Θέατρο|22.02.2026 12:10

Άννα Μάσχα στο ethnos.gr: «Δεν με απασχολεί αν κάτι χαρακτηρίζεται εμπορικό ή εναλλακτικό, με νοιάζει να είναι αληθινό»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η Άννα Μάσχα ανήκει σε εκείνες τις ηθοποιούς που σε κερδίζουν αμέσως, από την πρώτη στιγμή. Η παρουσία της, είτε πάνω στη σκηνή είτε μπροστά στον φακό είτε σε μια συνάντηση από κοντά μεταφέρει μια ηρεμία, μια ευαισθησία και μια τρυφερότητα που σε κάνουν να νιώθεις οικεία μαζί της. Η σχέση της με την υποκριτική άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά, μέσα από εικόνες και ιστορίες που άναψαν τη φαντασία της.

Αν και ως μαθήτρια είχε παρακολουθήσει ελάχιστες παραστάσεις, η μητέρα της, που αγαπούσε πολύ το θέατρο, της μιλούσε συχνά για έργα και σπουδαίους ηθοποιούς, όπως ήταν η Μελίνα Μερκούρη και ο Γιάννης Φέρτης. Οι εικόνες αυτές ρίζωσαν μέσα της και καλλιέργησαν μια έλξη που δυνάμωνε όλο και περισσότερο με τον χρόνο. Στη Γ’ Λυκείου, η επαφή της με τα έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ που παρακολουθούσε κάθε Δευτέρα στην ΕΡΤ, την οδήγησε να επιλέξει την Αγγλική Φιλολογία. Εκεί οι καθηγητές της διέκριναν το ταλέντο της και ενθάρρυναν να δοκιμάσει στο Εθνικό Θέατρο, όπου έγινε δεκτή και ξεκίνησε μια πορεία γεμάτη με επιτυχίες. Κάθε της ερμηνεία σου αφήνει την αίσθηση ότι έζησες κάτι ουσιαστικό, κάτι που μένει μέσα σου.

Σήμερα, η Άννα Μάσχα πρωταγωνιστεί στην καθημερινή σειρά «Το Παιδί» στην ΕΡΤ1, καθώς και στην παράσταση «Αλεξάνδρεια», σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού, στο θέατρο Παλλάς, προσεγγίζοντας κάθε της ρόλο με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αφοσίωση. Περισσότεροι από 60.000 θεατές έχουν ήδη ζήσει τη μαγεία της «Αλεξάνδρειας», επιβεβαιώνοντας την ξεχωριστή της θέση ανάμεσα στις σημαντικότερες παραγωγές της σεζόν. Η παράσταση επιστρέφει από τις 14 Μαρτίου, ανταποκρινόμενη στη θερμή ανταπόκριση του κοινού.

Πώς νιώθετε για αυτή τη μεγάλη επιτυχία και τα συνεχόμενα sold out της «Αλεξάνδρειας»;

Νιώθω βαθιά χαρά και ικανοποίηση. Από την πρώτη στιγμή πίστεψα σε αυτή την παράσταση. Είχα την αίσθηση ότι θ' αγαπηθεί από το κοινό. Το όνομα του Φωκά Ευαγγελινού αποτελεί από μόνο του μια εγγύηση ποιότητας και διαθέτει ένα πιστό κοινό που τον ακολουθεί. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρώ πως δημιουργήσαμε μια πραγματικά όμορφη και προσεγμένη δουλειά, με φροντίδα και αφοσίωση απ' όλους. Ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχα σε μια χειμερινή παραγωγή τέτοιου μεγέθους, σε τόσο μεγάλο θέατρο και για τόσο εκτεταμένο χρονικό διάστημα. Δεν μπορούσα να γνωρίζω με βεβαιότητα την πορεία που θ' ακολουθούσε, ωστόσο είχα μια πίστη ότι θα πάει καλά. Το γεγονός ότι ο κόσμος γεμίζει το θέατρο και επιβραβεύει την προσπάθειά μας είναι για μένα η μεγαλύτερη δικαίωση.

