Υγεία|15.05.2026 20:40

Γονεϊκότητα και ύπνος: Στερούνται οι σύγχρονοι γονείς περισσότερο ύπνο από τους προγόνους μας;

Newsroom

«Πόσο εξαντλητικό είναι να είσαι γονιός;». Όταν μια θαρραλέα ψυχή έθεσε αυτό το ερώτημα σε ένα φόρουμ γονέων στο Reddit, περισσότερες από 400 απαντήσεις κατέκλυσαν τη συζήτηση. «Πάρα πολύ. Είναι απίστευτα εξαντλητικό και είναι κυριολεκτικά ΣΥΝΕΧΕΣ», έγραψε ένας χρήστης, ένα συναίσθημα που επαναλήφθηκε από εκατοντάδες άλλους.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι γονείς αισθάνονται σήμερα τόσο βαθιά εξαντλημένοι και δεν έχουν όλοι να κάνουν με τον ύπνο. Για παράδειγμα, πολλές οικογένειες μεγαλώνουν τα παιδιά τους χωρίς υποστήριξη από κοινότητα ή συγγενείς, ενώ οι γονείς συχνά πρέπει να ισορροπούν ανάμεσα στην εργασία και την ανατροφή των παιδιών. Ταυτόχρονα, ο ύπνος πολλών φροντιστών πράγματι αλλάζει μετά την απόκτηση παιδιών, είτε λόγω των νυχτερινών γευμάτων ενός βρέφους είτε λόγω ενός παιδιού προσχολικής ηλικίας που ξυπνά στις 05:00.

Όπως σημειώνει το BBC, δεδομένου ότι οι άνθρωποι μεγαλώνουν παιδιά όσο υπάρχει το ανθρώπινο είδος, φαίνεται φυσικό να υποθέσει κανείς ότι οι γονείς στερούνταν ύπνου εδώ και χιλιετίες. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό πιθανότατα δεν ισχύει. Τι έκαναν λοιπόν διαφορετικά οι πρόγονοί μας, και υπάρχει κάτι που μπορούμε να μάθουμε από αυτούς;

Πόσο κοιμούνται πραγματικά οι γονείς

Στην καθημερινή συζήτηση, η γονεϊκότητα και η έλλειψη ύπνου θεωρούνται σχεδόν συνώνυμες έννοιες. Ωστόσο, τα στοιχεία για το πόσο ύπνο χάνουν οι γονείς μετά τη γέννηση ενός παιδιού είναι μικτά και εξαρτώνται από τον πολιτισμό.

Μια μελέτη, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι οι πρωτότοκες μητέρες στη Γερμανία κοιμούνται κατά μέσο όρο μία ώρα λιγότερο κάθε βράδυ τους πρώτους τρεις μήνες μετά τη γέννηση του μωρού τους σε σύγκριση με πριν από την εγκυμοσύνη. Οι πατέρες χάνουν περίπου το 1/3 της ώρας. Παρότι η διάρκεια ύπνου αυξήθηκε μετά το χαμηλότερο σημείο των τριών μηνών, κανένας από τους δύο γονείς δεν είχε επιστρέψει πλήρως στα επίπεδα ύπνου πριν την εγκυμοσύνη ακόμη και μετά από έξι χρόνια.

Ωστόσο, η συνολική διαφορά μεταξύ γονέων και μη γονέων μετά την περίοδο λοχείας δεν είναι τόσο μεγάλη όσο ίσως πιστεύει κανείς. Κατά μέσο όρο, η γερμανική μελέτη, που εξέτασε σχεδόν 40.000 άτομα, διαπίστωσε ότι οι γονείς με τουλάχιστον ένα παιδί κάτω των έξι ετών ανέφεραν ότι κοιμούνται περίπου επτά ώρες τη νύχτα. Οι μη γονείς κοιμούνταν μόλις 10 λεπτά περισσότερο οι γυναίκες και 14 λεπτά περισσότερο οι άνδρες.

