Ιστορία|16.08.2026 06:55

Έλληνας ήταν εκείνος που εγκατέλειψε πρώτος τη Σμύρνη στο έλεος των Τούρκων – Οι Μικρασιάτες δεν του το συγχώρησαν ποτέ!

Νίκος Τζιανίδης

Έλληνας ήταν εκείνος που εγκατέλειψε πρώτος τη Σμύρνη στο έλεος των Τούρκων και οι Μικρασιάτες δεν του το συγχώρησαν ποτέ!

Κάθε που ψυχομαχούσε ο Αύγουστος, οι παππούδες μου- ελαφρύ το χώμα που τους σκέπασε- γύριζαν τα μάτια τους κατά την ανατολή, έκαναν τον σταυρό τους και έσφιγγαν τα χείλη… Εκεί, στα μικρασιατικά παράλια, είχε πνιγεί η νιότη τους και ένα κομμάτι της ψυχής τους παραδερνόταν με τα κύματα σαν απομεινάρι από σκαρί ρημαγμένο. Σμύρνη, τέτοιες μέρες του 1922, και φταίχτες κι αθώοι έχουν πια χαθεί στην αχλή της Ιστορίας και των καιρών· κάποιοι παραμένουν, όμως, ακόμα ευδιάκριτοι για ό,τι έπραξαν ή δεν έπραξαν εκείνες της μέρες της φωτιάς.

Αντιγράφουμε από το βιβλίο της Marjorie Housepian Dobkin «Σμύρνη 1922» εκδόσεις Δήλος 1998:

«Σάββατο… Κυριακή… Δευτέρα…
Η μυρωδιά της καμένης σάρκας πλανιόταν πάνω από τα ερείπια της Σμύρνης. Τηρώντας αυστηρή ουδετερότητα, τα πλοία εξακολουθούσαν να παραμένουν αγκυροβολημένα, άπρακτα, περιμένοντας εντολές από την Κωνσταντινούπολη. Κάθε βράδυ, στο σούρουπο, ένας βασανιστικός ήχος άρχιζε να σηκώνεται και να πέφτει κατά μήκος της παραλίας, “σαν τον ήχο του ανέμου που θρηνεί μέσα στα κλαδιά”, σε τόνο ελάσσονα και πένθιμα μελωδικό. Ήταν οι πρόσφυγες, οι οποίοι παρακαλούσαν τα πλοία. Και όταν έπεφτε η μαύρη νύχτα και οι Τούρκοι άρχιζαν τα νυχτερινά τους όργια, τα αντιτορπιλικά έριχναν τους προβολείς τους στην προκυμαία σε μία προσπάθεια να εμποδίσουν τους βιασμούς και τις σφαγές, και άνοιγαν τους φωνογράφους πάνω στο κατάστρωμα.

»Να πνίξουν τις κραυγές με τους σκοπούς από την «Humoresque» ή με τους πομπώδεις τόνους του Καρούσο να τραγουδά κάτι από τους Παλιάτσους. Πάνω στα θωρηκτά οι μπάντες του Ναυτικού υποχρεώνονταν σε νυχτερινά κονσέρτα, τα οποία κρατούσαν έως το πρωί, με λίγα διαλείμματα. [...] Ένας ναύαρχος, που ήταν προσκεκλημένος σε δείπνο από συνάδελφό του, χρειάστηκε να ζητήσει συγνώμη για την καθυστερημένη άφιξή του: το κορμί μιας γυναίκας είχε μπλε στην προπέλα της ακάτου του!
[...] Οι παρατηρητές συμφωνούσαν ότι η άδεια να ληστέψουν και να βιάσουν, να λεηλατήσουν και βασανίσουν, οι Τούρκοι, αποτελούσε μέρος του σχεδίου ανταμοιβής των νικηφόρων τουρκικών στρατευμάτων.

Με πέντε φέρετρα στην πλάτη!