Όπως είπατε, είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνετε τον χειμώνα σε μια τόσο μεγάλη σκηνή. Πώς βιώνετε αυτή την εμπειρία;

Έχω εμφανιστεί και στο παρελθόν σε μεγάλες αίθουσες, όπως στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αλλά ποτέ για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως συμβαίνει τώρα με την «Αλεξάνδρεια». Η εμπειρία του να βλέπεις κάθε βράδυ ένα κατάμεστο θέατρο να σε χειροκροτεί είναι πραγματικά συγκλονιστική.

Βέβαια, το μέγεθος της σκηνής αλλάζει τα πάντα. Είναι μια διαφορετική «πίστα». Σ' έναν μεγάλο χώρο διαφοροποιούνται ουσιαστικά οι τεχνικές απαιτήσεις, τόσο για τον ηθοποιό όσο και για τον σκηνοθέτη. Άλλο είναι να στήσεις μια παράσταση σε έναν μικρό, πιο οικείο χώρο και άλλο σε μια μεγάλη σκηνή. Προσωπικά πιστεύω ότι οι μεγάλοι χώροι απαιτούν λιτότητα και καθαρότητα στην έκφραση, αλλά ταυτόχρονα μεγαλύτερη ένταση και πιο ευδιάκριτες κινήσεις. Οι πολύ νατουραλιστικές, λεπτομερείς προσεγγίσεις — όπως θα λειτουργούσαν σ' ένα κινηματογραφικό κοντινό πλάνο — δεν «στέκουν» με τον ίδιο τρόπο. Η ενέργεια, η πρόθεση, η σωματικότητα, η φωνή, όλα πρέπει να φτάνουν μέχρι την τελευταία σειρά. Αυτό επηρεάζει αναπόφευκτα και τον τρόπο που προσεγγίζεις τον ρόλο.

Θεωρείτε ότι η συμμετοχή σας σε ένα πιο εμπορικό θέαμα άλλαξε κάτι στον τρόπο που προσεγγίζετε έναν ρόλο σας;

Σε καλλιτεχνικό επίπεδο δεν ένιωσα ότι άλλαξε η «γλώσσα» επικοινωνίας που είχα συνηθίσει από τις πιο εναλλακτικές σκηνές στις οποίες έχω εργαστεί. Με τον θίασο συνεννοούμαστε με τους ίδιους όρους, με την ίδια σοβαρότητα και διάθεση για πραγματική καλλιτεχνική αναζήτηση. Αυτό που διαφοροποιείται είναι το ίδιο το αντικείμενο και φυσικά η κλίμακα της παραγωγής.

Πρόκειται για ένα θέαμα που απευθύνεται σε πολύ ευρύτερο κοινό, και αυτό από μόνο του δημιουργεί άλλες συνθήκες. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο «εμπορικό» και το «εναλλακτικό» θέατρο έχει κυρίως να κάνει με το μέγεθος του κοινού και των χώρων. Οι καλλιτεχνικοί όροι της δουλειάς, όμως, για μένα παρέμειναν οι ίδιοι. Η μεγαλύτερη διαφορά είναι το πλήθος των θεατών. Αυτή η αίσθηση ότι απευθύνεσαι σε τόσο πολλούς ανθρώπους κάθε βράδυ. Παρ’ όλα αυτά, στον πυρήνα της, η προσέγγισή μου απέναντι στη δημιουργία δεν άλλαξε. Παραμένει η ίδια ανάγκη για αλήθεια, ουσία και ουσιαστική επικοινωνία με το κοινό.

Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεστε με τον Φωκά Ευαγγελινό. Πώς είναι αυτή η συνεργασία;

Για μένα αποτελεί μια πολύ όμορφη και ξεχωριστή εμπειρία. Αυτό που κρατώ περισσότερο από αυτή τη συνεργασία είναι ο ίδιος ο Φωκάς. Η γνωριμία μαζί του ήταν για μένα ένα πραγματικό δώρο. Υπάρχουν πολλές πτυχές του που με εντυπωσίασαν βαθιά, σε σημείο που κάποιες φορές έμεινα κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό. Καλλιτεχνικά, παρότι δεν είναι σκηνοθέτης με τη στενή έννοια του όρου, διαθέτει μια εξαιρετική διαίσθηση για το τι ακριβώς θέλει να δει επάνω στη σκηνή και ξέρει πώς να το οικοδομήσει με ακρίβεια και αισθητική αρτιότητα. Έχει μια καθαρή, δυνατή ματιά και καταφέρνει να σου εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Αυτή η αίσθηση ασφάλειας που δημιουργεί είναι ανεκτίμητη για έναν ηθοποιό.

Επίσης, εκείνο που θαυμάζω ιδιαίτερα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα. Για τον Φωκά, κάθε δυσκολία έχει λύση. Και αυτό είναι πραγματική ευλογία. Ειδικά για ανθρώπους σαν εμένα, που μπορεί ν' απογοητεύονται εύκολα ή να αγχώνονται μπροστά σε διάφορες δυσκολίες. Διαθέτει μια φωτεινότητα, μια αισιοδοξία και μια επιμονή στη δουλειά. Είναι σοβαρός χωρίς να γίνεται σοβαροφανής και αυτό κάνει όλη τη διαφορά.

Τι σας συγκινεί περισσότερο από τα σχόλια που σας κάνει ο κόσμος μετά το τέλος της παράστασης; 

Κάθε βράδυ συναντάμε θεατές που έχουν προσωπικό δεσμό με την πόλη είτε οι ίδιοι είτε μέσα από τις οικογενειές τους. Πολλοί μάς πλησιάζουν μετά την παράσταση με δάκρυα στα μάτια. Αυτό αποδεικνύει πως η ιστορία δεν αποτελεί απλώς μια αφήγηση του παρελθόντος, αλλά αγγίζει ένα συλλογικό βίωμα, μια μνήμη που παραμένει ζωντανή. Πιστεύω ότι αυτή η συναισθηματική ταύτιση είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η παράσταση επικοινωνεί τόσο άμεσα και ουσιαστικά με το κοινό.

Πώς θα περιγράφατε την ηρωίδα σας;

Πρόκειται για τον κεντρικό και μεγαλύτερο ρόλο του έργου. Η παράσταση ξεδιπλώνει ουσιαστικά τις αναμνήσεις αυτής της γυναίκας, οι οποίες παίρνουν σάρκα και οστά επί σκηνής. Είναι μια μοναχική γυναίκα, η οποία κάποια στιγμή χώρισε τη ζωή της στα δύο, αφήνοντας πίσω της σημαντικά κομμάτια που δεν ξαναβρήκε ποτέ. Όταν ήταν νέα πίστεψε στον εαυτό της και αυτό της έδωσε τη δυνατότητα να ξεφύγει από τη φτώχια και να εξελιχθεί σε σπουδαία ηθοποιό στην Αθήνα της δεκαετίας του ’60. Είναι μια γυναίκα δυναμική, με αυτοπεποίθηση και έντονη προσωπικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλά μέσα της μια βαθιά πληγή. Ένα μυστικό, ένα ένοχο βάρος που τη συνοδεύει σε όλη τη διαδρομή της. Αυτή η αντίφαση — η δύναμη και η ευαλωτότητα μαζί — είναι που την καθιστά τόσο ενδιαφέρουσα. Είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος με ελπίδα, αλλά και με πολλές σκιές. Μια γυναίκα που προχώρησε μπροστά, χωρίς ποτέ ν' αποκοπεί ολοκληρωτικά από το παρελθόν της, όσο κι αν το προσπάθησε.

