Κόσμος | 13.10.2026 08:58

Γιατί η συμφωνία Τραμπ - Πούτιν όχι μόνο δίνει ανάσα στη Ρωσία αλλά αποτελεί πλήγμα για τη συμμαχία της Δύσης

Newsroom

Η συμφωνία για την επανέναρξη των ρωσικών εξαγωγών ντίζελ προς τις διεθνείς αγορές προσφέρει στον Βλαντίμιρ Πούτιν ένα σημαντικό πλεονέκτημα, το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να εξασφαλίσει μόνο με τη στρατιωτική ισχύ στα πεδία των μαχών στην ανατολική Ουκρανία.

Η συμφωνία προβλέπει αναστολή των κυρώσεων στις εξαγωγές καυσίμων από τη Ρωσία για έξι μήνες, ώστε να καταστεί δυνατή η πώληση ντίζελ σε τιμές αγοράς. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να προσφέρει οικονομική ανάσα στη ρωσική οικονομία, η οποία πιέζεται από έναν πόλεμο στην Ουκρανία που έχει διαρκέσει πολύ περισσότερο από ό,τι αναμενόταν.

Για τον Ρώσο πρόεδρο, ωστόσο σύμφωνα με το CNN, το σημαντικότερο όφελος δεν είναι τα δισεκατομμύρια δολάρια από τα νέα έσοδα. Είναι το ρήγμα που δημιουργείται στη δυτική συμμαχία, η οποία επιδιώκει να απομονώσει τη Μόσχα εξαιτίας της εισβολής στην Ουκρανία.

Τραμπ κατά Ζελένσκι: «Μην πλήττετε τα διυλιστήρια»

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ περιέγραψε με σαφήνεια τη νέα κατάσταση, χλευάζοντας την έντονη αντίδραση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο τελευταίος χαρακτήρισε τη συμφωνία «αδύναμη απόφαση ενός ισχυρού εταίρου», υποστηρίζοντας ότι προσφέρει «επιπλέον χρήματα για αυτόν τον πόλεμο».

«Είπαμε ότι μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε στη Ρωσία. Μην χτυπάτε τα διυλιστήρια, γιατί αυτό δημιουργεί πρόβλημα για όλο τον κόσμο και εκείνος θέλει να προκαλεί προβλήματα στον κόσμο. Θέλει να δημιουργεί προβλήματα στους αγρότες μας, στους κτηνοτρόφους μας», δήλωσε ο Τραμπ, προτού ζητήσει την ανάδειξη νέου ηγέτη στην Ουκρανία.

Με αυτόν τον τρόπο, ο Αμερικανός πρόεδρος απέδωσε ουσιαστικά στην Ουκρανία μέρος της ευθύνης για τις υψηλές διεθνείς τιμές των καυσίμων, οι οποίες επιβαρύνουν ιδιαίτερα τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Στο πλευρό του Ζελένσκι τάχθηκε ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, κατά τη διάρκεια επικοινωνίας των δύο ηγετών την Κυριακή. Όπως δήλωσε, η συμφωνία βρίσκεται «σε ευθεία αντίθεση με τις προσπάθειες της Ουκρανίας, του Καναδά και των συμμάχων μας για την επίτευξη ειρήνης και σταθερότητας στην Ευρώπη».

Τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια

Τους τελευταίους μήνες, οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν πλήξει με μεγάλη ακρίβεια εγκαταστάσεις βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, προκαλώντας σοβαρές ζημιές σε διυλιστήρια πετρελαίου. Οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις αποτελούν τόσο βασική πηγή εσόδων για τη ρωσική οικονομία όσο και σημαντικό κρίκο στον εφοδιασμό των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων με καύσιμα.

Οι επιθέσεις έχουν προκαλέσει ελλείψεις καυσίμων στο εσωτερικό της Ρωσίας και σημαντική μείωση της παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, το Κρεμλίνο ανέστειλε αυτόν τον μήνα όλες τις εξαγωγές ντίζελ, προκειμένου να διασφαλίσει την κάλυψη των εγχώριων αναγκών. Πρόκειται για σοβαρό πλήγμα για μια χώρα που, πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ παγκοσμίως.

Ανεξάρτητα από το εάν η Ρωσία θα καταφέρει τελικά να διαθέσει τις ποσότητες ντίζελ που έχει υποσχεθεί, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πλέον να συνδέει τις ουκρανικές επιθέσεις στα διυλιστήρια με τα αμερικανικά συμφέροντα. Με αυτόν τον τρόπο, οι οικονομικές προτεραιότητες των ΗΠΑ ευθυγραμμίζονται στην πράξη με την ανάγκη επιβίωσης της ρωσικής οικονομίας.