Στη μεγάλη λεωφόρο, στο Πέρα, εμφανίζονταν ασυνήθιστες εικόνες: ένας άνδρας που έτρεχε με πέντε φέρετρα δεμένα στην πλάτη του προσπαθούσε να εξηγήσει σε έναν έκπληκτο δημοσιογράφο ότι αναζητούσε για το πιθανό σημείο κάποιας σφαγής. Ένας άλλος προχωρούσε τρικλίζοντας προς τις αποβάθρες μεταφέροντας μία κουζίνα που ακόμα ο καπνός στριφογύριζε πάνω από την καμινάδα.
»Αμερικανοί αξιωματικοί που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων, τα οποία έλαβαν χώρα στη Σμύρνη, από την εποχή της κατοχής της πόλης από τους εθνικιστές μέχρι τις τελευταίες μέρες, ανέφεραν ότι η δολοφονίες που συνέβησαν στην πόλη ήταν από μεμονωμένα άτομα ή συμμορίες από κακοποιούς ή στρατιώτες και δεν έγινε τίποτα το οποίο να έχει τη μορφή σφαγής. Στη διάρκεια της πυρκαγιάς πολλοί πνίγηκαν προσπαθώντας να κολυμπήσουν μέχρι τα πλοία στο λιμάνι ή πέφτοντας από την προκυμαία αλλά ο αριθμός τους ήταν μικρός. Είναι αδύνατο να υπολογιστεί ο αριθμός των θανάτων που οφείλονταν σε δολοφονίες, στη φωτιά και σε εκτελέσεις· πιθανώς το σύνολο δεν ξεπερνούσε τους 2000· αυτός ο αριθμός είναι χαμηλός σύμφωνα με την ιστορική ετυμηγορία των επόμενων χρόνων. Υπολογίζεται ότι χάθηκαν περισσότεροι από 100.000 στη Σμύρνη: από τους περίπου 400.000 Χριστιανούς Σμυρνιούς κατά τις ημέρες οι οποίες προηγήθηκαν της πυρκαγιάς, καταγράφηκαν τουλάχιστον 190.000 αγνοούμενοι μετά».

Ο απεχθής ρόλος του Ύπατου Αρμοστή

Οι Τούρκοι στη Σμύρνη κατέσφαξαν και κατέκαψαν, όμως ένας Έλληνας ήταν εκείνος που πόνεσε περισσότερο τους Έλληνες της Μικράς Ασίας: ο ανώτατος διοικητής- Ύπατος Αρμοστής ο τίτλος του- που εγκατέλειψε (όπως έχει καταγραφεί ιστορικά) πρώτος τη μαρτυρική πόλη αφήνοντάς την στην οργή των μακελάρηδων. Το όνομά του; Αριστείδης Στεργιάδης. Κι ας αφεθούμε στα κείμενα του Μικρασιάτη - Αϊβαλιώτη συγγραφέα Ηλία Βενέζη για να καταλάβουμε τον ρόλο, την προσωπικότητα και το ποιόν του ανδρός.

«Η Ελλάδα είχε στείλει στη Σμύρνη ως Αρμοστή των Αριστείδη Στεργιάδη, πρόσωπο αντιφατικό, νευρωτικό, με πολλές ικανότητες, με πολλές αδυναμίες, με παρορμήσεις του ενστίκτου - πρόσωπο ανεξιχνίαστο ακόμα από την ιστορία και, τελικά, καταραμένο από το Γένος. Με αυτό το πρόσωπο έπρεπε να συμπορευτεί στα τρία μεγάλα και δύσκολα χρόνια, τα τελευταία του, ο μητροπολίτης Σμύρνης. Η δοκιμασία ήταν πικρή ακόμα και για αυτόν και για τους άλλους ιεράρχες της Μικρασίας, που ο Στεργιάδης πολλές φορές τους ταπείνωνε και τους φέρθηκε σκληρά, θέλοντας ίσως να δείξει στους Τούρκους ότι είναι αμερόληπτος». Μ’ αυτές τις λέξεις αρχίζει την αναφορά του στον Αριστείδη Στεργιάδη ο Ηλίας Βενέζης στο βιβλίο του «Μικρασία Χαίρε».
Και ο Βενέζης στέκεται σε ένα σοβαρό γεγονός που έχει να κάνει με τον Αρμοστή: «...στις 19 Αυγούστου του 1922 ο Στεργιάδης έστελνε την εμπιστευτική - επαίσχυντη διαταγή του προς τις δημόσιες υπηρεσίες της Αρμοστείας να φύγουν κρυφά από τη Μικρά Ασία, εγκαταλείποντας τον ελληνικό πληθυσμό στη διάθεση των Tούρκων».