Θα λέγατε ότι είναι και ένας χαρακτήρας με αντιφάσεις;

Ναι, αναμφίβολα. Οι αντιφάσεις της φαίνονται ήδη από τα νεανικά της χρόνια, όπως τα βλέπουμε μέσα από τον χαρακτήρα που ενσαρκώνει η ταλαντούχα Εριέττα Μανούρη. Βέβαια, σε εκείνη τη φάση της ζωής της θα μπορούσε κανείς να τις αποδώσει απλώς στη νεότητα. Για παράδειγμα, ενώ είναι βαθιά ερωτευμένη με τον Αλέξανδρο, αποφασίζει να του γυρίσει την πλάτη όταν μαθαίνει ότι της είπε ψέματα και μάλιστα βγαίνει επίτηδες με τον Άγγλο αξιωματικό για να τον πληγώσει. Την ίδια στιγμή, όμως, περιγράφει πως όταν πήγαινε μαζί του για τένις, τον φοβόταν κιόλας. Υπάρχει μια εσωτερική πάλη εκεί.

Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς αντιφάσεις ή περισσότερο άμυνες. Ίσως πρόκειται για εμπόδια που η ίδια βάζει στον εαυτό της, για να μην αποκαλύψει όλη την αλήθεια. Δεν μιλά ποτέ για την Αλεξάνδρεια. Είναι ένα κομμάτι της ζωής της που έχει κρατήσει ως μυστικό. Στην αρχή αντιστέκεται, αποφεύγει, αμύνεται στον νεαρό δημοσιογράφο που την επισκέπτεται στο καμαρίνι. Και ξαφνικά, αρχίζει να μιλά. Σχεδόν τα λέει όλα. Σταματά λίγο πριν από ένα κρίσιμο σημείο. Εκεί φαίνεται ότι υπάρχει κάτι που ακόμα την πληγώνει και δεν θέλει το αγγίξει. Αν ο θεατής διακρίνει αντιφάσεις στον χαρακτήρα της, το θεωρώ μεγάλο κέρδος. Οι αντιφάσεις κάνουν έναν χαρακτήρα πιο αληθινό, πιο πολύπλοκο, πιο ανθρώπινο, πιο ρεαλιστικό. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ μονοδιάστατοι.

Εσείς έχετε βρεθεί ποτέ σε μια αντίστοιχη θέση; Υπάρχουν πράγματα από το παρελθόν σας που δύσκολα επιστρέφετε σε αυτά;

Όχι, δεν νιώθω ότι έχω κάτι τόσο βαρύ μέσα μου, κάτι που να μην μπορώ να κοιτάξω κατάματα ή να μιλήσω γι’ αυτό. Δεν υπάρχει κάποιο σκοτεινό μυστικό που να με εμποδίζει να επιστρέψω στο παρελθόν μου.

Σε μια τόσο μεγάλη υπερπαραγωγή όπως η «Αλεξάνδρεια», με σκηνικά και βίντεο, υπάρχει ο φόβος να «χαθεί» ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή;

Είναι πολύ εύστοχη ερώτηση, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να την απαντήσω εγώ, γιατί αυτό το κρίνει ο θεατής. Υπάρχουν, βέβαια, στιγμές που νιώθω ξεκάθαρα τη σύνδεση με το κοινό. Όπως για παράδειγμα, όταν κλείνει η αυλαία και μένουμε μόνο εγώ και ο Χρήστος Νικολάου πάνω στη σκηνή, χωρίς βίντεο, χωρίς μουσική, χωρίς καπνό. Μόνο δύο ηθοποιοί και το κοινό. Εκεί καταλαβαίνω ότι η προσοχή είναι απόλυτα στραμμένη πάνω μας.

Όταν όμως συνυπάρχουν πολλά στοιχεία, τότε τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα. Το βίντεο, για παράδειγμα, είναι ένα πολύ ισχυρό μέσο. Ως θεατής κι εγώ η ίδια θα μπορούσα εύκολα να παρασυρθώ από μια δυνατή εικόνα. Στην πορεία, όμως, συνειδητοποίησα πως δεν έχει νόημα να προσπαθείς να «ανταγωνιστείς» όλα αυτά τα στοιχεία. Δεν είναι θέμα ποιος θα υπερισχύσει. Το ζητούμενο είναι να συνεργαστείς μαζί τους. Αν όλα λειτουργούν αρμονικά και όχι σε σύγκρουση, τότε δημιουργείται μια ενιαία σκηνική εικόνα. Και ο θεατής την προσλαμβάνει ως σύνολο. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να είμαι παρούσα, καθαρή και ουσιαστική. Το αν τελικά «χάνεται» ή όχι ο ηθοποιός μέσα σε μια τόσο πλούσια παραγωγή, αυτό μόνο όποιος την παρακολουθεί, μπορεί να μας απαντήσει με βεβαιότητα.

