Μουσική|27.07.2026 18:50

Ένα καλοκαίρι γεμάτο sold out συναυλίες στην Αθήνα - Βρεθήκαμε εκεί και σας μεταφέρουμε όσα ζήσαμε

Άγγελος Γεραιουδάκης

Το φετινό καλοκαίρι η Αθήνα έζησε έναν πραγματικό συναυλιακό πυρετό. Από τον Μάιο μέχρι και τον Ιούλιο, σχεδόν κάθε εβδομάδα φιλοξενούσε μεγάλες μουσικές εκδηλώσεις, με καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό να ανεβαίνουν στη σκηνή. Η αρχή έγινε με τους Metallica, τους Iron Maiden και την Patti Smith, που έδωσαν τον τόνο για όσα ακολούθησαν.

Πολλές εμφανίσεις έγιναν sold out αρκετές ημέρες πριν ανοίξουν οι πόρτες, ενώ αρκετές φορές την ίδια ημέρα πραγματοποιούνταν δύο, τρεις ή και περισσότερες συναυλίες σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ημέρα που εμφανίζονταν ταυτόχρονα η Lykke Li, ο Jean-Michel Jarre, ο Σωκράτης Μάλαμας, οι Σκιαδαρέσες και ο Κωστής Μαραβέγιας σε διαφορετικούς συναυλιακούς χώρους. Οι επιλογές ήταν τόσες πολλές, ώστε το πιο δύσκολο δεν ήταν μόνο να βρει κανείς εισιτήριο, αλλά και να αποφασίσει ποια συναυλία θα παρακολουθήσει.

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, ήταν η ανταπόκριση του κόσμου. Τα περισσότερα μεγάλα live έγιναν sold out ή συγκέντρωσαν χιλιάδες θεατές, δείχνοντας ότι το ελληνικό κοινό συνεχίζει να στηρίζει τις ζωντανές εμφανίσεις. Από την Πλατεία Νερού και το Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού μέχρι το Ηρώδειο, το ΟΑΚΑ και την Τεχνόπολη, οι συναυλιακοί χώροι γέμιζαν από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Παρέες φίλων, οικογένειες, θεατές που ταξίδεψαν από άλλες πόλεις, αλλά και επισκέπτες από το εξωτερικό έδωσαν ξεχωριστή ζωντάνια σε κάθε βραδιά.

Μια συναυλία, άλλωστε, είναι κάτι περισσότερο από τα τραγούδια που ακούγονται στη σκηνή. Είναι η αναμονή μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες, οι συζητήσεις στις ουρές, τα πρόσωπα που συναντάς ξανά κάθε καλοκαίρι και η στιγμή που τα φώτα σβήνουν και χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούν μαζί. Είναι μια στιγμή που μοιράζεσαι με άλλους και που δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί.

Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει γίνει ένας σταθερός προορισμός για όλο και περισσότερες διεθνείς περιοδείες. Οι καλλιτέχνες επιστρέφουν, οι διοργανωτές φέρνουν ολοένα μεγαλύτερα ονόματα και το ελληνικό κοινό αποδεικνύει ότι μπορεί να στηρίξει ένα ιδιαίτερα γεμάτο πρόγραμμα συναυλιών. Ιδιαίτερα μετά την πανδημία, η πόλη έχει αποκτήσει τον δικό της μουσικό παλμό, με χιλιάδες ανθρώπους να συναντιούνται κάτω από την ίδια σκηνή.

Το αφιέρωμα που ακολουθεί δεν περιλαμβάνει όλες τις συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα αυτό το καλοκαίρι. Αυτό θα ήταν σχεδόν αδύνατο. Πρόκειται για μια προσωπική επιλογή από μερικές από τις σημαντικότερες εμφανίσεις ξένων καλλιτεχνών που είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε. Συναυλίες διαφορετικές μεταξύ τους, που απέδειξαν ότι η Αθήνα μπορεί πλέον να φιλοξενεί με την ίδια επιτυχία τη ροκ, την ποπ, την electronica, την indie και τη reggae. Και το σημαντικότερο, ότι κάθε συναυλιακή βραδιά από αυτές που αναφέρονται είχε κάτι ξεχωριστό να προσφέρει.

