Μήπως τελικά δεν ξεχνάτε; Η επιστημονική εξήγηση πίσω από την «ψευδαίσθηση»
NewsroomΠολλοί άνθρωποι ανησυχούν για τη μνήμη τους. Ξεχνούν ονόματα, σημαντικά τηλεφωνήματα που έπρεπε να κάνουν ή ακόμη και τι έκαναν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο.
Καθρέφτης της ψυχικής μας υγείας η μνήμη
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο θέμα με τη μνήμη μας. Σύμφωνα με νέα έρευνα, η αίσθηση ότι «ξεχνάμε περισσότερο» μπορεί να σχετίζεται περισσότερο με την ψυχολογική μας κατάσταση και τη γενικότερη ποιότητα ζωής, παρά με πραγματική γνωστική φθορά.
Συγκεκριμένα, ερευνητές από τη Νορβηγία -σύμφωνα με το sciencenorway- εξέτασαν πόσο στενά συνδέεται η υποκειμενική αίσθηση μνήμης με τις πραγματικές επιδόσεις σε τεστ μνήμης.
«Δείχνουμε ότι η αντίληψη που έχει κάποιος για τη μνήμη του αντανακλά κυρίως την ψυχική υγεία και το άγχος και όχι τη μνήμη όπως αυτή μετριέται αντικειμενικά», δήλωσε η καθηγήτρια και ερευνήτρια εγκεφάλου Άστα Κριστίνε Χόμπεργκ, που ηγήθηκε της μελέτης.
Όπως είπε, τα ευρήματα μπορεί να αποτελούν καλά νέα για όσους ανησυχούν ότι η μνήμη τους εγκαταλείπει σιγά σιγά.
Η ιδέα γεννήθηκε μετά την πανδημία
Η έρευνα ξεκίνησε μετά την πανδημία της COVID-19, εξηγεί ο φοιτητής Ιατρικής Σίμον Χόλμβικ, βασικός συγγραφέας της μελέτης.
«Μετά την πανδημία πολλοί άνθρωποι αισθάνονταν “ομίχλη” στον εγκέφαλο και πίστευαν ότι η μνήμη τους είχε επιδεινωθεί», ανέφερε. Οι επιστήμονες θέλησαν να διαπιστώσουν αν αυτή η αίσθηση ανταποκρινόταν πράγματι στις επιδόσεις των ανθρώπων σε αντικειμενικά τεστ μνήμης.
Συνολικά, 2.690 άτομα, από 30 έως 90 ετών, συμμετείχαν στη μελέτη απαντώντας οι ίδιοι για τη μνήμη τους, ενώ παράλληλα είχαν υποβληθεί και σε ειδικά τεστ μνήμης. Όλοι είχαν αίσθηση «κακής μνήμης».
«Γρήγορα διαπιστώσαμε ότι τα αντικειμενικά τεστ μνήμης δεν εξηγούσαν επαρκώς το πώς οι άνθρωποι αξιολογούσαν τη μνήμη τους», είπε ο Χόλμβικ.
Οι ερευνητές εξέτασαν στη συνέχεια άλλους παράγοντες και διαπίστωσαν ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες και η γενική ευεξία επηρέαζαν πολύ περισσότερο την αντίληψη για τη μνήμη. Όσο περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα αντιμετώπιζε κάποιος, τόσο περισσότερες δυσκολίες μνήμης ανέφερε.
Οι παράγοντες που συνδέθηκαν πιο έντονα με την αίσθηση κακής μνήμης ήταν:
- συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης,
- προβλήματα ύπνου,
- κόπωση,
- χρόνιος πόνος,
- αρτηριακή πίεση,
- εξασθενημένη λεκτική μνήμη,
- χαμηλότερος δείκτης νοημοσύνης στα 18 έτη.
Η Χόμπεργκ τόνισε ότι το γεγονός πως η προσωπική αίσθηση μνήμης δεν συμβαδίζει πάντα με τις αντικειμενικές μετρήσεις δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοείται.
«Συχνά αυτό που αισθανόμαστε για την υγεία μας είναι πιο σημαντικό από ό,τι μπορούν να καταγράψουν οι εξετάσεις. Ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά, ακόμη κι αν δεν μπορεί να το περιγράψει ακριβώς», ανέφερε.
Οι άνθρωποι συνδέουν τη μνήμη κυρίως με τις λέξεις
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε τρία διαφορετικά τεστ μνήμης. Το λεκτικό τεστ, που αφορούσε την απομνημόνευση λέξεων, είχε τη μεγαλύτερη σύνδεση με την υποκειμενική αίσθηση μνήμης.
Αντίθετα, η σύνδεση ήταν ασθενής με άλλα τεστ που αφορούσαν τη χωρική μνήμη και την αναγνώριση μοτίβων.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη μνήμη κυρίως ως ικανότητα να θυμούνται λέξεις, συζητήσεις ή πράγματα που διάβασαν και άκουσαν», εξήγησε η Χόμπεργκ.
Στα αντικειμενικά τεστ, η χαμηλότερη λεκτική μνήμη συνδέθηκε με αυξημένη περιφέρεια μέσης και διαβήτη.
Αντίθετα, στην αυτοαξιολόγηση της μνήμης, τόσο η υψηλή όσο και η χαμηλή αρτηριακή πίεση συνδέθηκαν με αρνητική εικόνα.
Οι ερευνητές εντόπισαν και διαφορές ανάμεσα στα φύλα.
«Οι άνδρες ανέφεραν περισσότερα προβλήματα μνήμης από τις γυναίκες, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με παλαιότερες μελέτες», δήλωσε ο Χόλμβικ.
Μάλιστα, γυναίκες με χαμηλές επιδόσεις στη λεκτική μνήμη θεωρούσαν ότι η μνήμη τους ήταν καλύτερη από εκείνη ανδρών με αντίστοιχες επιδόσεις.
«Η υποκειμενική και η αντικειμενική μνήμη δεν είναι το ίδιο»
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα έχουν σημασία ακόμη και για την καθημερινή ιατρική πρακτική.
Όταν ένας γιατρός ρωτά έναν ασθενή πώς αισθάνεται τη μνήμη του, πρέπει να γνωρίζει ότι η απάντηση επηρεάζεται έντονα από ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες.
«Η υποκειμενική και η αντικειμενική μνήμη δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μετρούν διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης λειτουργίας», τόνισε ο Χόλμβικ.
Η ειδική σύμβουλος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Γήρανσης και Υγείας της Νορβηγίας, Ίνγκερ Μόλβικ, χαρακτήρισε τη μελέτη ιδιαίτερα σημαντική.
Όπως ανέφερε, η έρευνα βοηθά να κατανοηθεί γιατί κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται ότι έχουν προβλήματα μνήμης, παρότι οι εξετάσεις τους βρίσκονται εντός φυσιολογικών ορίων.
- Η Ταΐβάν ήταν ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» των Τραμπ και Σι
- Από τις απεργίες των ταξί στις προσφυγές των ΕΙΧ: Το νομοσχέδιο ανοίγει νέο μέτωπο και μετά την ψήφισή του
- «Γαλάζιο» συνέδριο με το βλέμμα στις κάλπες: Οι εσωκομματικές ισορροπίες, οι απουσίες, το στοίχημα της συσπείρωσης
- Γιατί έφυγε η Γκελεστάθη από τη ΝΔ, τα χτυπήματα που εκνευρίζουν το Μαξίμου και το άγχος του Παππά για την επιτροπή ψηφοδελτίων του Τσίπρα