Οικονομία|06.05.2026 05:40

Ο «χάρτης» του τουρισμού στην Ελλάδα: Οι «δυνατοί» προορισμοί και το παράδοξο - Ποιοι ξοδεύουν περισσότερα

Μαρία Λιλιοπούλου

Περισσότερες αφίξεις, υψηλότερα έσοδα, ενίσχυση της διεθνούς ζήτησης, αλλά και περιορισμό του χρόνου παραμονής στη χώρα μας ήταν τα χαρακτηριστικά του τουριστικού χάρτη της Ελλάδας για το 2025.

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, ο εισερχόμενος τουρισμός (χωρίς την κρουαζιέρα) έφτασε το 2025 τα 38 εκατ. επισκέπτες, σημειώνοντας αύξηση 5,6% σε σχέση με το 2024 και πάνω από 21% σε σύγκριση με το 2019. Τα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 22,6 δισ. ευρώ (+9,8% ετησίως), ενώ με την προσθήκη της κρουαζιέρας αγγίζουν τα 23,6 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, οι συνολικές διανυκτερεύσεις παραμένουν «κολλημένες» στα επίπεδα των 230 εκατομμυρίων, ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 2019. Το γεγονός αυτό εξηγείται από την υποχώρηση της μέσης διάρκειας παραμονής (ΜΔΠ) στις 6,1 διανυκτερεύσεις από 7,4 πριν την πανδημία, καταγράφοντας πτώση άνω του 17%. Πρόκειται για εξέλιξη που, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, λειτουργεί ως βασικός περιοριστικός παράγοντας στην περαιτέρω αύξηση των εσόδων.

Ως αποτέλεσμα η ελληνική τουριστική βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με το παράδοξο να αυξάνει τη δυναμική της σε αφίξεις αναβαθμίζοντας σταδιακά την αξία του προϊόντος της, αλλά να μην καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει πλήρως αυτή τη δυναμική σε επίπεδο συνολικής κατανάλωσης ανά επισκέπτη.

Η αύξηση της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση, η οποία φτάνει πλέον τα 97 ευρώ, αυξημένη κατά 27,5% σε σχέση με το 2019, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι το ελληνικό προϊόν γίνεται ακριβότερο αλλά και πιο «ποιοτικό». Ωστόσο, η συνολική δαπάνη ανά ταξίδι παραμένει σχεδόν στάσιμη, φτάνοντας τα 595 ευρώ, καθώς η μείωση της διάρκειας παραμονής μοιάζει να «απορροφά» το όφελος της αυξημένης ημερήσιας κατανάλωσης.

Αυτό σημαίνει ότι το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η προσέλκυση περισσότερων τουριστών, αλλά η επιμήκυνση της παραμονής τους, ένα στοίχημα που γίνεται όλο και πιο δύσκολο σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου τα ταξίδια μικρής διάρκειας κυριαρχούν.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η συρρίκνωση της μέσης διάρκειας παραμονής είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού τάσεων και συγκεκριμένα:

  • Της διεθνούς στροφής προς πιο σύντομα και συχνότερα ταξίδια.

  • Της αύξησης του ημερήσιου κόστους διαμονής και κατανάλωσης, που οδηγεί τους ταξιδιώτες σε «συμπίεση» των ημερών.

  • Της αύξησης των ημερήσιων επισκεπτών, κυρίως από γειτονικές χώρες όπως η Βουλγαρία και η Τουρκία, που ενισχύουν την κατανάλωση, αλλά όχι τις διανυκτερεύσεις.

Σε αυτά προστίθεται και η δυναμική ανάπτυξη του city break, με την Αθήνα να καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο και να συγκεντρώνει πλέον πάνω από το 23% των επισκέψεων.

Οι «ισχυροί» προορισμοί

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, η ανάπτυξη του τουρισμού δεν κατανέμεται ομοιόμορφα με τους «ισχυρούς» προορισμούς να ενισχύονται περαιτέρω και άλλες περιοχές να δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.

Η Αττική αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό ανάπτυξης, απορροφώντας πάνω από το μισό της αύξησης των εσόδων το 2025, ενώ το Νότιο Αιγαίο διατηρεί την υψηλότερη δαπάνη ανά επισκέπτη.

Αντίθετα, η Κρήτη και τα Ιόνια Νησιά εμφανίζουν μια πιο σύνθετη εικόνα παρουσιάζοντας αύξηση αφίξεων αλλά μείωση εσόδων με το φαινόμενο να αποδίδεται κυρίως στη μικρότερη διάρκεια παραμονής και στην αλλαγή του μίγματος των επισκεπτών. Συγκεκριμένα, η μείωση εισπράξεων στην Κρήτη ήταν 5,% και έρχεται σε συνέχεια της μείωσης κατά 16% το 2024.

Όπως διαπιστώνει το ΙΝΣΕΤΕ, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ανάγκη αναβάθμισης του προϊόντος των Περιφερειών αυτών, με στόχο την επιμήκυνση της Διάρκειας Παραμονής και την αναστροφή της τάσης μείωσης της ημερήσιας δαπάνης. Επιπλέον η επιδείνωση της απόδοσής τους, ενδεχομένως οφείλεται και στην κόπωση που παρουσιάζει η γερμανική αγορά που αντιπροσωπεύει περισσότερο από 25% των επισκεπτών της Κρήτης, ενώ στα Ιόνια Νησιά αύξησε το μερίδιο της από 11% προ πανδημίας COVID-19 σε 19% το 2025.