Florence Welch: Η ιέρεια της indie pop χάρισε μια βραδιά που δύσκολα ξεχνιέται

Ανάμεσα στις συναυλίες που ξεχώρισα αυτό το καλοκαίρι ήταν αναμφίβολα η εμφάνιση των Florence + The Machine, καθώς είναι οι αγαπημένοι μου. Τρία χρόνια μετά την προηγούμενη εμφάνισή της, η Florence Welch επέστρεψε στο Ejekt Festival, αυτή τη φορά έχοντας στις αποσκευές της, το νέο άλμπουμ της, με τίτλο «Everybody Scream».

Η πρώτη μέρα του φεστιβάλ είχε ήδη ξεκινήσει δυναμικά με τους Suede να ζεσταίνουν ιδανικά το κοινό, όμως ήταν φανερό πως οι περισσότεροι είχαν έρθει για να δουν τη Βρετανίδα τραγουδίστρια. Από νωρίς το απόγευμα, ο χώρος γύρω από το ΟΑΚΑ είχε γεμίσει με ανθρώπους που έμοιαζαν να έχουν βγει από τον κόσμο της ίδιας της Florence. Στεφάνια από λουλούδια, αέρινα φορέματα, διάφανα υφάσματα και μια αίσθηση γιορτής έδιναν τον τόνο πριν ακόμη σβήσουν τα φώτα.

 

Όταν εμφανίστηκε στη σκηνή, ξυπόλυτη και ντυμένη με ένα κατακόκκινο δαντελένιο φόρεμα, το κοινό την υποδέχθηκε με παρατεταμένο χειροκρότημα. Η εικόνα της παρέπεμπε περισσότερο σε μυθική μορφή παρά σε συμβατική pop star. Πίσω της οι μουσικοί, μια άρπα, διακριτικοί φωτισμοί και μερικές χορεύτριες δημιουργούσαν ένα σκηνικό που άλλαζε συνεχώς χαρακτήρα, ακολουθώντας τη μουσική.

Το πρόγραμμα κινήθηκε ανάμεσα στο νέο άλμπουμ και στα τραγούδια που έχουν σημαδέψει την πορεία της. Το «Everybody Scream» άνοιξε τη βραδιά, ενώ ακολούθησαν τα «King», «Which Witch», «Rabbit Heart (Raise It Up)», «Spectrum», «Never Let Me Go», «Shake It Out» και «You’ve Got the Love». Αυτό που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, ωστόσο, ήταν ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούσε με τον κόσμο. Η Florence έμοιαζε πιο ήρεμη, πιο γειωμένη και πιο πρόθυμη να μοιραστεί όσα κουβαλά τα τελευταία χρόνια. Οι δυσκολίες που πέρασε με την υγεία της και η απώλεια του παιδιού της έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους, όχι όμως με τρόπο σκοτεινό. Αντίθετα, η σκηνική της παρουσία απέκτησε μεγαλύτερη τρυφερότητα.

 

Δεν σταμάτησε στιγμή να κινείται. Έτρεχε από τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη, κατέβαινε στις πρώτες σειρές για να αγγίξει τα χέρια των θεατών και χαιρετούσε συνεχώς στα ελληνικά, λέγοντας ένα ζεστό «Ευχαριστώ, Αθήνα». Λίγο πριν από το τέλος, ζήτησε απ' όλους να αφήσουν για λίγο τα κινητά τους και να ζήσουν τη στιγμή. Οι πρώτες μελωδίες του «Dog Days Are Over» άρχισαν να ακούγονται και χιλιάδες άνθρωποι διασκέδαζαν μαζί, χωρίς να κοιτούν μια οθόνη. Το φινάλε με το «Free» έκλεισε ιδανικά μια εμφάνιση σχεδόν δύο ωρών, επιβεβαιώνοντας ότι η Florence Welch εξακολουθεί να είναι μία από τις πιο χαρισματικές performers της γενιάς της.

 

Οι The Cure απέδειξαν πως ο χρόνος δεν αγγίζει τους θρύλους

Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, το σκηνικό άλλαξε εντελώς. Στην σκηνή του ΟΑΚΑ εμφανίστηκαν οι The Cure, χαρίζοντας στο ελληνικό κοινό μία ακόμη συναυλία που έμεινε αξέχαστη. Επτά χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση στην Αθήνα, ο Robert Smith και η μπάντα του επέστρεψαν, αποδεικνύοντας πως παραμένουν ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής.

