Μαρία Φαραντούρη στο ethnos.gr: «Μακάρι όλα τα κόμματα να βοηθούσαν τον πολιτισμό, όπως το ΚΚΕ»
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ Μαρία Φαραντούρη είναι από τις φωνές που τις έχουμε συνδέσει με τις πιο βαθιές μνήμες αυτού του τόπου. Γεννημένη στη Νέα Ιωνία, σε μια προσφυγική γειτονιά της μεταπολεμικής Ελλάδας –παρότι οι γονείς της δεν ήταν πρόσφυγες αλλά νησιώτες, από τα Κύθηρα η μητέρα της και από την Κεφαλλονιά ο πατέρας της– μεγάλωσε σε μια χώρα βαθιά πληγωμένη από τον πόλεμο και τους εμφυλίους. Κι όμως, τα παιδικά της χρόνια τα θυμάται φωτεινά. Μια γειτονιά λιτή αλλά αυθεντική, παιχνίδια στην αλάνα, πέτρες που γίνονταν «πετράδια», ώρες έξω από το σχολείο, μια ανεμελιά που συνυπήρχε με τις δυσκολίες της εποχής.
Από νωρίς, η ζωή της σημαδεύτηκε και από δοκιμασίες. Η πολιομυελίτιδα την οδήγησε σε νοσοκομεία και χειρουργεία σε μικρή ηλικία, εμπειρίες δύσκολες για ένα παιδί. Σε όλα αυτά, όμως, υπήρχε μια σταθερή συντροφιά, το τραγούδι. Η μουσική έγινε καταφύγιο, παρηγοριά και δύναμη. Στο σπίτι, ο πατέρας της τραγουδούσε καντάδες, οι Κυριακές γέμιζαν με φωνές συγγενών και φίλων από την Κεφαλονιά, ενώ το ραδιόφωνο ήταν για τη μικρή Μαρία πηγή θαυμασμού και έμπνευσης. Το ελαφρό τραγούδι, ο Αττίκ, ο Χαιρόπουλος, ο Γιαννίδης –που τον λάτρευε– διαμόρφωσαν από νωρίς το μουσικό της αισθητήριο. Ήδη από το δημοτικό, τραγουδούσε σε σχολικές γιορτές και επετείους, κερδίζοντας την προσοχή και την επιμονή των δασκάλων που παρότρυναν τη μητέρα της να την πάει στο ωδείο.
Αργότερα, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης θα καθόριζαν την ίδια την καλλιτεχνική της ταυτότητα. Με τη φωνή της, η Μαρία Φαραντούρη συνέδεσε την ποίηση με τη μουσική, το προσωπικό βίωμα με το συλλογικό, την τέχνη με την Ιστορία. Κι όμως, παρά το βάρος αυτής της διαδρομής, παραμένει ανήσυχη και ανοιχτή στο καινούργιο, αναζητώντας συνεχώς νέες φωνές και νέους δημιουργούς.
Αυτή την περίοδο, βρίσκεται σ' εντατικές πρόβες για τη συναυλία που ετοιμάζει στις 13 Μαρτίου, στην Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου μαζί με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο θα ιχνηλατήσουν το μουσικο-ποιητικό τοπίο του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού. Ξεχωριστή στιγμή της βραδιάς θα αποτελέσει η παρουσίαση του έργου «Ο Επιζών» του Μίκη Θεοδωράκη, σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου, με τη συμμετοχή των Λυγερής και Καλλιόπης Μητροπούλου και τη θεατρική διδασκαλία – φιλική συμβολή του Θεόδωρου Τερζόπουλου.