Την ίδια στιγμή, αναλυτές εκτιμούν ότι η συμφωνία είναι απίθανο να επιφέρει θεαματική μεταβολή στις τιμές του ντίζελ.

Η πίεση της Ουάσιγκτον και ο κίνδυνος για την Ουκρανία

Οι ΗΠΑ διαθέτουν σημαντικά μέσα πίεσης για να αναγκάσουν το Κίεβο να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις τους.

Η Ουάσιγκτον δεν παρέχει πλέον στην Ουκρανία χρηματοδότηση και όπλα. Ωστόσο, η κρίσιμη ανταλλαγή αμερικανικών πληροφοριών με το Κίεβο, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα της ουκρανικής άμυνας, ενδέχεται να διακοπεί εάν η Ουκρανία συνεχίσει να πλήττει τις ρωσικές εγκαταστάσεις που ο Τραμπ θέλει να παραμείνουν ανέπαφες.

Ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός. Οι ΗΠΑ είχαν προχωρήσει σε αντίστοιχη διακοπή της συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών μετά την επεισοδιακή αντιπαράθεση στον Λευκό Οίκο μεταξύ Τραμπ και Ζελένσκι, την προηγούμενη χρονιά.

Έχοντας επίγνωση των συνεπειών, ο Ουκρανός πρόεδρος έχει δηλώσει πρόθυμος να συνεργαστεί, υπό την προϋπόθεση ότι και η Ρωσία θα πράξει το ίδιο.

«Η Ουκρανία θα είναι έτοιμη να σταματήσει να πλήττει τα ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, εάν η Ρωσία σταματήσει να χτυπά τις ενεργειακές μας υποδομές», ανέφερε σε πρόσφατη δήλωσή του.

Για το Κίεβο, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να εκληφθεί ως μία ακόμη σοβαρή διάψευση των προσδοκιών του από την αμερικανική ηγεσία. Οι επιθέσεις με drones στα διυλιστήρια αποτελούν ένα από τα αποτελεσματικότερα ασύμμετρα όπλα της Ουκρανίας, καθώς πλήττουν την οικονομική και ενεργειακή υποδομή της Ρωσίας.

Τώρα, αυτή η δυνατότητα κινδυνεύει να περιοριστεί όχι μόνο από τη ρωσική αντιαεροπορική άμυνα, αλλά και από τη διπλωματική πίεση των ΗΠΑ, καθώς ο Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία με το Κρεμλίνο.

Ικανοποίηση στη Μόσχα για τη συμφωνία με τις ΗΠΑ

Στη ρωσική πρωτεύουσα, το κλίμα είναι σαφώς πιο αισιόδοξο.

«Η ρωσική πλευρά επιβεβαίωσε την ετοιμότητά της να προμηθεύσει πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα στην αμερικανική αγορά, καθώς και στις διεθνείς αγορές συνολικά», δήλωσε ο Πούτιν, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση μετά την προγραμματισμένη τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Τραμπ το βράδυ της Παρασκευής.

«Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό θα έχει θετικό αντίκτυπο σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με την ανάλυση του δημοσιεύματος, ο Ρώσος πρόεδρος έχει κάθε λόγο να βλέπει τη συμφωνία ως διπλωματική επιτυχία. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Τραμπ επιδιώκουν να σταματήσουν άμεσα τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια. Παράλληλα, αμφότεροι έχουν εκφράσει την επιθυμία να αντικατασταθεί ο Ζελένσκι από έναν ηγέτη που θα αποδεχθεί μια γρήγορη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου.

Επιπλέον, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την υπογραφή από τον Τραμπ νόμου που είχε προωθήσει ο εκλιπών Αμερικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ και προέβλεπε αυστηρές κυρώσεις σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, οι ίδιες οι ΗΠΑ εμφανίζονται πλέον ως αγοραστής ρωσικών καυσίμων.

Έτσι, το δυτικό μέτωπο που είχε παραμείνει σχετικά ενωμένο απέναντι στη Ρωσία, παρά τις πιέσεις και τις αναταράξεις των τελευταίων τεσσάρων και πλέον ετών πολέμου, φαίνεται να δέχεται ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα.

ΡωσίαΒλαντίμιρ ΠούτινσυμφωνίαΝτόναλντ Τραμπ