Για περισσότερες από δύο ώρες, οι The Cure ταξίδεψαν το κοινό σε διαφορετικές περιόδους της πορείας τους. Στον χώρο βρέθηκαν άνθρωποι που τους ακολουθούν από τα τέλη της δεκαετίας του '70, αλλά και νεότεροι θαυμαστές που τους γνώρισαν μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες, δημιουργώντας μια μοναδική συνάντηση γενεών.

 

Ο Robert Smith εμφανίστηκε με τη χαρακτηριστική του εικόνα και, χωρίς υπερβολές ή θεατρικότητες, κατάφερε να καθηλώσει το κοινό μόνο με την παρουσία και τη φωνή του. Το πρώτο μέρος της συναυλίας κινήθηκε σε πιο ατμοσφαιρικούς ρυθμούς, με τραγούδια όπως τα «Pictures of You» και «Lovesong», ενώ στη συνέχεια τα «In Between Days», «Just Like Heaven», «Friday I'm in Love», «Close to Me» και «The Lovecats» μετέτρεψαν το ΟΑΚΑ σε ένα τεράστιο πάρτι.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με το εμβληματικό «Boys Don't Cry», με χιλιάδες θεατές να τραγουδούν κάθε στίχο μαζί με τον Robert Smith. Ήταν ένα φινάλε αντάξιο ενός συγκροτήματος που, σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά την ίδρυσή του, συνεχίζει να συγκινεί και να γεμίζει συναυλιακούς χώρους σε όλο τον κόσμο.

 

Η πρώτη εμφάνιση της Lykke Li στην Ελλάδα άξιζε κάθε λεπτό αναμονής

Η δεύτερη αγαπημένη μου συναυλία του φετινού καλοκαιριού, μετά τη Florence + The Machine, ήταν χωρίς δεύτερη σκέψη, η  εμφάνιση της Lykke Li στην Ελλάδα. Περίμενα χρόνια να τη δω ζωντανά και τελικά άξιζε κάθε στιγμή της αναμονής. Η Σουηδή τραγουδοποιός ανέβηκε στη σκηνή του Ηρωδείου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, και απέδειξε γιατί θεωρείται μία από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες της σύγχρονης εναλλακτικής ποπ.

Πολλοί βρέθηκαν εκεί για να ακούσουν το παγκόσμιο hit «I Follow Rivers», όμως η Lykke Li έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι η πορεία της δεν στηρίζεται σε ένα μόνο τραγούδι. Με χαρακτηριστική άνεση και μια σκηνική παρουσία γεμάτη συναίσθημα, παρουσίασε ένα πρόγραμμα που κάλυψε σχεδόν όλη τη διαδρομή της. Το «Little Bit», το «No Rest for the Wicked», το «Hard Rain», το «Just Like a Dream» και το «Sex Money Feelings Die», στο οποίο κατέβηκε από τη σκηνή για να τραγουδήσει δίπλα στο κοινό, ήταν από τις στιγμές που ξεχώρισαν.

 

Η ιδιαίτερη κινησιολογία της, ο τρόπος που χόρευε και επικοινωνούσε με τον κόσμο έδιναν την αίσθηση ότι κάθε τραγούδι ήταν μια μικρή προσωπική εξομολόγηση. Παράλληλα, έδωσε χώρο και στο νέο της άλμπουμ «The Afterparty», αποδεικνύοντας ότι συνεχίζει να εξελίσσεται καλλιτεχνικά σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το ξεκίνημά της. Το φινάλε ήταν ακριβώς όπως άρμοζε σε μια τόσο όμορφη βραδιά. Μετά το «I Follow Rivers», κάλεσε τους θεατές να κατέβουν από τις κερκίδες και να χορέψουν μπροστά στη σκηνή υπό τους ήχους του «The Rhythm of the Night» των Corona, μετατρέποντας το Ηρώδειο σε ένα μεγάλο υπαίθριο πάρτι.

Nick Cave και Moby επέστρεψαν στην Αθήνα

Κάθε εμφάνιση του Nick Cave στην Ελλάδα μοιάζει με ένα μεγάλος γεγονός. Το κοινό γνωρίζει πάνω-κάτω τι πρόκειται να ζήσει, όμως κάθε φορά φεύγει με την αίσθηση ότι παρακολούθησε κάτι διαφορετικό. Έτσι συνέβη και τώρα, μαζί με τους Bad Seeds, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά ζωντανά μεγάλο μέρος του νέου άλμπουμ «Wild God».

