Πύρινος εφιάλτης χωρίς τέλος: 200.000 στρέμματα καμένα και η χαλέπιος πεύκη της Αττικής σε κίνδυνο
Μαρία ΛιλιοπούλουΑκόμα μία τεράστια οικολογική καταστροφή μετρά η Ελλάδα, καθώς μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα έγιναν στάχτη περίπου 200.000 στρέμματα. Παρόλο που ο Αύγουστος έχει μόλις ξεκινήσει και η αντιπυρική περίοδος απέχει ακόμη πολύ από το τέλος της, ο πρώτος απολογισμός των φετινών πυρκαγιών είναι απογοητευτικός, με τους επιστήμονες να προειδοποιούν ότι σε πολλές περιοχές η φυσική αναγέννηση ίσως να μην έρθει ποτέ. Παράλληλα υπογραμμίζουν τον κίνδυνο να χαθεί σταδιακά και η χαλέπιος πεύκη που χαρακτήριζε για δεκαετίες την Αττική.
Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία του WWF Ελλάς, περισσότερα από 180.000 στρέμματα έχουν ήδη καεί μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ η συνολική καμένη έκταση εκτιμάται ότι ενδέχεται να ξεπεράσει τα 200.000 στρέμματα καθώς ολοκληρώνονται οι δορυφορικές χαρτογραφήσεις.
Το περιβαλλοντικό κόστος μάλιστα συνοδεύεται και από βαρύ ανθρώπινο απολογισμό. Πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κατάσβεσης - τρεις πυροσβέστες και δύο χειριστές πυροσβεστικού ελικοπτέρου, με τον αριθμό των θυμάτων να ανεβαίνει στα επτά από τη διπλή απώλεια πατέρα και γιου εξαιτίας της φωτιάς στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης νωρίτερα. Οι πυρκαγιές άφησαν πίσω τους και δεκάδες τραυματισμένους, ενώ περισσότεροι από 10.000 πολίτες και επισκέπτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σπίτια και καταλύματα μέσα σε λίγες ώρες, εκατοντάδες κατοικίες, αγροτικές εγκαταστάσεις, καλλιέργειες, επιχειρήσεις και υποδομές υπέστησαν σοβαρές ζημιές και ολόκληρες περιοχές άλλαξαν όψη.
Σύμφωνα με το WWF, μόνο στις 31 Ιουλίου καταγράφηκαν 73 ενεργά μέτωπα, ενώ από τις 28 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου εκδηλώθηκαν περισσότερες από 230 πυρκαγιές σε όλη τη χώρα, υπό εξαιρετικά δυσμενείς πυρομετεωρολογικές συνθήκες και ανέμους που σε ορισμένες περιοχές ξεπέρασαν τα 120 χιλιόμετρα την ώρα.
Οι μεγαλύτερες καταστροφές καταγράφηκαν στη δυτική Αττική, τη νότια Βοιωτία, την Κρήτη και την Πάρο, ενώ εκκρεμούν ακόμη οι τελικές δορυφορικές χαρτογραφήσεις για αρκετές περιοχές.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η οργάνωση, οι καιρικές συνθήκες από μόνες τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν την έκταση της καταστροφής. Οι πρώτες έρευνες δείχνουν ότι για ακόμη μια χρονιά αρκετές πυρκαγιές είχαν σημείο έναρξης που σχετίζεται με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και το αίτιο αυτό συνδέεται συνήθως με υψηλής καταστροφικότητας πυρκαγιές. Άλλες καταγεγραμμένες αιτίες περιλαμβάνουν ανεπαρκή μέτρα πυρασφάλειας σε χώρο υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, σπινθήρες από γεωργικά μηχανήματα που τέθηκαν παράνομα σε λειτουργία εν μέσω αντιπυρικής περιόδου και πιθανό εμπρησμό.
Το WWF αναγνωρίζει πάντως ότι φέτος καταγράφεται σημαντικά ταχύτερη κινητοποίηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ), η οποία διερευνά άμεσα τα αίτια των πυρκαγιών, αξιοποιώντας το νέο θεσμικό πλαίσιο του νόμου «Ενεργή Μάχη».
Ανησυχία για τη Δυτική Αττική
Ιδιαίτερα ανησυχητική χαρακτηρίζεται η εικόνα στη δυτική Αττική, όπου η τελευταία μεγάλη πυρκαγιά αποτέφρωσε περίπου 102.000 στρέμματα. Πέρα από την έκταση της καταστροφής, έντονο προβληματισμό δημιουργεί επίσης το γεγονός ότι περίπου 28.300 στρέμματα είχαν καεί ξανά μέσα στην τελευταία εικοσαετία. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό τμήμα του δάσους χάνει πλέον την ικανότητα φυσικής αναγέννησης, αυξάνοντας τον κίνδυνο μόνιμης υποβάθμισης και ακόμη και ερημοποίησης.