Παράλληλα, δεδομένα από έρευνα του 2024 στις ΗΠΑ έδειξαν ότι οι γονείς παιδιών κάτω των έξι ετών περνούν κατά μέσο όρο από οκτώ έως εννέα ώρες στο κρεβάτι κάθε βράδυ, δηλαδή μέσα στα συνιστώμενα όρια. Παρόμοια, μια γαλλική μελέτη που παρακολούθησε περισσότερα από 400 ζευγάρια για 36 μήνες μετά τη γέννηση βρήκε ότι τόσο οι μητέρες όσο και οι πατέρες κατέγραφαν κατά μέσο όρο οκτώ ώρες ύπνου ή και περισσότερο σε όλα τα χρονικά σημεία (αν και κάποιοι κοιμούνταν μόλις 4,25 ώρες τη νύχτα, ενώ άλλοι έως και 12).

Φυσικά, τα περισσότερα από αυτά τα στοιχεία βασίζονται σε αυτοαναφορές, οπότε οι άνθρωποι μπορεί να υπερεκτιμούν ή να υποεκτιμούν τον ύπνο τους, π.χ. υπολογίζοντας από την ώρα που πήγαν στο κρεβάτι και όχι από τη στιγμή που αποκοιμήθηκαν.

Παρόλα αυτά, τα στοιχεία υποδηλώνουν συνολικά ότι πολλοί γονείς κοιμούνται σχετικά ικανοποιητικά, αν και με μεγάλη ποικιλία. Και όταν οι ερευνητές εξετάζουν τα πρότυπα ύπνου σε σύγχρονες κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών - κάτι που βοηθά να κατανοήσουμε πώς πιθανώς ζούσαν οι πρόγονοί μας - τα αποτελέσματα δεν διαφέρουν πολύ. Μια ανάλυση τριών κοινωνιών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών διαπίστωσε ότι οι ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των γονέων) περνούσαν από 6,9 έως 8,5 ώρες τη νύχτα στο κρεβάτι. Επειδή όμως ξυπνούσαν συχνά, ο πραγματικός χρόνος ύπνου κυμαινόταν από 5,7 έως 7,1 ώρες ανά νύχτα.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι σύγχρονοι γονείς στις βιομηχανικές κοινωνίες αναφέρουν σταθερά ότι αισθάνονται πολύ πιο κουρασμένοι και εξαντλημένοι από τους ανθρώπους σε κοινωνίες τροφοσυλλεκτών. Οι επιστήμονες προσπαθούν να λύσουν το μυστήριο του γιατί συμβαίνει αυτό.

Η αντίληψη του ύπνου

Στις κοινωνίες τροφοσυλλεκτών, σχεδόν όλοι οι ενήλικες - πολλοί από τους οποίους είναι γονείς - δηλώνουν πολύ ικανοποιημένοι με τον ύπνο τους, λέει ο εξελικτικός ανθρωπολόγος Ντέιβιντ Σάμσον, διευθυντής του εργαστηρίου Sleep and Human Evolution του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Ο Σάμσον πέρασε τρεις μήνες ζώντας με τους Hadza, μια κοινωνία τροφοσυλλεκτών στη βόρεια Τανζανία, για να μελετήσει τα πρότυπα ύπνου τους. «Όταν ρωτάς τους Hadza “ο ύπνος σου είναι καλός ή κακός;”, απαντούν “είναι καλός”», λέει.

Αντίθετα, όταν γονείς σε σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες ερωτώνται για την ποιότητα του ύπνου τους, συνήθως τη βαθμολογούν χαμηλά. Στη γερμανική μελέτη, για παράδειγμα, οι μητέρες αξιολόγησαν την ικανοποίησή τους από τον ύπνο με 6,57 σε κλίμακα 0-10 και οι πατέρες με 7,03. Στη γαλλική μελέτη, σχεδόν τα 3/4 των μητέρων με μωρά τριών μηνών δήλωσαν ότι δεν είχαν κοιμηθεί αρκετά. Δεν είναι όμως ότι οι σύγχρονοι γονείς ξυπνούν πιο συχνά. Έρευνες του Σάμσον και άλλων έδειξαν ότι οι άνθρωποι σε κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών ξυπνούν συνήθως συχνότερα μέσα στη νύχτα από ό,τι εμείς.