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο Nick Cave έδειξε πως η σχέση του με το ελληνικό κοινό παραμένει ξεχωριστή. Πλησίαζε συνεχώς τις πρώτες σειρές, έπιανε χέρια, χαμογελούσε, μιλούσε με τους θεατές και πολλές φορές άφηνε το μικρόφωνο στο κοινό για να συνεχίσει τους στίχους. Αν παλαιότερα οι συναυλίες του είχαν περισσότερο σκοτάδι και εσωστρέφεια, αυτή τη φορά υπήρχε μια διαφορετική ζεστασιά. Οι απώλειες που σημάδεψαν τη ζωή του εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στα τραγούδια του, όμως πλέον συνυπάρχουν με μια διάθεση συμφιλίωσης και αισιοδοξίας.

 

Σημαντικό ρόλο στη νέα αυτή εικόνα έπαιξαν και οι δύο gospel τραγουδίστριες που συνόδευσαν τους Bad Seeds. Οι φωνές τους χάρισαν μία νέα εκδοχή σε τραγούδια όπως τα «O Children», «Bright Horses» και «Conversion», δημιουργώντας στιγμές που έμοιαζαν περισσότερο με λειτουργία παρά με συναυλία. Δίπλα στον Nick Cave, ο Warren Ellis απέδειξε για ακόμη μία φορά γιατί αποτελεί τον σημαντικότερο συνοδοιπόρο του. Με το βιολί του, αλλά και με την ασταμάτητη κίνησή του πάνω στη σκηνή, έδωσε ενέργεια σε ολόκληρη τη συναυλία. Έτρεχε, άλλαζε όργανα, αυτοσχεδίαζε και έδινε την αίσθηση ότι ζούσε κάθε νότα σαν να την έπαιζε για πρώτη φορά. 

Το πιο συγκλονιστικό σημείο της βραδιάς ήρθε με το δεκαπεντάλεπτο «Hollywood». Η φράση «Everybody's losing someone» επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά, ενώ η Πλατεία Νερού είχε βυθιστεί σε απόλυτη σιωπή. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου χιλιάδες άνθρωποι μοιράζονται το ίδιο συναίσθημα χωρίς να χρειάζεται να πουν ούτε μία λέξη. 

Παράλληλα, η επιστροφή του Moby στη χώρα μας ήταν από τις πιο πολυαναμενόμενες εμφανίσεις του καλοκαιριού. Ο άνθρωπος που συνέδεσε όσο λίγοι την electronica με την ποπ κουλτούρα της δεκαετίας του '90 και των αρχών του 2000 ανέβηκε στη σκηνή του Release Athens, αποδεικνύοντας ότι η μουσική του εξακολουθεί να έχει την ίδια δύναμη. Από τη στιγμή που ανέβηκε στη σκηνή, ο ίδιος δεν σταμάτησε να κινείται. Άλλοτε πίσω από τα πλήκτρα, άλλοτε με την κιθάρα, στα τύμπανα ή στα κρουστά, διέσχιζε ασταμάτητα τη σκηνή, ενώ ευχαριστούσε συνεχώς το ελληνικό κοινό για τη θερμή υποδοχή. Θυμήθηκε τις προηγούμενες επισκέψεις του, στην Αθήνα και μίλησε με ιδιαίτερη αγάπη για την πόλη και τους ανθρώπους της.

 

Το πρόγραμμα ισορρόπησε ανάμεσα στις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές και στις εκρηκτικές dance κορυφώσεις. Το «Porcelain», το «Why Does My Heart Feel So Bad?» και η διασκευή του «Heroes» του David Bowie ξεχώρισαν για τον πιο λυρικό χαρακτήρα τους, ενώ τραγούδια όπως τα «Go», «Lift Me Up», «Disco Lies», «Extreme Ways» και το φινάλε με το «Feeling So Real» μετέτρεψαν την Πλατεία Νερού σε ένα ατελείωτο dance floor, με χιλιάδες ανθρώπους να τραγουδούν και να χορεύουν μαζί.

