Θέατρο|17.02.2026 11:58

Παναγιώτης Λιαρόπουλος στο ethnos.gr: «Υπάρχουν παραστάσεις που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να είναι sold out»

Κατερίνα Καραβία

Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος, και όμως ο «Γιάννης το Βούδι», μια σκληρή ιστορία για τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη διαφορετικότητα, ξανανεβαίνει στο υπόγειο του Μιχάλης Κακογιάννης, κάνοντας ξανά το κοινό να συγκινηθεί με την ιστορία του 16χρονου παιδιού, που διάλεξε να αφαιρέσει τη ζωή του ωθούμενος από την ίδια την κοινωνία και την οικογένεια του, που ποτέ δεν μπόρεσαν να τον συμπεριλάβουν.

«'Οσες φορές και αν ανεβάσεις την ίδια παράσταση ποτέ δεν είναι η ίδια» θα πει στο ethnos.gr ο Παναγιώτης Λιαρόπουλος, που σκηνοθετεί την παράσταση. «Η δημιουργική αγωνία παραμένει» βέβαια θα μας εκμυστηρευτεί και θα μας μιλήσει για το θέατρο, τη σκηνοθεσία και την κουλτούρα των sold out. 

«Τώρα ζούμε το hype των sold out, αν ακουστεί πως κάτι είναι sold out ξαφνικά θέλεις διακαώς να το δεις. Είναι ένα κύμα και αυτό, σε πολλές περιπτώσεις αξίζει όντως να είναι, αλλά θεωρώ πως υπάρχουν και παραστάσεις που έχουν παίξει πολλά πράγματα ρόλο (cast, καλή διαφήμιση κλπ) και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να είναι sold out» θα πει για την τρέλα που έχει γίνει με τις παραστάσεις από πέρσι. Παρόλα αυτά ο ίδιος θεωρεί ότι υπάρχει χώρος για όλους τους καλλιτέχνες και ότι το να είναι γεμάτα τα θέατρα και να πηγαίνει ο κόσμος είναι «θετικό και χαρά για όλους».

Θα καταλήξει ότι το σανίδι παραμένει ένας δύσκολος χώρος για όλους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ο ίδιος θα μας πει «τα θέατρα δεν λαμβάνουν τον απαιτούμενο σεβασμό από τους ιδιοκτήτες».

«Για όλους τους καλλιτέχνες υπάρχει χώρος»

Για δεύτερη χρονιά «ο Γιάννης το Βούδι» ανεβαίνει στον υπόγειο χώρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, ποια τα συναισθήματά σου για αυτό; Περίμενες ότι η παράσταση θα πήγαινε τόσο καλά;

Είναι φυσικά μεγάλη μου χαρά γιατί όλη η ομάδα έχει δουλέψει πάρα πολύ, οπότε αυτό είναι μια μορφή επιβράβευσης. Όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στο έργο, πάνω σε αυτήν την αληθινή ιστορία βασικά, δεν είχαμε στο μυαλό μας πώς θα ανταποκριθεί ο κόσμος, σίγουρα όμως και το ελπίζαμε και το θέλαμε. Πρωτίστως για μένα για την ιστορία σαν ιστορία. Να ακουστεί, να συζητηθεί και εν τέλει να αποδοθεί μιας μορφής «δικαιοσύνη» για αυτό το παιδί.

Γιατί την αγάπησε το κοινό πιστεύεις;

Έχω ακούσει διαφορετικές απόψεις, άλλους τους συγκινεί η ιστορία σαν ιστορία, άλλους οι προβολές που κάνουν ανοίγοντας την βεντάλια στην εν γένει καταπίεση και εκμετάλλευση που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος. Άλλους τους έχει συγκινήσει η δουλειά σαν αρμονικό σύνολο – κείμενο, σκηνοθεσία, ηθοποιοί , μουσική- γιατί όντως εμείς έχουμε αγαπήσει πολύ την παράστασή μας και νομίζω αυτό βγαίνει προς τα έξω.

Υπάρχει κάποιος φόβος όταν η παράσταση ξανανεβαίνει σερί χρονιά και ποιος είναι αυτός;

Δεν θα έλεγα φόβος όσο μια δημιουργική αγωνία. Γιατί όσες φορές κι αν ανεβάσεις την ίδια παράσταση ποτέ δεν είναι η ίδια. Είναι άλλες οι συνθήκες, οι συγκυρίες, το κοινό, ακόμα και εμείς όλοι οι συντελεστές έχουμε αλλάξει. Έχει περάσει από πάνω μας ένας ολόκληρος χρόνος και δεν είναι λίγο. Συνεπώς, όλα αλλάζουν και μετακινούνται. Ελπίζω προς μια ακόμη πιο βαθειά και αληθινή προσέγγιση.

Ξεκίνησες ως ηθοποιός. Στο «ο Γιάννης το Βούδι» σκηνοθετείς. Τι σε οδήγησε στην σκηνοθεσία και όχι στην ηθοποιία;

Όταν τελείωσα τη Δραματική σχολή δεν είχα την ίδια ορμή να ανέβω στο σανίδι όπως την είχα όταν πρωτομπήκα. Αυτό γνωρίζω πολύ καλά που οφείλεται κι έχει να κάνει με συγκεκριμένους ανθρώπους που δεν επένδυσαν στο ψυχοσωματικό μας  άνοιγμα - ώστε να βγούμε ηθοποιοί που θα διεκδικήσουμε τον χώρο μας- αλλά σε κάτι άλλο, που μόνο εκείνοι ξέρουν. Αυτό εμένα μου προκάλεσε μια ματαίωση και μια  παντελή άρνηση να ανέβω στη σκηνή. Ήξερα, όμως, πως δεν μπορώ να μην είμαι σε αυτόν τον χώρο γιατί εκεί ανήκω. Οπότε, αφού την πρώτη αγάπη μου την απαρνήθηκα, βρήκα καταφύγιο στη δεύτερη. Να δημιουργήσω θέατρο χωρίς να φαίνομαι. Με έκανε να νιώθω πιο ασφάλης και προστατευμένος αλλά συνάμα γεμάτος και χαρούμενος.