Μέρος αυτού ίσως οφείλεται στο ότι μόλις μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση αρχίσαμε να δίνουμε έμφαση στον «συνεχή» ύπνο, λέει η Έλεν Μπολ, διευθύντρια του Κέντρου Βρεφικής Ηλικίας και Ύπνου του Ντάραμ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η έννοια αυτή δεν είναι ακόμη παγκοσμίως διαδεδομένη. Πρόσφατα επέβλεψε ερευνητικό έργο που συνέκρινε τον ύπνο εφήβων σε δύο αγροτικά χωριά του Μεξικού με εκείνων στην Πόλη του Μεξικού. Στα χωριά, «η ιδέα του να κοιμάσαι σαν κούτσουρο είναι άγνωστη», λέει. «Μόνο στην Πόλη του Μεξικού ήταν οικεία έννοια».

Οι πρόγονοί μας ίσως απλώς δεν είχαν πρακτική ανάγκη να κοιμούνται βαθιά και αδιάκοπα. «Δεν είχαν την πίεση να δουλεύουν 9 με 5 ή 8 με 5, που απαιτεί να έχεις κοιμηθεί συγκεκριμένες ώρες για να λειτουργήσεις την επόμενη μέρα και μάλιστα με ασφάλεια», λέει η Μπολ. «Δεν οδηγούσαν αυτοκίνητα. Δεν χειρίζονταν βαριά μηχανήματα. Αυτά που θεωρούμε σημαντικά σήμερα απλώς δεν αποτελούσαν ζητήματα τότε».

Το περιβάλλον ύπνου

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο οι αρχαίοι γονείς προσέγγιζαν διαφορετικά τον ύπνο σε σχέση με πολλούς από εμάς σήμερα. Όταν ο Σάμσον έμεινε με τους Hadza, περιέγραψε συνήθεις γονεϊκές πρακτικές στις ΗΠΑ, όπως το να ενθαρρύνουν τα μωρά να κοιμούνται χωριστά από τους φροντιστές τους. «Με κοίταξαν σαν να ήμουν τρελός», λέει. «Ήταν σαν να έλεγαν: “Γιατί; Γιατί; Γιατί;”… Ένιωσα άσχημα ακόμη και που έκανα την ερώτηση.»

Οι μητέρες των Hadza, όπως και σε πολλούς άλλους πολιτισμούς και σχεδόν σε κάθε κοινωνία κυνηγών-τροφοσυλλεκτών που έχει μελετηθεί, κοιμούνται μαζί με τα μωρά τους και θηλάζουν μέσα στη νύχτα. Αυτή η πρακτική έχει ονομαστεί «breastsleeping» από τον ανθρωπολόγο Τζέιμς ΜακΚένα, ιδρυτή και διευθυντή του Εργαστηρίου Συμπεριφορικής Μελέτης Ύπνου Μητέρας-Βρέφους στο Πανεπιστήμιο Notre Dame στην Ιντιάνα των ΗΠΑ. «Δεν υπάρχει απλώς βρεφικός ύπνος ή μητρικός ύπνος, θηλασμός ή μη θηλασμός», λέει ο ΜακΚένα. «Όλα είναι στενά αλληλένδετα. Το σώμα της μητέρας γίνεται το περιβάλλον του μωρού».

Τα ευρήματα σχετικά με το πώς το breastsleeping επηρεάζει τον ύπνο της μητέρας είναι ανάμεικτα. Ωστόσο, ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι επηρεάζει το πόσο ξεκούραστοι αισθάνονται οι νέοι γονείς. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι ο συνολικός χρόνος ύπνου δεν διαφέρει σημαντικά μεταξύ μητέρων που μοιράζονται το κρεβάτι με το μωρό και εκείνων που δεν το κάνουν. Οι μητέρες που κοιμούνται μαζί με το βρέφος ξυπνούν λίγο περισσότερο μέσα στη νύχτα, αλλά φαίνεται να ξανακοιμούνται πιο γρήγορα. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στον τρόπο που βιώνουν οι ίδιες την εμπειρία.