Εκείνη η διαταγή έγραφε ανάμεσα σε πολλά: «… Πάντες δημόσιοι υπάλληλοι περιφερείας σας, οφείλουν συγκεντρωθώσιν έδραν σας και ώσιν έτοιμοι προς αναχώρησιν εις πρώτην διαταγήν. Περί χρόνου αναχωρήσεως και τόπου κατευθύνσεως σας θέλομεν δώσει ειδικάς διαταγάς. Παρούσαν τηρήσατε απολύτως μυστική από πληθυσμόν»!

Τι άλλο περισσότερο; Έπειτα από εκείνη τη διαταγή οι δημόσιες υπηρεσίες και οι άνδρες της Χωροφυλακής παραλάβανε τα αρχεία τους και διέφυγαν προς τη Μυτιλήνη. Έμεινε μόνος ο Δεσπότης Χρυσόστομος με 25.000 ψυχές, τους Χριστιανούς του ποιμνίου του και ακολούθησε φωτιά και σφαγή.

«Δεν τόλμησε να αποχωρήσει με ελληνικό πλοίο»...

Ο Μιχαήλ Ι. Νοταράς, το 1972, στο βιβλίο του «Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν» περιγράφει τη σκηνή του απογεύματος της Παρασκευής 26 Αυγούστου του 1922, παραμονές της εισόδου των τουρκικών στρατευμάτων στη Σμύρνη: «Αποχωρούσε ο πρώτος και τελευταίος Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδος στη μικρά Ασία Αριστείδης Στεργιάδης. Κατέβηκε από το σπίτι του της προκυμαίας, όπου ως τη στιγμή εκείνη έμεναν μαζί του ο γενικός γραμματέας της Αρμοστείας Πέτρος Γουναράκης, ο αντισυνταγματάρχης Νικηφοράκης και ο λιμενάρχης Μπαχάς. Λίγοι άνθρωποι βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην προκυμαία. Ένας ξεστόμισε μια βρισιά. Ένας άγγλος αξιωματικός περίμενε με μια ατμάκατο. Ο Στεργιάδης μπήκε στην ατμάκατο και επιβιβάστηκε· ο μόνος Έλλην στο αγγλικό θωρηκτό «Σιδηρούς Δουξ». Ο Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδας στη Μικρά Ασία δεν τόλμησε να αποχωρήσει με ελληνικό πλοίο στην πατρίδα του. Όπως όλοι οι τύραννοι την κρίσιμη στιγμή έδειξε τι ήταν: δειλός»!

Το αγγλικό θωρηκτό αποβίβασε τον Στεργιάδη σε ένα λιμάνι της μαύρης θάλασσας. Από εκεί κατέφυγε στη Νίκαια της Γαλλίας όπου και πέθανε στα 1949· δεν γύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο του 1927 τον συνάντησε ο ποιητής Κώστας Ουράνης και του είπε πόσο τον μισούν οι πρόσφυγες διότι τον θεωρούν υπαίτιο της καταστροφής τους.
«Το γνωρίζω, είπε ο Στεργιάδης, γνωρίζω ότι αν πέσω στα χέρια τους θα με σπαράξουν»!
Ως την 25η Αυγούστου του 1922 - γράφει ο Βενέζης - δυο μέρες πριν μπουν οι Τούρκοι στη Σμύρνη, βρίσκονταν στο λιμάνι της επίτακτα ελληνικά πλοία. Χιλιάδες λαού χριστιανών είχαν κατέβει στην προκυμαία γυρεύοντας να μπαρκάρουν και να σωθούν. Ο Στεργιάδης απαγόρευσε να τους παραλάβουν τα πλοία, που προορίζονταν για την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Καμιά παρέκκλιση, από ένα ξέσπασμα καρδιάς, προς την εντολή των Αθηνών, και προς τη δική του απόφαση. Και ένα πλήθος από αυτόν τον κόσμο χάθηκε από το μαχαίρι του Τούρκου.