Επιπλέον στην ίδια περιοχή κάηκαν και περίπου 2.000 στρέμματα ελατοδάσους, ενός οικοσυστήματος που, σε αντίθεση με τα πευκοδάση, δεν διαθέτει φυσικούς μηχανισμούς προσαρμογής στη φωτιά. Έτσι, περισσότερα από 30.000 στρέμματα εκτιμάται ότι ενδέχεται να χρειαστούν ενεργές παρεμβάσεις αποκατάστασης.
Ανάλογη ανησυχία εκφράζεται και για την Κεφαλονιά, όπου οι διαδοχικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο μόνιμης υποβάθμισης της φυσικής βλάστησης.
Οπως σημειώνει το WWF, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στη βλάστηση. Χιλιάδες ζώα χάθηκαν στις πυρκαγιές, ιδιαίτερα είδη που αδυνατούν να διαφύγουν, όπως ερπετά, αμφίβια, ασπόνδυλα και νεοσσοί πτηνών. Παράλληλα, σημαντικές ήταν και οι απώλειες σε κατοικίδια και κτηνοτροφικά ζώα, ενώ η Αττική συνεχίζει να βλέπει τη βιοποικιλότητά της να συρρικνώνεται μετά από αλλεπάλληλες μεγάλες πυρκαγιές τα τελευταία χρόνια.
Η οργάνωση υπογραμμίζει ότι οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν φυσικό φαινόμενο στα μεσογειακά οικοσυστήματα. Εκείνο όμως που αλλάζει δραματικά είναι η ένταση, η συχνότητα και η έκτασή τους. Επισημαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να υστερεί κυρίως στην πρόληψη και ζητά να δοθεί προτεραιότητα στην ταχεία εφαρμογή του νόμου «Ενεργή Μάχη», ο οποίος βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση συμπεριλαμβάνοντας μεταξύ άλλων την προδιαγεγραμμένη καύση και την ελεγχόμενη βόσκηση: «Βρισκόμαστε εν μέσω αντιπυρικής περιόδου και μόλις στην αρχή του παραδοσιακά πιο “δύσκολου” μήνα. Τα έως τώρα περιστατικά υπενθυμίζουν με τον πιο δραματικό τρόπο ότι η χώρα χρειάζεται να επενδύσει συστηματικά στην πρόληψη. Η αποτελεσματική διαχείριση της δασικής καύσιμης ύλης, η δημιουργία πιο ανθεκτικών τοπίων με τον άνθρωπο στο επίκεντρο, η συντήρηση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, η ενίσχυση της επιστημονικής παρακολούθησης, η θωράκιση των τοπικών κοινωνιών και η ολοκληρωμένη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη μείωση του κινδύνου απέναντι στις ολοένα συχνότερες και εντονότερες πυρκαγιές. Πολλά από τα παραπάνω θα γίνουν πραγματικότητα αν εφαρμοστεί γρήγορα και σωστά ο νέος νόμος “Ενεργή Μάχη”», επισημαίνει ο Νικος Γεωργιάδης, επικεφαλής χερσαίου προγράμματος στο WWF Ελλάς.
Ο ίδιος σημειώνει πως η διερεύνηση των αιτίων αποτελεί το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για την πρόληψη, γι' αυτό χαρακτηρίζει ιδιαίτερα θετική τη φετινή επιχειρησιακή δράση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού. Προσθέτει όμως πως χάθηκε μια ευκαιρία για υπογειοποίηση μεγαλύτερου μέρους του δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης παρότι αυτό έχει συνδεθεί διαχρονικά με μερικές από τις μεγαλύτερες καταστροφές στη χώρα. Μάλιστα, υπενθυμίζει ότι και ο ίδιος ο ΔΕΔΔΗΕ, ανακοινώνοντας την υπογειοποίηση του δικτύου στο Σέιχ Σου, ουσιαστικά αναγνώρισε τη σημασία της συγκεκριμένης παρέμβασης για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Αν και είναι αδύνατο σε διάστημα λίγων ετών να υπογειοποιηθεί όλοι το δίκτυο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά πίσω. Οπως είχε αναφέρει σε απάντηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου ο ίδιος ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος τον περασμένο Σεπτέμβριο, μόλις το 12% του ηλεκτρικού δικτύου της χώρας είχε υπογειοποιηθεί έως τότε με αποτέλεσμα η Ελλάδα να συνεχίζει να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις των ευρωπαϊκών κρατών σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα.
Η Αττική κινδυνεύει να χάσει το πεύκο της
Την ίδια στιγμή η φωτιά στην Αττικοβοιωτία έπληξε σημαντικά και ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά είδη βλάστησης της περιοχής, το πυκνό δάσος της χαλεπίου πεύκης της. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή Δασολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Γιώργο Κοράκη, τα παράκτια δάση της χαλεπίου και της τραχείας πεύκης αποτελούν τα πλέον ξηροθερμικά υψηλά δάση της ευρωπαϊκής ηπείρου.
«Το πεύκο είναι ένα είδος προσαρμοσμένο στη φωτιά. Όμως όταν οι πυρκαγιές επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, δεν προλαβαίνει να αναγεννηθεί. Αν ένα πευκοδάσος καεί ξανά μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια, είναι αδύνατο να επανέλθει με φυσικό τρόπο», εξηγεί.
Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να περάσουν αρκετές δεκαετίες ώστε το δάσος να αποκτήσει ώριμες συστάδες: «Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή γενιά και πιθανότατα και η επόμενη θα στερηθούν αυτά τα δάση και τις κοινωφελείς επιδράσεις τους», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Εξηγεί ότι μετά τον πόλεμο με την αστικοποίηση και τη σταδιακή εγκατάλειψη της υπαίθρου, τα πευκοδάση επεκτάθηκαν σημαντικά. Βάσει καταγραφών κατά τη δεκαετία του 1980 τα δάση χαλεπίου κάλυπταν με διάφορους βαθμούς συγκόμωσης περίπου το 46% της Αττικής. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό στη δασοκάλυψη προέκυψε με την αναζήτηση παραθεριστικής κατοικίας - από τη δεκαετία του 1970 και μετά - η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στα ανατολικά του νομού. Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα στη δυτική Αττική μεγάλες ενότητες δάσους να διατηρηθούν υπό την επίβλεψη και διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα σε εξαιρετική κατάσταση.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή φαίνεται να ανατρέπεται πλέον από τις συνεχείς πυρκαγιές την ώρα που και η Δασική Υπηρεσία υποφέρει από υποστελέχωση και έλλειψη χρηματοδότησης. Ο κ. Κοράκης αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα από τα μεγαλύτερα Δασαρχεία της χώρας, το Δασαρχείο Δράμας, το οποίο διέθετε τη δεκαετία του 1980 περίπου 140 εργαζόμενους, ενώ σήμερα λειτουργεί με μόλις 35. Το Δασαρχείο Σουφλίου, υπεύθυνο για το μεγαλύτερο μέρος του Εθνικού Πάρκου Δαδιάς, μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε χωρίς κανένα δασολόγο.
Παράλληλα, μετά τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην Πυροσβεστική, πριν από 28 χρόνια, σταδιακά, λόγω συνταξιοδότησης των παλαιότερων χάθηκε και σημαντικό μέρος της τεχνογνωσίας και εμπειρίας στην πυρόσβεση.
Κατά την άποψή του, το ιδανικό μοντέλο θα ήταν ένα μόνιμο δασοπυροσβεστικό σώμα, το οποίο θα εργάζεται όλο τον χρόνο μέσα στα δάση, θα εκπαιδεύεται συνεχώς και θα ασχολείται όχι μόνο με την κατάσβεση αλλά και με την πρόληψη.
Ο κ. Κοράκης εμφανίζεται επιφυλακτικός και για το πρόγραμμα ANTINERO: «Η αποψίλωση δίπλα στον δρόμο ή η απόληψη της βιομάζας αδιακρίτως δεν αποτελεί διαχείριση του δάσους», ξεκαθαρίζει, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις προκλήθηκαν ακόμη και διαβρώσεις ή απώλειες βιοποικιλότητας, όπως συνέβη με την περίπτωση της σπάνιας Malus trilobata στα Κερδύλια Ορη, η οποία εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2025 και το 2026 διαπιστώθηκε ότι είχε υλοτομηθεί μετά την επέμβαση.
Από την πλευρά του ο κ. Γεωργιάδης θεωρεί ότι η βασική φιλοσοφία του ANTINERO κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και εκτιμά πως σε αρκετές περιπτώσεις βοήθησε επιχειρησιακά. Υπογραμμίζει όμως ότι επιχειρήθηκε να καλυφθούν σε ελάχιστο χρόνο κενά δεκαετιών, ενώ πολλά δασαρχεία δεν διέθεταν το προσωπικό για να ελέγξουν αποτελεσματικά τα έργα.
Ζητούμενο φαίνεται, πάντως, ότι παραμένει η ολιστική διαχείριση του δάσους. Ο κ. Κοράκης τονίζει ότι προϊόντος του χρόνου, χάθηκαν και επαγγέλματα που λειτουργούσαν επί δεκαετίες ως φυσικοί διαχειριστές και φύλακες των δασών. «Οι ρητινοσυλλέκτες, οι υλοτόμοι, οι κτηνοτρόφοι και οι παραγωγοί ασβέστη και ξυλοκάρβουνου διατηρούσαν τα πευκοδάση πιο ανοιχτά, καθάριζαν μονοπάτια και περιόριζαν τη συσσώρευση καύσιμης ύλης», αναφέρει.
- Πύρινος εφιάλτης χωρίς τέλος: 200.000 στρέμματα καμένα και η χαλέπιος πεύκη της Αττικής σε κίνδυνο
- Μπαίνει τέλος στον πόλεμο; Οι ΗΠΑ αισιοδοξούν για συμφωνία ακόμα και σήμερα
- Μια γενιά που δεν μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα: 595.885 νέοι 25-34 ετών παραμένουν στο πατρικό τους
- Από γάτες, προφυλακτικά... μέχρι τηλεοράσεις: Οι καρχαρίες που καταβροχθίζουν τα πάντα στους ωκεανούς