Στην παράσταση που ετοιμάζετε στο Μέγαρο Μουσικής συναντιούνται τραγούδια μεγάλων συνθετών και ποιητών που σφράγισαν το ελληνικό τραγούδι. Υπάρχει κάποιο από αυτά που σήμερα σάς «βαραίνει» περισσότερο συναισθηματικά, ίσως διαφορετικά απ’ ό,τι παλιότερα;
Το πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο και πολυεπίπεδο, με κεντρικό άξονα, πάντα, το έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Περιλαμβάνει τραγούδια από την «Εποχή της Μελισσάνθης», τη «Σκοτεινή μητέρα», τα «Παράλογα», καθώς και τον «Εφιάλτη της Περσεφόνης» σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Ενα βαθιά οικολογικό και προφητικό τραγούδι. Γράφτηκε το 1976, πολύ πριν η ελληνική κοινωνία συνειδητοποιήσει το εύρος της περιβαλλοντικής κρίσης και καταφέρνει μέσα σε μόλις τέσσερα λεπτά να συνοψίσει όσα σήμερα συζητάμε καθημερινά. Γι’ αυτό και παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο.
Υπάρχουν επίσης τραγούδια από άλλους κύκλους του Χατζιδάκι — ερωτικά, πολιτικά, λυρικά — αλλά και έργα που είχα την τύχη να ερμηνεύσω σε πρώτη εκτέλεση. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο συγκεκριμένο. Όλα αυτά τα τραγούδια έχουν συνομιλήσει με την εποχή τους, αλλά και με την ιστορία. Έχουν ξεπεράσει τον χρόνο τους. Το πρόγραμμα προχωρά και στους μεταγενέστερους, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Μιχάλη Γρηγορίου — με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί και στον δίσκο «Το Μπλε» μαζί με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο — αλλά και την αγαπημένη μου φίλη Ελένη Καραΐνδρου.
Και κλείνω με το πιο πρόσφατο τραγούδι που ηχογράφησα, το «Σιγή 8'46'». Πρόκειται για ένα τραγούδι αφιερωμένο στα θύματα της ωμής βίας, της ρατσιστικής και της έμφυλης. Ο τίτλος παραπέμπει στα 8 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν για να ξεψυχήσει ο Τζορτζ Φλόιντ στις ΗΠΑ, αλλά και στη μνήμη του Ζακ Κωστόπουλου στην Ελλάδα. Το έγραψε ένας νέος συνθέτης, ο Θανάσης Βούτσας, και από την πρώτη στιγμή ένιωσα την ανάγκη να το ηχογραφήσω. Το τραγούδι ήδη ακούγεται πολύ, τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και για μένα αποτελεί έναν συγκινητικό επίλογο από τους μεγάλους δημιουργούς της γενιάς μου, στους νεότερους που έρχονται με λόγο και ευαισθησία.
Η έκπληξη της βραδιάς θα είναι το έργο «Ο Επιζών» του Μίκη Θεοδωράκη. Τι ξεχωριστό έχει αυτή η στιγμή για εσάς;
«Ο Επιζών» είναι ένα έργο που με αγγίζει βαθιά. Πρόκειται για ένα δεκαπεντάλεπτο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου, ένα καθαρά υπαρξιακό ποίημα, γραμμένο μέσα στο σκοτάδι της δεκαετίας του ’50, μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Θέτει ερωτήματα όπως: «Σε ποια χώρα ζω; Πού είναι οι άνθρωποί μου; Πώς θα επιβιώσω;». Ερωτήματα που, δυστυχώς, παραμένουν τρομακτικά επίκαιρα. Το έργο αυτό συνομιλεί έντονα με τη σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα. Τους πολέμους, τις οικονομικές και κοινωνικές συγκρούσεις, την αβεβαιότητα που βιώνουμε όλοι. Γι’ αυτό και ένιωσα πως είναι η στιγμή να παρουσιαστεί ξανά, με έναν νέο τρόπο.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, με τον οποίο μας συνδέει μια φιλία και συνεργασία πενήντα χρόνων. Είναι ένας σκηνοθέτης παγκόσμιας εμβέλειας και, όταν του μίλησα για τον «Επιζώντα», συγκινήθηκε βαθιά. Μου είπε: «Αυτό είναι το ποίημα της εποχής μας». Έτσι γεννήθηκε η ιδέα μιας θεατρικής και μουσικής ερμηνείας μαζί. Το έργο θα ερμηνεύσουν η Λυγερή Μητροπούλου, μια εξαιρετική νέα ηθοποιός, και η αδελφή της Καλλιόπη Μητροπούλου, μουσικός και συνθέτρια. Θα ξεκινήσουν εκείνες το έργο και εγώ θα τις συναντήσω προς το τέλος. Είναι, για μένα, η κορυφαία στιγμή της συναυλίας, όπως κορυφαία στιγμή είναι πάντα και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Άλλωστε, μετά τη χρονιά των 100 χρόνων του Μίκη, νιώθω πως ήρθε η ώρα να στραφούμε ξανά στον Χατζιδάκι.