«Ενεργούσε ο Στεργιάδης αυτοβούλως;»

Νηφάλιο και αντικειμενικό ήταν ένα γράμμα που έστειλε στον Ηλία Βενέζη ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (Μικρασιάτης φιλόσοφος και πολιτικός στοχαστής, αντιστασιακός, πανεπιστημιακός δάσκαλος, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και πρώην υπουργός Παιδείας) που υπηρέτησε στο δικαστικό τμήμα της στρατιωτικής διοικήσεως Σμύρνης και γνώριζε όπως φαίνεται την υπόθεση από μέσα. Έγραφε: «Το ότι ο Στεργιάδης παρεμπόδισε με κάθε τρόπο ως την τελευταία στιγμή τη μαζική αναχώρηση Ελλήνων Μικρασιατών, που καταλάβαιναν τι επέκειτο και ήθελαν, πριν επέλθει τελική στρατιωτική κατάρρευση, να απομακρυνθούν από τους τόπους των - προπάντων όσοι είχαν τα μέσα - είναι έξω από κάθε αμφιβολία. Ερωτάται: ενεργούσε ο Στεργιάδης αυτοβούλως ή εκτελούσε οδηγίες που του έρχονταν από ψηλότερα;»…

*** Ο Στεργιάδης είχε μακεδονική καταγωγή, αλλά γεννήθηκε το 1861 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι και στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία στην Κρήτη. Τον Αύγουστο του 1898, δύο από τους αδελφούς του δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους, ενώ ο ίδιος μόλις γλίτωσε. Μετά τη συμμετοχή του στο κίνημα του Θερίσου, το 1905, φυλακίστηκε από τους Βρετανούς επί σχεδόν ένα χρόνο. Σε εκείνη τη φάση χρονολογείται η απαρχή της φιλίας του με τον Βενιζέλο και η εμπλοκή του με τα δημόσια.

«Ούτε ένα ίχνος εξιλασμού»...

ο Ηλίας Βενέζης, ο χαρισματικός συγγραφέας του θρυλικού μυθιστορήματος «Το νούμερο 31328», όταν γράφει: «Ο Στεργιάδης ουδέποτε μίλησε για όλα αυτά. Το μυστήριο της ψυχής εκείνου του ανθρώπου έμεινε άλυτο. Δεν άφησε ούτε ένα χαρτί, μια εξομολόγηση, ένα ίχνος εξιλασμού. Πέθανε χωρίς ποτέ να ζητήσει συγγνώμη δημόσια. Ακόμα και ο τελευταίος κακούργος αισθάνεται κάποτε την ανάγκη να εξιλεωθεί, να βρει μια δικαιολογία για τις πράξεις του, να πείσει κάποιον πως δεν γινόταν διαφορετικά. Αυτή την ανάγκη της εξομολόγησης δεν την αισθάνθηκε ποτέ ο Στεργιάδης».

Ο Στεργιάδης, όμως, είχε μιλήσει όχι μία, αλλά δύο φορές· τρία χρόνια μετά τη συνάντησή του με τον Κώστα Ουράνη και τη συνομιλία τους, μίλησε στον δημοσιογράφο Ανδρέα Αποστολόπουλο που εργαζόταν στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» τον Ιανουάριο του 1930. Ανάμεσα στα άλλα είχε δηλώσει με νόημα: «Είναι πολλοί ακόμη στην Ελλάδα, που γνωρίζουν με ακρίβειαν πως εχρησιμοποιήθην από τον κ. Βενιζέλον και τι έπραξα. Όπως γνωρίζουν την πλαστογράφησιν των πράξεων μου. Αλλά είναι εξίσου βέβαιον – τίποτε άλλο, το βέβαιον μου αρκεί – ότι και εκείνοι, που γνωρίζουν φέρονται απαράλλακτα όπως εκείνοι, που δεν γνωρίζουν. Και ούτε ποτέ ωμίλησαν, για να πουν τι γνωρίζουν. Ούτε ομιλούν. Τούτο διότι δεν είμεθα του αυτού υλικού. Θα έλεγε κανείς πως είτε περιμένουν να ομιλήσω εγώ, είτε ακόμη απορούν γιατί έως σήμερα δεν ωμίλησα»…

Εκείνοι που σίγουρα δεν «ωμίλησαν» ούτε ποτέ θα «ωμιλήσουν» είναι οι χιλιάδες νεκροί που στοι΄χειωσαν το υπόλοιπο του βίου του Στεργιάδη. Επίσης, ο θρήνος των εξανδραποδισμένων και των προσφύγων ήταν- το δίχως άλλο- η φωνή των Ερινύων που άκουγε μέχρι να πάψουν να λειτουργούν οι αισθήσεις του Ύπατου Αρμοστή. Ή όχι; Εκείνος ξέρει…

πρόσφυγεςΣμύρνηΙστορίαμικρασιατική καταστροφήφωτιάΑριστείδης Στεργιάδηςειδήσεις τώρα