Απόψεις | 23.04.2020 17:36

?νάγκ? καί θεοί πείθονται: Οι Έλληνες την εποχή του κορoνοϊού

Κωνσταντίνα Γογγάκη

Η πειθαρχημένη στάση των Ελλήνων κατά την πρόσφατη φάση του Covid-19, προκάλεσε εντυπώσεις όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και σε χώρες του εξωτερικού. Η αλήθεια είναι οτι ο σύγχρονος Έλληνας έχει δώσει την εντύπωση μιας αυτόνομης προσωπικότητας, που δεν διέπεται από τους κανόνες λειτουργίας μιας συλλογικότητας, αλλά ερμηνεύει και εφαρμόζει το νόμιμο κατά το δοκούν. Έτσι, μοιάζει ανερμήνευτη η εφαρμογή των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, η ξαφνική σιωπή του, η εξαφάνισή του από τους δρόμους, η ερημιά των κοινωνικών χώρων, η αδιαμαρτύρητη απουσία του Νεοέλληνα από τα καφέ.

Αλήθεια, πώς πειθάρχησε, τόσο άμεσα, χωρίς θορυβώδεις αντιρρήσεις προς το κράτος και χωρίς εκφράσεις δυσαρέσκειας προς τα όργανα δημόσιας τάξης; Πώς αποσοβήθηκαν οι ύβρεις, οι απειλητικές εκφράσεις, οι εξάρσεις; Πώς μαζεύτηκε στο σπίτι, κλεισμένος με τις πυτζάμες στο κομπιούτερ; Πώς περιόρισε στο ελάχιστο την έξοδό του, και αποδέχτηκε την κατάργηση της παρέλασης, την αποχή από τον Επιτάφιο, την Ανάσταση, το Πάσχα; Πώς αποδέχτηκε ο Νεοέλληνας την ανατρεπτική ανατροπή των συνηθειών του, του εργάσιμου χρόνου, της κοινωνικής επαφής, της ψυχαγωγίας του; Πώς προσαρμόστηκε αυτό το ιδιαίτερο ον σε έναν ιδιότυπο τρόπο «αζωΐας»;

Όλ’ αυτά, όσο αλλόκοτα κι αν έμοιασαν, οφείλονται σε ορισμένους παράγοντες που λειτούργησαν σφαιρικά στη συνείδηση του Έλληνα. Το αρχαίο ελληνικό γνωμικό «ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται» (στην ανάγκη ακόμη και οι θεοί υπακούν) αποδίδει την περίπτωση τούτη πλήρως. Δεν πρόκειται δηλαδή για «πειθώ» ή «πειθαρχία», αλλά για «ανάγκη». Ήταν αναγκαία η τήρηση των μέτρων, για πολλούς λόγους, που όλοι γνώριζαν:

Κατ’ αρχάς, το ίδιο το πρόβλημα το οποίο ανέκυψε δεν αφορά σε κάτι επί μέρους, σε μια ασχολία, σε μια συνήθεια, σε ένα χόμπυ. Αντίθετα, αφορά στην ίδια την ανθρώπινη ζωή. Κανείς δεν είναι αδιάφορος απέναντι στο ισχυρότερο ένστικτο με το οποίο γεννήθηκε ο άνθρωπος, στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Η ζωή και ο θάνατος δεν συνιστούν ένα παιχνίδι με το οποίο μπορεί κανείς να πειραματίζεται ή να διακινδυνεύει. Και η ζωή είναι κάτι πολύτιμο για όλους, που ο άνθρωπος, ευάλωτος όντας, δεν θα έχει για πάντα.

Στο μεταξύ, είχε ήδη δημιουργηθεί το σχετικό ψυχολογικό υπόβαθρο. Η Κίνα, η Ταϊβάν, η Σιγκαπούρη, έστελναν εικόνες δραματικές, της ανθρώπινης μάχης κατά του ισχυρού ιού. Αλλά κι αν ακόμη θεωρηθεί πως η Κίνα είναι μακριά, οι φριχτές εικόνες που εμφανίστηκαν από την γειτονική Ιταλία, με τον ανείπωτο ανθρώπινο πόνο, είχαν προϊδεάσει. Κανείς δεν μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστος από την ταχύτητα της εξάπλωσης ενός θηρίου. Οι συγκρίσεις ήταν πλέον αναπόφευκτες. Αν όλα αυτά συνέβαιναν σε χώρες δυνατές στη δημόσια υγεία, η κατάσταση στην Ελλάδα θα ήταν ακόμη πιο επώδυνη.