Τι σημαίνει, τελικά, να είσαι «επιζών» στη σημερινή εποχή;
Είναι μια εποχή βαθιά αβέβαιη, σχεδόν σκοτεινή. Σαν να χτυπά ένας διαρκής κώδωνας κινδύνου. Πού πάμε, τι μας περιμένει, αν θα υπάρξει φως ή αν θα σκοτεινιάσουν όλα ακόμη περισσότερο. Ο «Επιζών» δεν δίνει απαντήσεις, αλλά θέτει ερωτήματα. Και αυτό είναι η δύναμή του. Ένα μεγάλο τραγούδι ή ποίημα μπορεί να εκφράσει την εποχή του, αλλά και να μιλήσει σε επόμενες γενιές. Όπως ακριβώς έκαναν τα τραγούδια του Μίκη και του Μάνου. Όμως αυτά τα έργα χρειάζονται φροντίδα από την πολιτεία, από την παιδεία, από τα ωδεία και τα πανεπιστήμια.
Το έντεχνο τραγούδι —αυτό το σπουδαίο καλλιτεχνικό επίτευγμα που ένωσε την ποίηση με τη μουσική— παραμερίζεται σήμερα. Η σύγχρονη εποχή συχνά υποβαθμίζει το συναίσθημα και το βάθος. Το τραγούδι γίνεται κυρίως διασκέδαση. Δεν το καταγγέλλω. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και τη χαρά. Υπάρχουν και σήμερα αξιόλογες φωνές και τραγούδια. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχει και το βαθύ συναίσθημα, αυτό που μιλά στην καρδιά και στο μυαλό μαζί. Αυτό δίδαξαν ο Μίκης και ο Μάνος. Να λες δυο λόγια και να σε βάζουν να σκέφτεσαι. Και αυτή η τέχνη δεν πεθαίνει. Μπορεί να σιωπήσει για λίγο, αλλά πάντα επιστρέφει.
Πώς είναι η συνύπαρξη επί σκηνής με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο; Τι γεννιέται ανάμεσα σε δύο ερμηνευτές διαφορετικών διαδρομών;
Ο ένας παίρνει από τον άλλον. Ο Τάσης είναι ένας σπουδαίος κλασικός βαρύτονος, αλλά πάντα αγαπούσε το έντεχνο τραγούδι. Οι δρόμοι μας είχαν συναντηθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Μέσα από αυτές τις συνεργασίες γνωριστήκαμε βαθύτερα και δημιουργήθηκε μια ουσιαστική καλλιτεχνική σχέση. Μοιραζόμαστε αυτή τη συναυλία και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Φυσικά επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον, καθώς ο Τάσης έρχεται προς το έντεχνο ρεπερτόριο, κι εγώ συγκινούμαι από τη δύναμη και την ποιότητα της ερμηνείας του. Δεν είναι μόνο η φωνή του ή το εξαιρετικό ηχόχρωμα, αλλά είναι ο τρόπος που αγγίζει το τραγούδι. Η ερμηνεία. Το να λες έναν στίχο και ν' ανατριχιάζεις. Αυτό είναι τέχνη. Υπάρχουν πολλοί άψογοι τεχνικά τραγουδιστές, αλλά χωρίς συναίσθημα. Ο Τάσης διαθέτει αυτό το σπάνιο χάρισμα.