Το τελευταίο διάστημα η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει ενταθεί. Στην παράσταση τα βίντεο έχουν δημιουργηθεί με τη συμβολή της. Πιστεύετε ότι το ΑΙ μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα;

Από όσο έχω καταλάβει — γιατί ομολογώ ότι με την τεχνολογία δεν είμαστε και οι καλύτεροι φίλοι — το υλικό που χρησιμοποιείται στην παράσταση βασίζεται κυρίως σε αυθεντικές φωτογραφίες της εποχής. Αυτές επεξεργάστηκαν με τη βοήθεια ΑΙ ώστε να αποκτήσουν κίνηση, να «ζωντανέψουν». Έχουν γίνει και κάποιες μικρές παρεμβάσεις, ώστε να μην ταυτίζονται με υπαρκτά πρόσωπα και προκύψουν ζητήματα προσωπικών δεδομένων. Άρα δεν μιλάμε για κάτι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο από την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά για επεξεργασία υπαρκτού ιστορικού υλικού.

Τώρα, γενικά για το ΑΙ… νομίζω πως βρισκόμαστε στην αρχή μιας καινούργιας εποχής. Το «ποτάμι» δύσκολα γυρίζει πίσω. Η τεχνολογία έχει ήδη ενσωματωθεί στη ζωή μας και γιατί όχι και στο θέατρο. Στο τέλος της ημέρας, είναι ένα εργαλείο. Το ζήτημα είναι αν θα το χρησιμοποιήσουμε δημιουργικά ή αν θα του επιτρέψουμε να μας καπελώσει. Ακούγονται ήδη σενάρια για ένα μέλλον, όπου οι ηθοποιοί θα είναι ολογράμματα και ο θεατής θα τους παρακολουθεί από τον καναπέ του σπιτιού του. Δεν ξέρω πώς και αν θα φτάσουμε εκεί, ούτε τι θα σημαίνει αυτό για τους ανθρώπους που δουλεύουν στην τέχνη. Εκεί μπαίνουμε σε άλλες, πιο σύνθετες συζητήσεις. Αυτό που νιώθω, πάντως, είναι πως το θέατρο μπορεί να υπάρξει και χωρίς τεχνολογία. Δύο άνθρωποι, ένας χώρος και ένα κείμενο αρκούν. Ίσως, λοιπόν, να είναι από τις τέχνες που θα επηρεαστούν πιο αργά. Το σινεμά και η τηλεόραση μάλλον θα δεχθούν τις αλλαγές πολύ πιο άμεσα.

Παράλληλα, το έργο αγγίζει γεωπολιτικά παιχνίδια εξουσίας. Πόσο επίκαιρα σας φαίνονται όλα αυτά;

Τα παιχνίδια εξουσίας δεν σταμάτησαν ποτέ. Όπως ακούγεται στο τέλος της παράστασης, «οι μεγάλες δυνάμεις κάνουν τα δικά τους παιχνίδια και οι λαοί είναι εκείνοι που πληρώνουν το τίμημα». Αυτή η φράση συμπυκνώνει μια σκληρή αλήθεια που επαναλαμβάνεται στην Ιστορία ξανά και ξανά.

Φροντίζετε να ενημερώνεστε για όσα συμβαίνουν γύρω μας;

Ναι, ενημερώνομαι. Μπορεί να μην έχω πάντα τον χρόνο ή την ψυχική αντοχή να εμβαθύνω σε κάθε θέμα — είναι και τόσα πολλά — αλλά ξέρω τι συμβαίνει. Δεν ζω στον κόσμο μου.