Ποιοι «σπρώχνουν» τα έσοδα

Σε επίπεδο αγορών, η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, που συνέβαλαν σχεδόν στο 45% της αύξησης των εσόδων.

Αντίθετα, η Γερμανία εμφανίζει σημάδια κόπωσης, με τη δαπάνη ανά επισκέπτη να μειώνεται αισθητά. Παρά την αύξηση των αφίξεων, τα έσοδα αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της ποιοτικής αναβάθμισης του προϊόντος.

Συνολικά, οι δέκα μεγαλύτερες αγορές, από πλευράς εισπράξεων, συνεισέφεραν το 2025, το 60,1% των αφίξεων, το 67,8% των διανυκτερεύσεων και το 66,5% των εισπράξεων. Από αυτές οι πέντε σημαντικότερες (Γερμανία, Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ, Γαλλία και Ιταλία), συνεισέφεραν το 43,7% των αφίξεων, το 54,2% των διανυκτερεύσεων και το 52,5% των εισπράξεων.

Η Γερμανία παραμένει η πρώτη αγορά σε αφίξεις, διανυκτερεύσεις και εισπράξεις, αλλά η μέση κατά κεφαλή δαπάνη εμφανίζει συνεχή μείωση. Το 2025 υπολογίστηκε σε 636 ευρώ έναντι 685 το 2024 και 735 το 2019. Περισσότερα χρήματα δαπανούν οι ταξιδιώτες από το Ηνωμένο Βασίλειο με μέση κατά κεφαλή δαπάνη 765 ευρώ, αυξημένη κατά 10% συγκριτικά με το 2024 και την υψηλότερη μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών. Οι ΗΠΑ διακρίνονται για την εξαιρετικά υψηλή κατά κεφαλή δαπάνη με 1.120 ευρώ.

Παράλληλα, η μελέτη καταγράφει και σημαντικές μεταβολές στο προφίλ του τουρισμού:

  • Η αύξηση των επαγγελματικών ταξιδιών (MICE) ενισχύει το μερίδιό τους στο 7%.

  • Η κρουαζιέρα διπλασιάζει σχεδόν τα έσοδά της σε σχέση με το 2019.

  • Οι αεροπορικές αφίξεις αυξάνονται σημαντικά, φτάνοντας το 73% του συνόλου, με υψηλότερη δαπάνη ανά επισκέπτη.

Την ίδια στιγμή, η εποχικότητα εμφανίζει μικρή αποκλιμάκωση, με το δεύτερο τρίμηνο να ενισχύεται και να αποκτά μεγαλύτερη αξία σε σχέση με το παρελθόν. Το ΙΝΣΕΤΕ αποδίδει την άμβλυνση της εποχικότητας στην υπερβολική ζέστη το καλοκαίρι λόγω κλιματικής αλλαγής, σε συνδυασμό με τις δημογραφικές αλλαγές και συγκεκριμένα την γήρανση του πληθυσμού και τον μειωμένο αριθμό οικογενειών με παιδιά που δεσμεύονται από τις σχολικές διακοπές του καλοκαιριού.

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία για τους ημερήσιους επισκέπτες της Ελλάδας. Το 2025, επισκέφθηκαν τη χώρα μας 3,5 εκατ. ημερήσιοι ταξιδιώτες (χωρίς διανυκτέρευση), δημιουργώντας έσοδα 332 εκατ. ευρώ ή 94 ευρώ είσπραξη ανά επίσκεψη κατά μέσο όρο. Τα μεγέθη αυτά αντιστοιχούν στο 9,3% του συνόλου αφίξεων (με και χωρίς διανυκτέρευση) αλλά οι εισπράξεις μόλις στο 1,5%.

Περισσότερο από το 90% του συνόλου των ημερήσιων επισκεπτών προέρχεται από τις τέσσερεις γειτονικές χώρες, δηλαδή τη Βόρεια Μακεδονία (1.506 χιλ., 43% του συνόλου), τη Βουλγαρία (997 χιλ., 28%), την Αλβανία (490 χιλ., 14%) και την Τουρκία (228 χιλ, 6%).

Οι ημερήσιοι ταξιδιώτες μάλιστα αντιπροσωπεύουν το 82% του συνόλου των ταξιδιωτών από τη Β. Μακεδονία, το 44% από τη Βουλγαρία, το 38% από την Αλβανία και το 15% από την Τουρκία.

Συνολικά οι ημερήσιοι ταξιδιώτες αντιπροσωπεύουν πλέον ένα αρκετά υψηλό ποσοστό (9,3%) του συνόλου των ταξιδιωτών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των εισπράξεων περιορίζεται σε 1,5% λόγω της φύσης της επίσκεψης χωρίς διαμονή. Ωστόσο η μέση κατά κεφαλή δαπάνη των ημερήσιων επισκεπτών που υπολογίστηκε στα 94 ευρώ είναι σχεδόν ταυτόσημη με τη μέση δαπάνη διανυκτέρευσης για το σύνολο των επισκεπτών της χώρας (€97).

αφίξειςτουρισμόςΙΝΣΕΤΕέσοδαΣΕΤΕειδήσεις τώρα