Προσπαθούμε πάντα να φέρνουμε στο κοινό τραγούδια υψηλής ποιότητας, έργα που γεννήθηκαν από τη συνάντηση μουσικής και ποίησης. Ενα επίτευγμα μοναδικό στην Ελλάδα, που ξεπέρασε την εποχή του. Και, παρότι σήμερα ζούμε σε πιο «στεγνές» περιόδους, βλέπω με χαρά νέα παιδιά να έρχονται στις συναυλίες, να μου μιλούν για αυτά τα τραγούδια, να μου λένε πως τα άκουγαν ακόμη και όταν διάβαζαν για τις Πανελλήνιες. Δεν είναι η πλειοψηφία, καθώς η μαζική κουλτούρα πάντα ακολουθεί τη μόδα της εποχής. Σήμερα είναι η ραπ, μέσα στην οποία κι εκεί υπάρχουν φωνές με αξία και ουσιαστική καταγγελία. Δεν τα ισοπεδώνω. Όμως αυτό που λείπει συχνά είναι η ισότιμη συνύπαρξη μουσικής και ποίησης. Κι αυτή είναι μια απώλεια που αξίζει να τη σκεφτούμε.
Τα τελευταία χρόνια καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς, όπως η Μποφίλιου και ο Χαρούλης, καταπιάνονται με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη, επιχειρώντας να το προσεγγίσουν μέσα από τη δική τους αισθητική. Πώς βλέπετε αυτές τις προσεγγίσεις;
Τις βλέπω θετικά και με χαρά. Η Νατάσσα Μποφίλιου και ο Γιάννης Χαρούλης είναι εξαιρετικοί καλλιτέχνες και αξίζουν απόλυτα να προσεγγίζουν αυτό το ρεπερτόριο. Μάλιστα, η Μποφίλιου έχει τραγουδήσει Θεοδωράκη με μεγάλη επιτυχία. Προσωπικά αισθάνομαι υπερηφάνεια όταν βλέπω ανθρώπους της νέας γενιάς να μεταφέρουν αυτά τα τραγούδια με τη δική τους αισθητική, με άλλες ενορχηστρώσεις, με τον τρόπο της εποχής τους. Το τραγούδι δεν σταματά σ' εμάς. Πρέπει να μεταγγίζεται στις επόμενες γενιές. Αυτό είναι το ουσιαστικό.
Όσον αφορά την περιοδεία που ετοίμαζαν για το εξωτερικό, υπήρξε πρόβλημα διαχείρισης από τον άνθρωπο της παραγωγής. Κάποια πρακτικά ζητήματα δεν αντιμετωπίστηκαν σωστά από την αρχή, και αυτό είναι κρίμα. Τέτοια εγχειρήματα χρειάζονται ξεκάθαρη συνεννόηση με τους ανθρώπους που εκπροσωπούν τους συνθέτες και σωστό σχεδιασμό από την πρώτη στιγμή. Το λέω αυτό γνωρίζοντας το αντικείμενο και έχοντας συνεργαστεί ξανά με τον Γιάννη Χαρούλη σ' έργα του Θεοδωράκη. Ήταν απλώς μια κακή διαχείριση και οφείλω να το πω.
Νωρίτερα, αναφερθήκατε στο έντεχνο τραγούδι. Εξακολουθεί να είναι σήμερα ένας ζωντανός όρος;
Όχι, δεν θα έλεγα ότι είναι. Κάθε εποχή έχει τις δικές της συνθήκες και τις μόδες της. Η δισκογραφία έχει αλλάξει ριζικά, οι εταιρείες και οι παραγωγοί λειτουργούν με άλλους, κυρίως ψηφιακούς, όρους. Υπάρχουν ευκολίες, αλλά και μεγάλες δυσκολίες. Το σύγχρονο τραγούδι συχνά απευθύνεται σε μια «παγωμένη» γενιά, που χρειάζεται έντονο ρυθμό και άμεσο ερέθισμα. Είναι πιο χαοτικό, λιγότερο εσωτερικό.
