• Πολιτική
  • Οικονομία
    • Market
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Αθλητισμός
  • Απόψεις
  • Videos
  • Ψυχαγωγία
    • Τηλεόραση
  • Food & Drink
    • Συνταγές
  • Travel
  • Υγεία
  • Παιδεία
  • Πολιτισμός
    • Βιβλίο
    • Θέατρο
    • Μουσική
    • Cinema
  • Καιρός
  • Τεχνολογία
  • Auto
  • Moto
  • Viral
  • Ιστορία
    • Σαν σήμερα
  • Κατοικίδιο
  • Fashion & Design
  • Πρωτοσέλιδα
αναζήτηση άρθρου
Ακολουθήστε το Έθνος στα κοινωνικά δίκτυα
Subscribe to our YouTube ChannelFollow us on FaceBookFollow us on Instagram
Κατέβαστε την εφαρμογή του Έθνους για κινητά
ΕΘΝΟΣ on AppStoreΕΘΝΟΣ on PlayStore
ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ COOKIES
ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
ΑΡΘΟΓΡΑΦΟΙ
  • Πολιτική
  • Οικονομία
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Αθλητισμός
  • Ψυχαγωγία
  • Food & Drink
  • Travel
  • Viral
BREAKING NEWS:
Μάστιγα το burnout στο ΕΣΥ: Κι άλλοι γιατροί στο δρόμο της Δικαιοσύνης μετά τη δικαίωση συναδέλφου τουςΦοροδιαφυγή - «μαμούθ» άνω των 17 εκατ. ευρώ: Δήλωνε άστεγη αλλά ζούσε σε βίλα με πισίναΤραγωδία στην Αλεξανδρούπολη: Νεκρή 16χρονη μετά από κατανάλωση αλκοόλΤο πακέτο της ΔΕΘ, η αντιπολίτευση και η Κυριακή των εκλογών: Τα 5+1 μηνύματα Μητσοτάκη
δημοφιλές τώρα: Ουκρανικά drones χτύπησαν τάνκερ του Προκοπίου και της οικογένειας Αλαφούζου στη Μαύρη Θάλασσα
Homepage ┋   Οικονομία   ┋   20.07.2026 06:30
Θεμιστοκλής-Ανδρέας Μπάκας
Θεμιστοκλής-Ανδρέας Μπάκας

-

Ενότητες στο άρθρο: 📌 Όσο αυξάνονται τα ενοίκια, τόσο αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου📌 Η μεγαλύτερη φορολογική ασυμμετρία της στεγαστικής πολιτικής📌 Το ενοίκιο φορολογείται ουσιαστικά δύο φορές📌 Η αδικία είναι ακόμη μεγαλύτερη για τις οικογένειες📌 Η άλλη πλευρά της συναλλαγής: η φορολόγηση του ιδιοκτήτη📌 Η ψηφιακή εποχή επιτρέπει μια δικαιότερη φορολογική πολιτική📌 Το υψηλό ενοίκιο περιορίζει την πραγματική οικονομία📌 Η ευρωπαϊκή εμπειρία: η φορολογία ως εργαλείο στεγαστικής πολιτικής📌 Η μεταρρύθμιση μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα📌 10 προτάσεις για μια σύγχρονη φορολογική πολιτική στη στέγαση📌 Η φορολογική δικαιοσύνη ξεκινά από την αναγνώριση της κατοικίας

Στεγαστική πολιτική: Το ενοίκιο στην Ελλάδα φορολογείται… δύο φορές

Γιατί η μεγαλύτερη δαπάνη διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών δεν αναγνωρίζεται φορολογικά - 9+1 προτάσεις για μια δικαιότερη φορολογική πολιτική στη στέγαση

🕛 χρόνος ανάγνωσης: 16 λεπτά   ┋   🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

(ΠΗΓΗ:ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/ EUROKINISSI)
(ΠΗΓΗ:ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/ EUROKINISSI)
Προσθέστε το ΕΘΝΟΣ στη Google

Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση για τη στεγαστική κρίση επικεντρώνεται, εύλογα, στην εκρηκτική αύξηση των ενοικίων, στη διαρκή έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών, στη βραχυχρόνια μίσθωση, στη Golden Visa και στη δυσκολία ολοένα και περισσότερων νοικοκυριών να αποκτήσουν πρόσβαση σε αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή στέγη.