Ο Moby, όμως, δεν περιορίστηκε μόνο στη μουσική. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας αναφέρθηκε στην αγάπη του για τα ζώα, ενώ στις γιγαντοοθόνες προβλήθηκε μήνυμα της Jane Goodall για την ανάγκη προστασίας τους. Παράλληλα, ο 60χρονος καλλιτέχνης, μπροστά σε περισσότερους από 12.000 θεατές, σχολίασε και την πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες, χαρακτηρίζοντας τον Ντόναλντ Τραμπ ως τον χειρότερο πρόεδρο που είχε ποτέ η χώρα του.

Οι Gorillaz για πρώτη φορά στην Αθήνα

Η βραδιά των Gorillaz ήταν από εκείνες που δύσκολα ξεχνιούνται. Πολύ πριν εμφανιστεί ο Damon Albarn στη σκηνή, η Πλατεία Νερού είχε γεμίσει ασφυκτικά. Από νωρίς είχαν προηγηθεί οι Jehnny Beth και οι Flaming Lips, όμως όσο πλησίαζε η ώρα των Gorillaz, ο χώρος μετατρεπόταν σε μια ανθρώπινη θάλασσα. Έφηβοι, οικογένειες, άνθρωποι που ακολουθούν τον Albarn από την εποχή των Blur, αλλά και νεότεροι που μεγάλωσαν με το «Feel Good Inc.» και το «Clint Eastwood» περίμεναν με ανυπομονησία την πρώτη εμφάνιση του συγκροτήματος στην Ελλάδα.

Καθοριστικό ρόλο στη συναυλία είχαν και τα εμβληματικά animations του Jamie Hewlett. Οι χαρακτήρες των Gorillaz εμφανίζονταν διαρκώς στις γιγαντοοθόνες, δημιουργώντας έναν συνεχή διάλογο ανάμεσα στον πραγματικό και τον ψηφιακό κόσμο, στοιχείο που αποτελεί εδώ και χρόνια το σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος.

 

Στη σκηνή ανέβηκαν αρκετοί καλεσμένοι, δίνοντας στη βραδιά τον χαρακτήρα ενός μικρού μουσικού φεστιβάλ. Ξεχώρισαν η Michelle Ndegwa στο «Kids With Guns», ο Yasiin Bey (Mos Def) στο «Stylo», καθώς και ο Omar Souleyman, ενώ ο δεξιοτέχνης του bansuri Ajay Prasanna πρόσθεσε έναν διαφορετικό ήχο στα νέα τραγούδια του άλμπουμ «The Mountain».

Όταν ακούστηκαν τα «Feel Good Inc.» και «Clint Eastwood», ολόκληρη η Πλατεία Νερού έγινε μια τεράστια χορωδία. Λίγο πριν από το φινάλε, ο Damon Albarn απηύθυνε ένα σύντομο μήνυμα ενότητας και αλληλεγγύης προς το κοινό, το οποίο ανταπέδωσε με παρατεταμένο χειροκρότημα. 

Ωστόσο, η συνέχεια του Release Athens είχε έναν διαφορετικό ρυθμό. Η Πλατεία Νερού δεν γέμισε από νωρίς όπως σε άλλες sold out βραδιές, όμως όσοι βρέθηκαν εκεί ήξεραν πολύ καλά γιατί είχαν έρθει. Το πρόγραμμα με τους BALTHVS, τους ιστορικούς The Wailers και τους Thievery Corporation δημιούργησε από την αρχή μια χαλαρή, καλοκαιρινή ατμόσφαιρα, που ταίριαζε απόλυτα στη reggae, τη dub και την electronica που θα ακολουθούσαν.

Οι BALTHVS άνοιξαν τη βραδιά αφήνοντας πολύ καλές εντυπώσεις, ενώ λίγο αργότερα οι The Wailers κράτησαν ζωντανή τη μεγάλη κληρονομιά του Bob Marley. Στις δέκα ακριβώς, τη σκυτάλη πήραν οι Thievery Corporation και η Πλατεία Νερού πέρασε στους γνώριμους ταξιδιάρικους ήχους που έχουν κάνει το συγκρότημα αγαπητό στο ελληνικό κοινό εδώ και πολλά χρόνια.