Και πώς αντιδράτε;

Νομίζω πως περνάμε μια σκοτεινή και δύσκολη φάση, σε πολλά επίπεδα. Υπάρχουν στιγμές που αγωνιώ. Άλλες φορές σκέφτομαι — όχι μοιρολατρικά, αλλά ρεαλιστικά — ότι κάποια πράγματα σε ξεπερνούν. Η Ιστορία προχωρά με μια ορμή που δύσκολα περιορίζεται. Σκέφτομαι καμιά φορά τους παππούδες μου. Ήταν νέοι άνθρωποι όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν το επέλεξαν. Τους συνέβη. Πόσο μπορείς να αποφύγεις κάτι τέτοιο; Σε παρασύρει η εποχή, θέλεις δεν θέλεις. Ταυτόχρονα, διαβάζω πράγματα που με σοκάρουν. Καταστάσεις που πριν από λίγα χρόνια θα τις θεωρούσαμε επιστημονική φαντασία ή σενάριο θρίλερ, σήμερα είναι πραγματικότητα. Και εκεί πράγματι τρομάζεις. Αναρωτιέσαι αν αυτό που βλέπεις είναι αληθινό ή αν ζεις μέσα σε μια δυστοπία που γράφεται σε αληθινό χρόνο.

Κάθε φορά νιώθω ότι ενώ έχουμε φτάσει πάτο ως ανθρωπότητα, τελικά υπάρχει ακόμα πιο χαμηλά. Και ότι συνηθίζουμε τα φρικτά γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας…

Έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι μια πολύ αληθινή παρατήρηση. Από την άλλη, όμως, η προσαρμοστικότητα είναι ένα από τα πιο ισχυρά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ο άνθρωπος μαθαίνει ν' αντέχει. Δεν μπορεί να ζει διαρκώς σε κατάσταση σοκ, αλλιώς θα παρέλυε. Κάπως πρέπει να συνεχίσει τη ζωή του. Το ερώτημα είναι ποια στιγμή θα γίνει η «σταγόνα» που θα ξεχειλίσει το ποτήρι. Ποιο γεγονός θα πυροδοτήσει μια καθολική αντίδραση. Το έχουμε δει να συμβαίνει. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Εκεί ένιωσα πως κάτι έσπασε. Δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι που συνήθως κατεβαίνουν στον δρόμο, αλλά ήταν πολύ περισσότερος κόσμος. Υπήρξε μια συλλογική αναταραχή, μια αίσθηση ότι «ως εδώ».

Κι όμως, τα χρόνια περνούν και όλα κάπως καταλαγιάζουν. Τι μπορεί να κάνει κάποιος για να μην τα συνηθίσει; Ίσως μόνο να κρατήσει μέσα του κάτι καθαρό. Να διατηρήσει μια εσωτερική ηθική εγρήγορση. Και αυτή να τη μεταφέρει στους ανθρώπους του, στον φίλο, στον σύντροφο, στο παιδί του. Σαν μια σκυτάλη που περνά από γενιά σε γενιά.

Νιώθετε ότι τόσο μεγάλα, δυσάρεστα γεγονότα — όπως ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, η Παλαιστίνη, τα Τέμπη — μας ενώνουν ως λαό;

Ναι, πιστεύω πως, έστω και προσωρινά, μας ενώνουν. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η εξουσία τους εξαπατά ή τους αδικεί, όταν υπάρχει θυμός και οργή, τότε πολλές από τις μεταξύ μας διαφορές μπαίνουν στην άκρη. Δημιουργείται ένας κοινός παλμός, ένας κοινός στόχος. Το είδαμε ξανά έντονα μετά την τραγωδία στα Τέμπη. Υπήρξε ένα κύμα συλλογικής θλίψης και αγανάκτησης που ένωσε ανθρώπους πολύ διαφορετικών ιδεολογιών και αφετηριών. Μπορεί αυτή η ενότητα να μην κρατά για πάντα, αλλά εκείνη τη στιγμή είναι αληθινή. Και αυτό έχει τη σημασία του.