Κυρίως, όμως, δεν υπάρχει Έλληνας, που να μην είχε πλήρη επίγνωση της ανύπαρκτης δυνατότητας για νοσοκομειακή περίθαλψη στη χώρα. Το διαλυμένο και υποβαθμισμένο «εθνικό» σύστημα υγείας ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί σε τέτοια πίεση. Την ίδια στιγμή οι πανάκριβες ιδιωτικές ασφάλειες σιωπούσαν, αναδεικνύοντας την αντίφαση ανάμεσα στα ασφάλιστρα και στη δυνατότητα προστασίας επί του ειδικού. Είμαστε στο έλεος του θεού. Καθένας μας γνώριζε, ιδίως τον πρώτο καιρό, με την δεδομένη ανεπάρκεια στον τομέα της Υγείας, οτι αν χρειαζόταν ένα ασθενοφόρο να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, μάλλον δεν θα γυρνούσε ζωντανός πίσω. Αντίθετα, θα είχε έναν εξευτελιστικό θάνατο, στην άκρη ίσως κάποιου διαδρόμου.

Τι άδικο, να προσφέρεις επί μακρόν μέσω της εργασίας σου μεγάλα ποσά στα κρατικά ταμεία για την ασφάλειά σου, και ωστόσο να έχεις έναν τόσο ταπεινωτικό, σκληρό και απάνθρωπο θάνατο. Χωρίς αναπνευστήρα, χωρίς κατάλληλα μέσα, χωρίς εντατική. Επειδή η χώρα σου ποτέ δεν έθεσε ως προτεραιότητα την αξιοπρεπή δημόσια υγεία και την κοινωνική περίθαλψη. Διασπαθίζεται το δημόσιο χρήμα, ώστε να ευημερούν οι λίγοι ευνοημένοι, αδικώντας την πλειοψηφία των πολιτών. Και τα νοσοκομεία; χώροι ανεπαρκείς, ακατάλληλοι για ασθενείς ή και επικίνδυνοι, αφού ακόμη κι ο υγιής κινδυνεύει να φύγει έχοντας κάτι κολλήσει! Όλοι μαζί, ένα τσουβάλι στα Δημόσια Νοσοκομεία.

Επίδραση άσκησε και η ιατρική γνώση αναφορικά με τη δυναμική του Covid-19. Είναι ανεξήγητο πώς ο ξενιστής του ιού είναι η νυχτερίδα, η οποία διαθέτει το ισχυρότερο ανοσοποιητικό σύστημα από όλα τα θηλαστικά! Ο αόρατος αυτός εχθρός, μπορεί, πάντως, στον ανθρώπινο οργανισμό να είναι από ασυμπτωματικός, μέχρι και καταστροφικός. Εισερχόμενος, δηλαδή σ’ έναν ανθρώπινο οργανισμό μπορεί και να τον διαλύσει. Ο θάνατος που προκαλείται είναι επώδυνος, καθώς στην περίπτωση αυτή προέρχεται από ασφυξία. Έτσι, πολλοί ίσως δεν φοβούνται τον θάνατο αυτόν καθαυτόν, αλλά κανένας δεν επιθυμεί να υποστεί μια τέτοια ταλαιπωρία, και μάλιστα αβοήθητος, σαν να υφίσταται μια τιμωρία.

Δυνατός παράγων υπήρξε επίσης η πιθανότητα να φέρει κανείς τον ιό, και να τον μεταδώσει στους οικείους σου. Οι ηλικιωμένοι, ωστόσο - παρά τον έντονο ηλικιακό ρατσισμό του συστήματος - είναι πρόσωπα αγαπημένα. Επιπλέον, ως άτομα που πρόσφεραν έως τώρα στην κοινωνία, δικαιούνται να μη φύγουν από τη ζωή με τέτοια ταλαιπωρία και δίχως τους οικείους τους. Στην υπόνοια, επομένως, ότι μπορεί και να τους κολλήσεις, αντιδρά η συνείδησή σου, γιατί αλλιώς θα πνιγείς από ενοχές.

Ως προς την κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να επισημανθούν ορισμένα σημεία. Μπορεί να αντέδρασε σχετικά γρήγορα, καθώς γνώριζε την γύμνια του δημόσιου συστήματος υγείας, δεν μπορεί, όμως, η πολιτική υγείας μιας χώρας να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στον οίκοθεν εγκλεισμό (lockdown) ενός ολόκληρου πληθυσμού! Αυτή είναι τακτική των προηγούμενων αιώνων! Σήμερα η ιατρική επιστήμη και η τεχνολογία θαυμάζονται για τα επιτεύγματά τους. Δεν δικαιολογείται, επομένως, κανένα προηγμένο κράτος να καυχιέται π.χ. για τον αμυντικό του εξοπλισμό, αλλά να μην διαθέτει σύγχρονες υποδομές υγείας! Θα έπρεπε, επομένως, και στην Ελλάδα να υπάρχει ένα επιδημιακό πρωτόκολλο, μια σοβαρή δυνατότητα αντιμετώπισης επιδημίας (καθώς οι επιδημίες αποτελούν κάτι γνωστό στην ανθρωπότητα!), με ανάλογο ιατρικό και νοσοκομειακό εξοπλισμό, με ευπρεπή νοσοκομεία, και με την ύπαρξη και αξιοποίηση των κατάλληλων δοκιμασιών (tests) ανίχνευσης, που θα περιόριζαν σημαντικά τον αριθμό των εγκλείστων, ενώ θα παρείχαν και αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία. Δεν μπορεί, επομένως, η όλη αντιμετώπιση να βασίζεται στον εγκλεισμό του πληθυσμού όλης της χώρας και στο φιλότιμο του ιατρικού-νοσηλευτικού προσωπικού.