Υπάρχει βέβαια η ποπ και η λαϊκή μουσική, που συντηρούν ένα ολόκληρο σύστημα διασκέδασης και οικονομίας. Δεν τα απαξιώνω. Μέσα σε αυτά υπάρχουν και έξυπνα τραγούδια. Όμως, σε μεγάλο βαθμό, πρόκειται για κάτι πιο επιφανειακό. Το έντεχνο τραγούδι, όπως το ζήσαμε εμείς, γεννήθηκε από βαθιά ευαισθησία, παιδεία και καλλιέργεια. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο.
Πιστεύω, όμως, ότι τα καλά πράγματα δεν χάνονται ποτέ. Μπορεί να παραμεριστούν για ένα διάστημα, αλλά πάντα επιστρέφουν. Όπως συμβαίνει με το ρεμπέτικο ή το δημοτικό τραγούδι, που οι άνθρωποι τα ανακαλύπτουν μεγαλώνοντας. Δεν υπάρχει για μένα παλιό και καινούργιο. Υπάρχει μόνο η τέχνη. Και η καλλιτεχνική έκφραση δεν πεθαίνει ποτέ. Μπορεί να σωπάσει για λίγο, αλλά πάντα βρίσκει τον δρόμο της να ξανακουστεί.
Η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο;
Τον κόσμο συνολικά όχι. Μπορεί, όμως, να αλλάξει εμάς τους ίδιους. Κάποτε πιστεύαμε ότι η τέχνη και η ποίηση θα άλλαζαν τον κόσμο, αυτό δεν συνέβη. Εκείνο που μπορεί να κάνει η τέχνη είναι να μας ευαισθητοποιήσει, να ανοίξει το μυαλό μας, να μας καλλιεργήσει την κριτική σκέψη και την ανάγκη για ένα όραμα — αισθητικό ή κοινωνικό. Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο από μόνη της. Τον κόσμο τον αλλάζουν η κοινωνία και η πολιτική. Όμως η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως δύναμη αφύπνισης, ως υπενθύμιση ότι τίποτα δεν βελτιώνεται χωρίς ευαισθησία και συνείδηση.
Αναφερθήκατε πριν σε βίαιους θανάτους, όπως εκείνον του Ζακ Κωστόπουλου ή περιστατικά αστυνομικής βίας στην Αμερική. Με δεδομένους τους πολέμους, τις γυναικοκτονίες και την αυξανόμενη βία γύρω μας, πιστεύετε ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής έχει υποτιμηθεί με τα χρόνια;
Δυστυχώς, ναι. Η βία έχει γίνει μέρος της καθημερινότητας, από πολύ νωρίς στη ζωή των ανθρώπων. Οι νέες τεχνολογίες, η εικονική πραγματικότητα, η αποξένωση μέσα στην οικογένεια και η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας έχουν σοβαρές συνέπειες. Ο θυμός συσσωρεύεται και συχνά εκτονώνεται βίαια. Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα αστυνόμευσης. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα. Το βλέπουμε ξεκάθαρα και διεθνώς, ιδιαίτερα στην Αμερική, όπου η αυθαιρεσία και η βία έχουν πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Καμία κοινωνία δεν μπορεί ν' αντέξει για πολύ αυτή την κατάσταση. Κάποια στιγμή, αναγκαστικά, θα υπάρξει αντίδραση.