 

Ο Rob Garza, χωρίς τον Eric Hilton που δεν συμμετέχει στις περιοδείες, πλαισιώθηκε από μια μεγάλη ομάδα μουσικών και τραγουδιστών, επιβεβαιώνοντας πως οι Thievery Corporation παραμένουν πάνω απ' όλα μια μουσική κολεκτίβα. Οι Laura Vall, Mr. Lif, Frank Orrall και Puma Ptah έδωσαν διαδοχικά χρώμα στη συναυλία, με τη Laura Vall να ξεχωρίζει στις πιο μελωδικές στιγμές της βραδιάς.

Από τα κορυφαία σημεία ήταν φυσικά το «Lebanese Blonde». Ο Rob Myers πήρε θέση με το σιτάρ και η χαρακτηριστική μελωδία του τραγουδιού αρκούσε για να παρασύρει ολόκληρη την Πλατεία Νερού. Παράλληλα, οι Thievery Corporation δεν ξέχασαν ποτέ την πολιτική διάσταση της μουσικής τους. Τραγούδια όπως τα «Radio Retaliation», «Warning Shots», «The Heart's a Lonely Hunter» και «Fight to Survive» έστειλαν τα γνώριμα μηνύματα για ειρήνη, ενότητα και αντίσταση, στοιχεία που συνοδεύουν τη διαδρομή τους εδώ και τρεις δεκαετίες.

Το φινάλε με το «The Richest Man in Babylon» έκλεισε μια ακόμη επιτυχημένη εμφάνιση. Οι Thievery Corporation εξακολουθούν να δημιουργούν μοναδικές ατμόσφαιρες και να προσφέρουν εκείνο το μουσικό ταξίδι που περιμένει το κοινό τους κάθε φορά που επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ίσως, βέβαια, μετά από τριάντα χρόνια πορείας να έχει έρθει η στιγμή για μια νέα δημιουργική ώθηση, με περισσότερα ρίσκα και μια διαφορετική σκηνική προσέγγιση. Η ιστορία τους είναι ήδη εξασφαλισμένη, το ενδιαφέρον πλέον βρίσκεται στο επόμενο κεφάλαιο.

Η Naika έφερε την πολυπολιτισμική ποπ στην Τεχνόπολη

Άλλη μια συναυλία που περίμενα να παρακολουθήσω ήταν εκείνη της Naika. Ήθελα να δω από κοντά αν η ενέργεια που βγάζει στους δίσκους της μπορεί να μεταφερθεί και στη σκηνή. Η απάντηση ήρθε από τα πρώτα κιόλας λεπτά της εμφάνισής της, στην Τεχνόπολη. Η Γαλλοαϊτινή τραγουδίστρια απέδειξε ότι διαθέτει σκηνική παρουσία, εξαιρετική φωνή και μια καλλιτεχνική ταυτότητα που δύσκολα χωρά σε μία μόνο κατηγορία.

Πολύ πριν ανοίξουν οι πόρτες, το κοινό είχε ήδη σχηματίσει μεγάλες ουρές για να εξασφαλίσει μια θέση κοντά στη σκηνή. Η περιοδεία «ECLESIA», η πρώτη μεγάλη διεθνής περιοδεία της καριέρας της, έχει ήδη δημιουργήσει φανατικό κοινό, κάτι που φάνηκε και στην Αθήνα. Το σκηνικό παρέπεμπε σε ένα τροπικό μέρος. Φυτά, υφάσματα, ζεστοί φωτισμοί και έντονα χρώματα δημιουργούσαν μια εξωτική ατμόσφαιρα, ενώ η Naika εμφανίστηκε με ένα κατακόκκινο σύνολο, κερδίζοντας αμέσως το χειροκρότημα του κοινού.

 

Με τραγούδια όπως τα «Bloom», «Barely Barely», «Little Bit», «No Rest for the Wicked», «Hard Rain», «Sex Money Feelings Die» και «Just Like a Dream», κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον του κόσμου. Η ιδιαίτερη σκηνική της κίνηση, η άνεση με την οποία χόρευε και η επικοινωνία της με το κοινό έδιναν την αίσθηση μιας ιδιαίτερης βραδιάς και όχι μιας τυπικής συναυλίας. Πριν από το «Layers», μίλησε για τη δική της πολυπολιτισμική διαδρομή και για όλους όσοι αισθάνονται ότι ανήκουν «παντού και πουθενά». Άλλωστε, η ίδια μεγάλωσε ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες και κουλτούρες, κάτι που αποτυπώνεται και στη μουσική της.