Τηλεοπτικά, πώς είναι η εμπειρία σας στην καθημερινή σειρά «Το Παιδί» της ΕΡΤ1;

Είναι μια υπέροχη εμπειρία. Περνάω πραγματικά πολύ όμορφα. Είναι μια σειρά που φέρνει κάτι φρέσκο στην ελληνική τηλεόραση και σε επίπεδο σεναρίου και αισθητικής, αλλά και συνολικής πρόθεσης. Έχει ενδιαφέροντες, καλοδουλεμένους χαρακτήρες και μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Είναι, βέβαια, μία αρκετά απαιτητική δουλειά. Η καθημερινή σειρά σημαίνει ένταση, γρήγορους ρυθμούς, κούραση. Αλλά ταυτόχρονα είναι και συναρπαστικό. Υπάρχει μια ζωντάνια σε αυτή τη διαδικασία, μια αίσθηση δημιουργίας που ανανεώνεται συνεχώς. Και αυτό, τελικά, υπερκαλύπτει την κούραση.

Θα μας δώσετε μια μικρή γεύση για το τι θα δούμε στα επόμενα επεισόδια μέσα από τον ρόλο σας;

Spoiler δεν κάνω, δεν μου επιτρέπεται (Γέλια)! Αυτό που μπορώ ν' αποκαλύψω, όμως, είναι ότι ετοιμαζόμαστε για Απόκριες… και θα έχει πολύ χρώμα. Θα ντυθούμε, θα μεταμφιεστούμε, θα γίνουμε καρναβάλια! Θα δούμε τους ήρωες σε μια πιο παιχνιδιάρικη, απελευθερωμένη διάθεση κι αυτό πάντα φέρνει ανατροπές. Οι Απόκριες έχουν τον τρόπο τους να βγάζουν στην επιφάνεια πράγματα που υπό άλλες συνθήκες μένουν κρυφά.

Η έκθεση της τηλεόρασης είναι μια τελείως διαφορετική «πίστα». Σας έχει επηρεάσει;

Στο καλλιτεχνικό κομμάτι θέλω να πιστεύω πως όχι. Προσπαθώ να διαχωρίζω τους δύο κόσμους. Η τηλεόραση έχει άλλη γλώσσα, άλλες αποχρώσεις, άλλες απαιτήσεις. Το θέατρο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ελπίζω ότι καταφέρνω να κρατώ τις σωστές ισορροπίες. Να μη γίνομαι υπερβολική μπροστά στον φακό, αλλά ούτε και υπερβολικά λιτή πάνω στη σκηνή. Είναι μια διαρκής άσκηση μέτρου. Όσο για την αναγνωρισιμότητα, όλα είναι σχετικά. Υπάρχουν ηθοποιοί που δεν μπορούν να κάνουν βήμα χωρίς να τους σταματήσουν. Εγώ δεν ζω κάτι τέτοιο. Μπορεί κάποιος να μου μιλήσει στον δρόμο, να μου πει ότι με είδε στη σειρά ή ότι ήρθε πρώτη φορά στο θέατρο επειδή με γνώρισε από την τηλεόραση κι αυτό είναι πολύ όμορφο.

Ταυτόχρονα, όμως, θέλω να προστατεύω την ιδιωτική μου ζωή. Μου αρέσει να είμαι ένας άνθρωπος μέσα στο πλήθος, να μπορώ να κυκλοφορώ χωρίς να νιώθω ότι είμαι συνεχώς σημείο προσοχής. Πιστεύω ότι η ισορροπία βρίσκεται και στον τρόπο που προωθείς τη δουλειά σου. Ναι, χρειάζεται προβολή — είναι μέρος της διαδικασίας — αλλά για μένα χρειάζεται και ένα όριο.

Κλείνοντας, τι εύχεστε για την Άννα;

Εύχομαι να συνεχίσω την πορεία μου έχοντας δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπώ. Να μη χαθούμε, να μη χαθώ. Να παραμείνουμε μαζί, με αλήθεια και τρυφερότητα. Αυτό, τελικά, είναι το πιο σημαντικό.

τεχνητή νοημοσύνηΑλεξάνδρειασυνέντευξηηθοποιόςΑλέξης ΓρηγορόπουλοςΦωκάς ΕυαγγελινόςΠαλλάςπαράσταση