Υπηρετήσατε για ένα διάστημα ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, αλλά αποχωρήσατε σχετικά γρήγορα. Τι ήταν αυτό που σας απογοήτευσε περισσότερο από την εμπειρία της πολιτικής;
Μπήκα στα πολιτιστικά του ΠΑΣΟΚ μαζί με τη Μελίνα Μερκούρη, σε μια περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο φορτισμένη που έμοιαζε σχεδόν με εμφύλια σύγκρουση. Πίστεψα ότι με τη δική μου συμβολή —όπως και πολλών άλλων ανθρώπων του πολιτισμού— μπορούσαμε να υπερασπιστούμε αξίες που δεν έπρεπε να καταστραφούν. Ευτυχώς, εκείνη η εποχή τελείωσε σχετικά γρήγορα. Τελείωσε για τη χώρα, αλλά και για μένα προσωπικά. Από τότε δεν ασχολούμαι κομματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαι πολιτικοποιημένη. Ασφαλώς βλέπω τι συμβαίνει γύρω μου και με αφορά. Όμως δεν έχω ενεργή σχέση με κόμματα.
Έχω, ωστόσο, μια ιδιαίτερη συμπάθεια προς το ΚΚΕ, κυρίως για τη συνεπή και ουσιαστική του παρουσία στον πολιτισμό. Κάνει εντυπωσιακά πράγματα, ειδικά με νέους ανθρώπους. Στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, για παράδειγμα, συμμετέχουν νέοι μουσικοί, νέοι τραγουδιστές, με πέντε διαφορετικές σκηνές και όλα τα είδη μουσικής — ροκ, τζαζ, ραπ, λαϊκό, έντεχνο. Είναι βαθιά συγκινητικό να βλέπεις πώς φέρνουν τη νέα γενιά σε επαφή με το τραγούδι και τον πολιτισμό.
Δεν νιώθετε, όμως, ότι το ΚΚΕ πολλές φορές έχει μια συντηρητική γραμμή;
Δεν θα ήθελα να σχολιάσω την πολιτική τους γραμμή. Για μένα το βασικό ενδιαφέρον είναι ο πολιτισμός. Και πολύ καλά κάνουν και επενδύουν σε αυτόν. Μακάρι όλα τα κόμματα να έδιναν τέτοια σημασία στον πολιτισμό και την παιδεία. Δυστυχώς, δεν το κάνουν.
Υπάρχει σήμερα Αριστερά;
Θα έλεγα πως έχει υποχωρήσει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν θα επανεμφανιστεί. Κάποια στιγμή οι κοινωνικές ανάγκες θα το επιβάλουν — θα φέρουν νέους ανθρώπους, νέες ιδέες και μια ιδεολογία με καινούργιο πνεύμα. Οι ανθρωπιστικές αξίες, η ισότητα, η δικαιοσύνη, όλα όσα μεγαλώσαμε πιστεύοντας, δεν χάνονται ποτέ. Απλώς χρειάζονται νέους τρόπους έκφρασης, γιατί και τα προβλήματα της κοινωνίας αλλάζουν.
Πιστεύω βαθιά ότι όλα ρέουν. Αλλάζουν, υποχωρούν, επανέρχονται. Ίσως να μη λέγεται καν «Αριστερά», όπως τη γνωρίζαμε. Εγώ δεν χάνω την ελπίδα μου. Πιστεύω —ίσως ουτοπικά— ότι χρειάζεται μια ευαίσθητη δύναμη, που να ασχολείται ουσιαστικά με τα κοινωνικά ζητήματα, και κυρίως με τον πολιτισμό και την παιδεία. Ιδίως σήμερα, που βλέπουμε τον λαϊκισμό και την ακροδεξιά να σηκώνουν κεφάλι σε όλο τον κόσμο. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι το τίποτα. Πρέπει να υπάρξει μια ουσιαστική απάντηση.