«Οι μητέρες δεν αντιλαμβάνονται πόσο συχνά θηλάζουν τη νύχτα ή πόσο συχνά ελέγχουν τα μωρά τους», λέει η Μπολ. Μπορεί να μην ξυπνούν πλήρως κατά τη διάρκεια του θηλασμού ή απλώς να ξεχνούν τα ξυπνήματα. Αυτό ίσως είναι το κλειδί που τις κάνει να αισθάνονται πιο αναζωογονημένες την επόμενη μέρα. Αυτό συνάδει με έρευνες που δείχνουν ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον ύπνο μας μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα ενέργειάς μας. Λιγότερο αυστηρές προσδοκίες για τον ύπνο ίσως όχι μόνο μας βοηθούν να χαλαρώνουμε τη νύχτα αλλά και να νιώθουμε λιγότερη κόπωση μέσα στην ημέρα, ανεξάρτητα από το πώς κοιμηθήκαμε.

Επειδή οι μητέρες που εφαρμόζουν breastsleeping θηλάζουν αντί να χρησιμοποιούν φόρμουλα ή αντλία, η ποιότητα του ύπνου τους μπορεί επίσης να βελτιώνεται λόγω της ορμόνης προλακτίνης, η οποία αυξάνεται κατά τον θηλασμό και προκαλεί υπνηλία. Μια μελέτη σε 133 μητέρες βρήκε ότι αυτές που θήλαζαν κοιμούνταν περίπου 40-45 λεπτά περισσότερο από εκείνες που χρησιμοποιούσαν φόρμουλα, ενώ άλλη μελέτη σε 120 μητέρες διαπίστωσε ότι όσες θήλαζαν αποκλειστικά κοιμούνταν περίπου 30 λεπτά περισσότερο κάθε βράδυ τον πρώτο μήνα μετά τον τοκετό.

Ο ίδιος ο Σάμσον δηλώνει ένθερμος υποστηρικτής αυτής της πρακτικής. Εκείνος και η σύζυγός του πέρασαν τους πρώτους τρεις μήνες της ζωής της κόρης τους παλεύοντας να κοιμηθούν αρκετά, μέχρι που δοκίμασαν το ίδιο breastsleeping που είχε δει στους Hadza, ακολουθώντας τις οδηγίες δημόσιας υγείας για ασφαλές co-sleeping. «Η ζωή μας άλλαξε εντελώς», λέει. «Η σύζυγός μου δεν χρειαζόταν να σηκώνεται ή να ξυπνά πλήρως, απλώς καταλάβαινε “α, τώρα θηλάζει” και μετά μπαμ, ξανά ύπνος. Και αυτό άλλαξε τα πάντα».

Δεν έχουν όλες οι μελέτες καταλήξει ότι ο ύπνος κοντά στο βρέφος βελτιώνει τον ύπνο των γονιών. Μια μελέτη που παρακολούθησε 139 οικογένειες κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της βρεφικής ηλικίας, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι οι μητέρες που μοιράζονταν το δωμάτιο ή το κρεβάτι με το βρέφος τους είχαν πιο διαταραγμένο ύπνο από εκείνες που δεν το έκαναν. Τα μωρά τους, ωστόσο, δεν ξυπνούσαν περισσότερο. (Φυσικά, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την αιτία από το αποτέλεσμα: μπορεί οι πιο επιφυλακτικές ή αγχώδεις μητέρες, που επίσης μπορεί να ξυπνούσαν πιο συχνά, να ήταν πιο πιθανό να θέλουν να κρατούν το μωρό κοντά τους τη νύχτα αντί να το βάζουν χωριστά.)

