δεν εξελίχθηκαν ποτέ σε εθνικές τραγωδίες, από τα δάση που διατηρήθηκαν ζωντανά, από τις περιουσίες που προστατεύθηκαν και, πάνω απ' όλα, από τις ανθρώπινες ζωές που δεν κινδύνευσαν.
Η μεγαλύτερη επιτυχία μιας οργανωμένης Πολιτείας δεν είναι να αντιδρά αποτελεσματικά όταν ξεσπά η κρίση, αλλά να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι μεγάλες καταστροφικές πυρκαγιές να αποτελούν την εξαίρεση και όχι τη νέα κανονικότητα.
Σημείωση: Το άρθρο αυτό γράφτηκε από έναν πολίτη που πιστεύει ότι τα ελληνικά δάση είναι η ίδια μας η πνοή. Με βαθύ σεβασμό στη γνώση και την εμπειρία της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και στους ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή της δασοπροστασίας και της πυρόσβεσης, καταθέτει σκέψεις και προτάσεις με μοναδικό σκοπό να συμβάλει δημιουργικά στον δημόσιο διάλογο για την προστασία του φυσικού μας πλούτου.
- Ολονύχτια μάχη πυροσβεστών και εθελοντών σε διάσπαρτες εστίες στη Δυτική Αττική - Live εξελίξεις
- Φωτιά στην Αττικοβοιωτία: Πύρινος όλεθρος με δύο νεκρούς και πάνω από 110.000 καμένα στρέμματα
- «Δεν σταμάτησα ποτέ να σκέφτομαι την επιστροφή» - Η μαρτυρία ενός Μαροκινού στη Θέουτα
- Πρώτες εκλογές στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος: άρχισαν την άνοιξη και τέλειωσαν το καλοκαίρι!