Τι ευθύνη φέρει το κράτος για το γεγονός ότι πολλοί νέοι δεν γνωρίζουν ποιοι ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις;
Το ουσιαστικό ερώτημα, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι μόνο αν οι νέοι γνωρίζουν τα μεγάλα ονόματα του παρελθόντος, αλλά αν υπάρχουν σήμερα οι συνθήκες για να γεννηθούν οι αντίστοιχοι Θεοδωράκηδες, Χατζιδάκηδες, Σαββόπουλοι, Μαρκόπουλοι ή Μικρούτσικοι. Φυσικά δεν θα είναι οι ίδιοι, καθώς είναι άλλες εποχές, άλλες κοινωνικές συνθήκες και άλλοι τρόποι επικοινωνίας. Όμως η ανάγκη για ένα ζωντανό πνευματικό ρεύμα παραμένει.
Προς το παρόν, δεν βλέπω να διαμορφώνεται ένα τέτοιο υψηλό, συλλογικό πνευματικό κίνημα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει. Άλλωστε, συχνά κάτι γεννιέται «από το πουθενά». Πρόσφατα, για παράδειγμα, εμφανίστηκε ο Θανάσης Βούτσας, με τον δίσκο «Κρακ». Τα τραγούδια του είναι εμπνευσμένα από την κοινωνία που ζούμε. Ένιωσε τον Τζορτζ Φλόιντ και τον Ζακ Κωστόπουλο, έγραψε σε τραγούδι «Σιγή 8'46'» και, βλέποντας σήμερα πόσο επίκαιρο παραμένει, νιώθεις πόσο δικαιώνεται.
Θα μπορούσα επίσης ν' αναφερθώ στα αδέλφια Καλογεράκη. Εξαιρετικά δημιουργικά παιδιά, με φαντασία και βαθιά σχέση με την ποίηση. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ πρώτη μαζί τους. Ήρθαν από την Κρήτη, με βρήκαν, γράψαμε μαζί, παρουσιάσαμε τη δουλειά τους, στον «Παρνασσό», κάναμε συναυλίες και κυκλοφορήσαμε τον πρώτο τους δίσκο. Από εκεί και πέρα ακολούθησαν τον δρόμο τους με μεγάλη επιτυχία. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι ξεκίνησαν με ποίηση, σε μια περίοδο που το δικό μας ποιητικό κίνημα έμοιαζε να κλείνει τον κύκλο του.
Πάντα σκύβω πάνω στους νέους ανθρώπους. Όποιος έρθει κοντά μου και αισθανθώ ότι έχει κάτι αληθινό να πει, θέλω να τον βοηθήσω. Δεν θέλω να μένω στη νοσταλγία των παλιών, όσο διαχρονικά κι αν είναι. Γιατί πράγματι, αυτά τα έργα δεν πεθαίνουν ποτέ. Μ' ενδιαφέρει όμως εξίσου ν' ανακαλύπτω νέους ανθρώπους, να με κινητοποιούν, ν' ανταλλάσσουμε ευαισθησίες. Σήμερα, χωρίς τη στήριξη των δισκογραφικών εταιρειών, οι νέοι καλλιτέχνες καλούνται μόνοι τους ν' αναδείξουν τη δουλειά τους, κυρίως μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί χρειάζονται, έστω, μια «πρώτη βοήθεια».
Τι σας δίνει ελπίδα;
Χωρίς ελπίδα δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Αλλιώς αρρωσταίνει, οδηγείται στον ωχαδερφισμό, στην αίσθηση ότι «όλα είναι ίδια και τίποτα δεν αλλάζει». Εγώ πιστεύω βαθιά ότι τα πράγματα μπορούν να κινηθούν προς το καλύτερο. Πάντα περνάς μέσα από δύσκολες στοές για να βγεις ξανά στο φως. Το λέω αυτό έχοντας βιώσει τη δεκαετία του '60... τη χούντα, την εξορία, τις δυσκολίες αλλά και τις μεγάλες διεθνείς στιγμές. Έτσι είναι οι εποχές. Σου δίνουν και φως και σκοτάδι. Γιατί, λοιπόν, να χάσω την ελπίδα μου;
Προσωπικά είμαι αισιόδοξη. Δεν πέφτω, γιατί έχω τη μουσική. Και αυτό είναι για μένα χαρά, ευτυχία, σχεδόν ευλογία. Η τέχνη μάς κρατά όρθιους ακόμη και στις δύσκολες στιγμές. Ζούμε σε μια εποχή έντονου ατομισμού, εικόνας και θεάματος, που συχνά μας καθηλώνει και μας στερεί την ελευθερία της σκέψης. Όμως παραμένω ανθρωποκεντρική. Πιστεύω ότι, ακόμη και σε αυτή την τεχνολογική εποχή που μας φοβίζει, ο άνθρωπος θα δώσει τελικά τον τόνο — όχι τα ρομπότ, όχι οι μηχανές. Αυτή είναι η ελπίδα μου. Γιατί αλλιώς, θα σήμαινε ότι έχουμε χαθεί ως ανθρωπότητα.