Η εγρήγορση κάνει τη διαφορά

Η ποιότητα της εγρήγορσης και το πόσο σε εγρήγορση είναι οι μητέρες κατά τη διάρκειά της πιθανότατα παίζει ρόλο. Για παράδειγμα, η συνηθισμένη συμβουλή να βάζει κανείς το μωρό σε κούνια ή ακόμη και σε διαφορετικό δωμάτιο, να παραμένει σε υψηλή εγρήγορση κατά τη διάρκεια του ταΐσματος ή της ηρεμίας του βρέφους, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να σκρολάρει στο κινητό, και να καταγράφει ώρες αφυπνίσεων και ταϊσμάτων - τίποτα από αυτά, φυσικά, δεν θα έκαναν οι πρόγονοί μας κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες.

Όλα αυτά τα ερεθίσματα στέλνουν στο σώμα το σήμα να παραμένει πλήρως σε εγρήγορση, λέει η Παμέλα Ντάγκλας, ανώτερη λέκτορας στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ στην Αυστραλία. Για κάποιες από αυτές τις πρακτικές, αυτός είναι ακριβώς ο στόχος. Ο κατά λάθος ύπνος με το μωρό σε χώρο που δεν είναι κατάλληλος για κοινό ύπνο - όπως καναπές ή πολυθρόνα - μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου έως και 67 φορές. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι επαγγελματίες υγείας συμβουλεύουν τους γονείς να κάνουν ό,τι χρειάζεται για να παραμένουν πλήρως ξύπνιοι κατά τη διάρκεια των νυχτερινών ταϊσμάτων.

Ένα μειονέκτημα, όμως, είναι ότι αυτό δεν λειτουργεί πάντα, με αποτέλεσμα οι γονείς μερικές φορές να αποκοιμούνται σε αυτούς τους ιδιαίτερα επικίνδυνους χώρους. Ένα άλλο είναι ότι μπορεί στη συνέχεια να δυσκολεύονται να ξανακοιμηθούν αφού φροντίσουν το μωρό τους, κάτι που τελικά επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου, όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές. Για την ασφάλεια γονέων και παιδιών, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη έρευνα για την ποιότητα του γονεϊκού ύπνου, η Ντάγκλας έχει ιδρύσει ένα πρόγραμμα παρέμβασης στον ύπνο με το όνομα Possums. Η δουλειά της, πέρα από την προώθηση στρατηγικών ενσυνειδητότητας και χαλάρωσης, προτείνει για παράδειγμα οι γονείς να μην καταγράφουν αυστηρά τα ξυπνήματα και τα ταΐσματα. Προτείνει επίσης να επιτρέπεται στα μωρά να «κοιμούνται ενώ θηλάζουν».

«Φτιαγμένοι για να χάνουμε ύπνο… με υποστήριξη»

Οι άνθρωποι παρουσιάζουν μια εντυπωσιακή αντίφαση: σε σύγκριση με άλλα είδη, τα μωρά μας γεννιούνται εξαιρετικά ανώριμα και απαιτούν πάρα πολλά από τους φροντιστές τους, λέει η Σάρα Μπλάφερ Χέρντι, καθηγήτρια ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ντέιβις των ΗΠΑ. Όμως το περιβάλλον των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στο οποίο επέζησαν οι πρόγονοί μας για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ήταν δύσκολο, όπου οι άνθρωποι έπρεπε να δαπανούν πολλή ενέργεια και χρόνο απλώς για την εξασφάλιση τροφής.

Σε αντίθεση με σήμερα, όμως, είχαν βοήθεια - πολλή βοήθεια - ώστε να αφιερώνουν τον απαραίτητο χρόνο και πόρους σε κάθε παιδί, ενώ ταυτόχρονα μπορούσαν να έχουν αρκετά παιδιά για να διασφαλίζεται η επιβίωση του πληθυσμού. «Δεν υπάρχει περίπτωση αυτός ο πληθυσμός να μην είχε εξαφανιστεί, δεν υπάρχει περίπτωση αυτό το είδος να είχε εξελιχθεί», λέει η Χέρντι, «αν οι μητέρες δεν είχαν τόσο γονεϊκή όσο και υποστηρικτική φροντίδα από άλλους για τη στήριξη των παιδιών».