Πρόταση γάμου στη συναυλία των Laura Esquivel και Brenda Asnicar

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την τεράστια επιτυχία του «Patty: Η πιο όμορφη ιστορία», η Laura Esquivel και η Brenda Asnicar συναντήθηκαν ξανά στη σκηνή, χαρίζοντας στο ελληνικό κοινό μια βραδιά γεμάτη νοσταλγία και συγκίνηση. Οι δύο πρωταγωνίστριες της αγαπημένης αργεντίνικης σειράς εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού, στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας «Amigas del Corazon World Tour», παρουσιάζοντας τα τραγούδια που μεγάλωσαν μια ολόκληρη γενιά. Καθ' όλη τη διάρκεια της συναυλίας, η Laura Esquivel και η Brenda Asnicar εξέφραζαν συνεχώς την αγάπη και την ευγνωμοσύνη τους προς το ελληνικό κοινό για τη θερμή υποδοχή. Μάλιστα, σε μία από τις πιο ξεχωριστές στιγμές της βραδιάς, σήκωσαν την ελληνική σημαία στη σκηνή και τραγούδησαν κρατώντας τη, με το κοινό να τις αποθεώνει.

 

Το σκηνικό συμπλήρωνε ένα μεγάλο video wall που πρόβαλλε πολύχρωμες εικόνες, όπως ουράνια τόξα, λουλούδια, σύννεφα, αστέρια και πυγολαμπίδες, δημιουργώντας μια παραμυθένια ατμόσφαιρα που συνόδευε τα τραγούδια της σειράς. Στη σκηνή τις πλαισίωναν τέσσερις χορευτές, ενώ οι δύο πρωταγωνίστριες άλλαξαν αρκετές εμφανίσεις. Η Brenda Asnicar επέλεξε πιο δυναμικά και σέξι ρούχα, ενώ η Laura Esquivel διατήρησε το πιο γλυκό και αθώο στιλ που τη χαρακτήριζε από την εποχή του «Patito Feo».

Ξεχωριστή νότα στη συναυλία έδωσε και η Laura Esquivel, η οποία μπέρδευε συνεχώς τις ελληνικές λέξεις και χαιρετούσε το κοινό λέγοντας «καλημέρα», με τους θεατές να της απαντούν κάθε φορά με το ίδιο χαμόγελο, μετατρέποντας το λάθος της σε ένα από τα πιο χαριτωμένα στιγμιότυπα της βραδιάς. Λίγο πριν ακουστεί το αγαπημένο «Las Divinas», ένας θεατής γονάτισε και έκανε πρόταση γάμου στην αγαπημένη του. Η στιγμή συγκίνησε τις δύο καλλιτέχνιδες, που σταμάτησαν για λίγο το πρόγραμμα για να χειροκροτήσουν το ζευγάρι και να μιλήσουν μαζί του.

 

Το φετινό καλοκαίρι απέδειξε ότι η Αθήνα μπορεί να σταθεί ισάξια δίπλα στις ευρωπαϊκές πόλεις που διοργανώνουν μεγάλες συναυλίες, όπως ήταν το Μόνακο με την Adele ή τώρα η Μαδρίτη με τη Shakira. Και απέδειξε επίσης ότι το ελληνικό κοινό εξακολουθεί να στηρίζει τις μεγάλες διοργανώσεις, είτε πρόκειται για θρύλους της μουσικής είτε για καλλιτέχνες που έρχονται για πρώτη φορά στη χώρα μας.

Με τον Αύγουστο να είναι αφιερωμένος στις καλοκαιρινές διακοπές, το συναυλιακό ημερολόγιο της Αθήνας κάνει μια μικρή παύση, πριν επιστρέψει δυναμικά τον Σεπτέμβριο με νέες αφίξεις από το διεθνές μουσικό στερέωμα. Μέχρι τότε, θα μείνουν οι φωτογραφίες, τα βίντεο, τα εισιτήρια που πολλοί κρατούν ακόμη ως ενθύμιο και, πάνω απ' όλα, εκείνη η γνώριμη αίσθηση που αφήνει πάντα μια μεγάλη συναυλία όταν πέφτουν τα φώτα. Η προσμονή για την επόμενη.

Release AthensκαλοκαίριπανδημίαEject FestivalσυναυλίαΗρώδειο