Κοιτάζοντας πίσω, τι λέτε ότι σας δίδαξε η ζωή;
Η ζωή μού δίδαξε πάρα πολλά και, πάνω απ’ όλα, μου έδωσε νόημα. Το νόημα αυτό γεννήθηκε μέσα από τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, μέσα από εμπειρίες ζωής. Το ταξίδι μου το θεωρώ συναρπαστικό, αλλά δεν θέλω να το αντιμετωπίζω με νοσταλγία που με κρατά καθηλωμένη στο παρελθόν. Το κρατώ ως μια όμορφη ανάμνηση, γιατί επιλέγω να ζω στο παρόν και να κοιτάζω προς το μέλλον.
Εύχομαι όλοι οι άνθρωποι να έχουν στη ζωή τους αντίστοιχες εμπειρίες. Οχι ίδιες, γιατί τίποτα δεν επαναλαμβάνεται ακριβώς, η ζωή αλλάζει. Όμως να έχουν την ίδια χαρά ζωής που είχα την τύχη να ζήσω κι εγώ. Αν ζυγίσω τα καλά και τα κακά, τα καλά είναι περισσότερα. Και αυτά είναι που τελικά επουλώνουν και λειαίνουν τις δυσκολίες. Γιατί υπήρξαν και δύσκολες στιγμές, προσωπικές και κοινωνικές. Έζησα και δύσκολες περιόδους, όπως τα χρόνια της χούντας.
Κι όμως, η τέχνη πάντα με ανύψωνε, μου έδινε κουράγιο να συνεχίσω. Γι’ αυτό και δεν βλέπω ποτέ τη δουλειά μου με νοσταλγία του τύπου «τι ωραία που ήταν τότε». Κάθε εποχή έχει τη δική της ομορφιά, αλλά και τα προβλήματά της. Προσπαθώ, λοιπόν, μέσα από τη συνεργασία μου με νέους ανθρώπους, μέσα από αυτά που ακούω και παρακολουθώ, να ζω στο σήμερα. Όχι μόνο να με καταλαβαίνουν εκείνοι, αλλά κι εγώ να καταλαβαίνω τη δική τους εποχή. Αυτό είναι το ουσιαστικό.
Και τι είναι αυτό που συνεχίζετε ακόμη να ονειρεύεστε;
Όταν είναι κανείς νέος, ονειρεύεται… (γέλια). Μεγαλώνοντας, όμως, το πρώτο και πιο βασικό είναι η υγεία. Να μπορείς να ανταποκρίνεσαι σε όσα αισθάνεται η ψυχή και σκέφτεται το μυαλό σου. Ονειρεύομαι μια πιο δίκαιη κοινωνία και ανθρώπους γύρω μου, οι οποίοι να 'ναι ευτυχισμένοι, όχι σκυθρωποί, όχι με την αίσθηση ότι υστερούν ή ότι δεν τα βγάζουν πέρα. Γιατί πάντα υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που «πληρώνει το τίμημα», που αισθάνεται ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει. Αυτό είναι κάτι που με προβληματίζει βαθιά.