Αυτοί οι «συν-φροντιστές» περιλάμβαναν συγγενείς, ιδιαίτερα γιαγιάδες και μεγαλύτερα αδέλφια, αλλά συχνά και άτομα με πιο χαλαρούς συγγενικούς δεσμούς. Ανθρωπολόγοι που παρατήρησαν τους Efe της Κεντρικής Αφρικής, για παράδειγμα, διαπίστωσαν ότι τα βρέφη 18 εβδομάδων περνούν το 60% του χρόνου τους υπό τη φροντίδα άλλου ατόμου εκτός της μητέρας τους και συχνά θηλάζουν από γυναίκες που δεν είναι η μητέρα τους. Σε πολλές βιομηχανοποιημένες κοινωνίες, αυτό το μοντέλο έχει σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί. Η πιο κοντινή του αντικατάσταση, η αμειβόμενη φροντίδα παιδιών, μπορεί να δημιουργεί και αυτή πιέσεις, μεταξύ των οποίων και οικονομικές.

Σήμερα, πολλές οικογένειες ζουν μια «διπλή βάρδια»: φροντίδα παιδιών και εργασία εκτός σπιτιού. Στις ΗΠΑ, περισσότερα από 5 στα 10 νοικοκυριά με παιδιά είναι διπλού εισοδήματος, ενώ στην ΕΕ περισσότερα από 6 στα 10. Υπάρχουν επίσης έμφυλες ανισότητες, με το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας και των οικιακών εργασιών να πέφτει συνήθως στις γυναίκες - κάτι που κάνει τις μητέρες ιδιαίτερα πιο κουρασμένες.

Σε σύγκριση με τις κοινωνίες τροφοσυλλεκτών, είναι επίσης πιο συνηθισμένο να υπάρχουν περισσότερα παιδιά με μικρότερη ηλικιακή απόσταση. Ανθρωπολόγοι, συμπεριλαμβανομένης της Χέρντι, έχουν διαπιστώσει ότι στις κοινωνίες τροφοσυλλεκτών τα μωρά γεννιούνταν συνήθως με διαφορά περίπου τεσσάρων ετών. Όταν οι κοινωνίες έγιναν αγροτικές και εγκατεστημένες, οι μητέρες άρχισαν να κάνουν περισσότερα παιδιά σε μικρότερα διαστήματα. Έτσι, για τους προγόνους μας, το να φροντίζουν μόνο ένα μωρό ή νήπιο τη φορά πιθανότατα μείωνε επίσης την εξάντληση.

Ως αποτέλεσμα, είναι πιθανό ότι οι αλλαγές στον ύπνο και στον τρόπο ζωής είναι αυτές που έχουν οδηγήσει τους σημερινούς γονείς να νιώθουν τόσο καταβεβλημένοι και στερημένοι ύπνου, και όχι απαραίτητα η ίδια η έλλειψη ύπνου. Παρόλα αυτά, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι έχουμε εξελιχθεί ώστε να αντέχουμε την πίεση της στέρησης ύπνου στην πρώιμη γονεϊκότητα, επειδή αποτελεί εξελικτική προσαρμογή για την επιβίωση του είδους, και είναι η κουλτούρα γύρω μας που κάνει αυτή την αντοχή πιο δύσκολη να διατηρηθεί.

«Έχουμε εξελιχθεί ώστε να είμαστε προσαρμοστικοί, να έχουμε ευελιξία, να μπορούμε να διαχειριζόμαστε κρίσεις και διαφορετικές φάσεις της ζωής», λέει ο Σάμσον. «Υπάρχουν απλώς περίοδοι στη ζωή όπου αυτό αξίζει. Μετατοπίζεις τη λειτουργία από τη “μακροζωία” σε μια αποστολή κρίσιμης σημασίας στο παρόν. Και πιστεύω ότι η αναπαραγωγή είναι μία από αυτές τις περιόδους». Άρα, υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου είναι εντάξει να χάνεις ύπνο; «Από την οπτική της εξελικτικής ανθρωπολογίας, 100% ναι».

παιδιάμητρότηταέρευναγονείςμητέρεςεγκυμοσύνηύπνοςγυναίκεςμελέτηειδήσεις τώρα