Ποιες είναι οι δυσκολίες του σκηνοθέτη σήμερα στην Ελλάδα;

Είναι μια, μεγάλη και απροσπέλαστη. Να βρει λεφτά.

Ένιωσες ότι υπάρχει χώρος για έναν νέο σκηνοθέτη ή υπάρχει δυσπιστία ή φόβος του τι ήρθες εσύ να κάνεις;

Δεν μπορώ να σκεφτώ πως στην τέχνη κάποιος ορίζει το τί χώρος υπάρχει. Για όλους τους καλλιτέχνες υπάρχει χώρος. Τώρα, αν η δουλειά σου συγκινεί πολύ κόσμο αυτό είναι πολύ ευχάριστο, γιατί ο «χώρος» μεγαλώνει και με καπιταλιστικούς όρους.

Η κριτική σε τρομάζει;

Στην αρχή πολύ, πάρα πολύ. Την έπαιρνα προσωπικά σαν Παναγιώτης. Μετά κατάλαβα πως αφορά τη δημιουργία, το έργο, τη δουλειά. “Ιt’s not personal” δηλαδή, και εάν είναι, τότε πάει αλλού το πράγμα και έχω μάθει να απορρίπτω τέτοιου είδους κριτική. Όταν είναι εποικοδομητική και ουσιαστική τη βλέπω πια σαν μια ευκαιρία να διερωτηθώ πάνω στα ζητήματα που θίγει και να κρατήσω ό,τι με κάνει καλύτερο και πάει την έμπνευσή μου παρακάτω.

Ένα σημάδι των καιρών και των τελευταίων θεατρικών σεζόν είναι να βγαίνουν οι παραστάσεις sold out. Τι καθιστά, αλήθεια, μια παράσταση πόλο έλξης τόσων θεατών; Δείχνει κάτι ένα sold out και τι πιστεύεις εσύ για αυτό το φαινόμενο;

Είναι μια μόδα και αυτό που θα περάσει. Τώρα ζούμε το hype των sold out, αν ακουστεί πως κάτι είναι sold out ξαφνικά θέλεις διακαώς να το δεις. Είναι ένα κύμα και αυτό, σε πολλές περιπτώσεις αξίζει όντως να είναι, αλλά θεωρώ πως υπάρχουν και παραστάσεις που έχουν παίξει πολλά πράγματα ρόλο (cast, καλή διαφήμιση κλπ)και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να είναι sold out. Μακάρι βέβαια διαρκώς τα θέατρα να είναι γεμάτα και στο τέλος της ημέρας μόνο θετικό είναι αυτό. Είναι χαρά για όλους μας. Το να πηγαίνει ο κόσμος θέατρο είναι ένα υγιέστατο χόμπι που ανοίγει τους ορίζοντες, και ταυτόχρονα για όλο τον κλάδο μας σημαίνει δουλειά.

Τι πρέπει να αλλάξει ή θα ήθελες να αλλάξει στο θέατρο;

Πολλά. Θα ξεκινήσω από το πιο απλό αλλά βασικό. Από το πώς μεταχειρίζονται τα θέατρα  τους οι παραγωγοί και μεγαλοπαραγωγοί. Τα θέατρα δεν λαμβάνουν τον απαιτούμενο σεβασμό από τους ιδιοκτήτες, είναι χιλιάδες  σε κακή κατάσταση και δεν εννοώ στο αν έχουν καινούργιο εξοπλισμό αλλά στο πόσο φροντισμένα και περιποιημένα είναι. Είναι θλιβερό να παλεύεις να δημιουργήσεις όμορφες εικόνες και να κάνεις πρόβες σε μέρη που ολοφάνερα δεν σε σέβονται. Και αυτό πάει αλυσιδωτά. Γιατί μετά φαντάζει και παράλογο να ζητάς από τον θεατή 20 και 25 ευρώ για να έρθει να δει μια δουλειά σε έναν χώρο που δεν σέβεται ούτε εκείνον αλλά ούτε και τους εργαζόμενους του.

Μετά τον «Γιάννη το Βούδι» τι; Ποιο είναι το επόμενο σχέδιό σου στο θέατρο;

Έχω σίγουρα τους μαθητές μου, που διδάσκω παραδοσιακούς χορούς και αυτό είναι σταθερή αξία. Έχω επίσης, τη θεατρική μου ομάδα Ritualis, που αποτελείται από ερασιτέχνες ηθοποιούς, και με την οποία δουλεύουμε την πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησα στο θέατρο, το ’’δια μίαν ανάμνησιν’’ (θέατρο Μπέλλος, 2022).

Θέλω να ξεκουραστώ γιατί εδώ και δυο χρόνια το έχω πάει σερί δουλειά και το μυαλό μου χρειάζεται ένα break.  Έχω βέβαια κάποια πράγματα στα σκαριά που λέμε, αλλά ακόμα δεν είναι κάτι κοινοποιήσιμο, βρισκόμαστε στο στάδιο των συζητήσεων. Το ευχάριστο είναι πως είναι πράγματα που θέλω πάρα πολύ να κάνω και αν συμβούν θα είμαι πολύ χαρούμενος.

παράστασημαθητέςσκηνοθεσίαηθοποιόςθέατροθέατραειδήσεις τώρα