Η «παραμονή στο σπίτι» δεν είναι αποτέλεσμα, επομένως, κάποιας ιδιαίτερης πειθούς, κυβερνητικής, και δεν αποτελεί ένα επίτευγμα επιχειρημάτων των ρητόρων, αλλά ένας αναγκαστικός μονόδρομος. Κερδήθηκε έτσι κάποιο διάστημα, αναγκαίο για τη βελτίωση των συνθηκών και για κάποιο εκσυγχρονισμό της δημόσιας υγείας. Είναι αφέλεια ωστόσο να πιστεύει κανείς ότι αυτή τη φορά, λόγω της πανδημίας, δήθεν θα αναστηθεί ένας καλύτερος κόσμος. Ας ευελπιστεί, όμως, ότι αυτή η εμπειρία θα αξιοποιηθεί για την κατάκτηση μιας σύγχρονης και ανθρώπινης προοπτικής στον τομέα της υγείας. Και ότι λόγω της ανωτέρας βίας καλλιεργήθηκε, κάπως, η αξιολογία της ανθρώπινης ζωής.  

Η υγεία, ωστόσο, δεν θα πρέπει να αναχθεί σε μοναδική αξία της ζωής. Ένας άλλος αγώνας είναι να μην επιτρέψουμε να καταστεί η υγεία ως η υπέρτατη αξία της ζωής, που θα δίνει αυτή απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα. Η υγεία αποτελεί την προϋπόθεση, για να μπορεί ο άνθρωπος να απολαμβάνει τις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της αγάπης. Η σκόπιμη, όμως, αναγωγή της υγείας σε υπέρτατη αξία, και η εκμετάλλευσή της σε βάρος της ελευθερίας και της δημοκρατίας, όχι μόνο δεν λύνει όλα τα ατομικά και κοινωνικά προβλήματα, αλλά μας επιστρέφει και αιώνες πίσω.

Οι καιροί που ζούμε σαφώς και επιθυμούμε να αλλάξουν, να γίνουν πάλι όπως τότε που, ακόμα και στη σχετική δυσκολία μας, τουλάχιστον ήμασταν κύριοι του εαυτού μας. Θέλουμε να ξαναβγούμε από τον οικειοθελή εγκλεισμό που μας έχει επιβάλει ο αόρατος κίνδυνος του λοιμού, να συνεχίσουμε τη ζωή μας, να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας. Όμως επειδή δεν μπορούμε, αυτή η αδυναμία και η αβεβαιότητα μας κάνουν ευάλωτους στην Έγνοια (ένα από τα τέσσερα χτικιά στον Φάουστ του Γκαίτε). Και η Έγνοια, ως υπερβολική ανησυχία, τυφλώνει τους ανθρώπους, τους κάνει να μην ερμηνεύουν λογικά την πραγματικότητα. Έτσι μας καθιστά ευάλωτους σε κάθε πειρασμό, σε κάθε Μεφιστοφελή που υπόσχεται μια λύση για να βγούμε από το αδιέξοδο, αλλά που στην πραγματικότητα μας οδηγεί πιο βαθιά σ’ αυτό.[1]

Μπορούμε, όμως, να αντισταθούμε στην Έγνοια, με τη Μέριμνα, που είναι κι αυτή μια ανησυχία συνδυασμένη μ’ έναν σκοπό, αλλά είναι η ανησυχία που προσπαθεί να σώσει και να διατηρήσει ό,τι αξίζει και έχει ως σκοπό την αποκατάσταση της καλής ζωής που χάσαμε. Αυτό όμως το κάνει με σχέδιο, με περισυλλογή, χωρίς πάθος, διδάσκοντας τη συνεργασία, την αλληλοβοήθεια, την αμοιβαία υποστήριξη. Η Μέριμνα είναι η ήρεμη και διαρκής φροντίδα για όσα ο άνθρωπος δικαιούται, η δύναμη που μας καθιστά ικανούς να είμαστε μεν σε εγρήγορση, βλέποντας, ωστόσο, πιο καθαρά τους κινδύνους που υπάρχουν και τις δυνατότητες δράσεων που μας αξίζουν.[2]


[1] Απόσπασμα από το Νίκος Ψαρρός, «Έγνοια και Μέριμνα», αναρτ. 04/14/2020, στο: http://amagi.gr/content/egnoia-kai-merimna?fbclid=IwAR11dYHR_YxZJtOZRJ_PE-bWhnh7f7lZkMsAncTE7yonr8Ggj6qHpWufXzk

[2] Βλ. ό.π.

Κορονοϊός