Πίσω όμως από αυτή την πραγματικότητα κρύβεται μία ακόμη, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου σημαντική διάσταση. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο στεγαστική κρίση. Αντιμετωπίζει και κρίση κοινωνικής συνοχής, αλλά και ένα σοβαρό ζήτημα φορολογικής δικαιοσύνης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Οικονομία | 19.07.2026 08:14
Εξωδικαστικός και για χρέη από 5.000 ευρώ: Πώς θα λειτουργήσει και πώς ωφελούνται 1 εκατ. οφειλέτες

Τα στοιχεία της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος. Περίπου 7 στους 10 νέους ηλικίας 18-34 ετών εξακολουθούν να διαμένουν στο πατρικό τους, αδυνατώντας να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία. Παράλληλα, το 41,8% των Ελλήνων ζει σε νοικοκυριά που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές είτε για το ενοίκιο, είτε για τη δόση στεγαστικού δανείου, είτε για λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, όταν η δεύτερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ρουμανία, καταγράφει μόλις 18,5%, έναντι 9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, περίπου 6 στους 10 ενοικιαστές δαπανούν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, ενώ για πολλούς νέους εργαζόμενους το ποσοστό αυτό φθάνει ακόμη και στο 60%-70% του μηνιαίου εισοδήματός τους. Για πολλές οικογένειες, το κόστος κατοικίας ισοδυναμεί πλέον σχεδόν με έναν ολόκληρο καλό μηνιαίο μισθό.

Εξίσου ανησυχητική είναι και η συνεχής μείωση της ιδιοκατοίκησης. Από το 2019 έως το 2025, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης μειώθηκε στο 69,4%, καταγράφοντας πτώση περίπου 6 ποσοστιαίων μονάδων και υποχωρώντας σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμη και από την περίοδο των μνημονίων. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον μόλις στη 18η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες χωρίς οργανωμένο απόθεμα κοινωνικών ή προσιτών κατοικιών. Αντίθετα, ο μέσος ευρωπαϊκός όρος κοινωνικής κατοικίας κυμαίνεται μεταξύ 9% και 9,3% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος, με χώρες όπως η Ολλανδία (30%), η Αυστρία (24%), η Νορβηγία (23%) και η Δανία (20%) να διαθέτουν ισχυρές πολιτικές κοινωνικής στέγασης.

Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί πλέον μόνο ζήτημα αγοράς ακινήτων. Υπάρχει μία ακόμη διάσταση, λιγότερο εμφανής αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό φορολογικό σύστημα αντιμετωπίζει τη στέγη.

Σήμερα, το ενοίκιο αποτελεί τη μεγαλύτερη μηνιαία δαπάνη εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών. Το κράτος γνωρίζει ποιος πληρώνει, ποιος εισπράττει, το ύψος του μισθώματος και κάθε ηλεκτρονική συναλλαγή. Ωστόσο, ενώ η αύξηση των ενοικίων οδηγεί σε υψηλότερα φορολογικά έσοδα μέσω της φορολόγησης των εισοδημάτων από ακίνητα, η ίδια αυτή επιβάρυνση δεν αναγνωρίζεται ως μείωση της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας του ενοικιαστή.

Με άλλα λόγια, όσο αυξάνεται το κόστος στέγασης, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα του ενοικιαστή μειώνεται, αλλά το φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να τον αντιμετωπίζει σαν να διαθέτει ακόμη τα χρήματα που έχει ήδη καταβάλει για να εξασφαλίσει το αυτονόητο δικαίωμα της κατοικίας.

Και εδώ ακριβώς γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα να αγνοεί τη μεγαλύτερη αναγκαία δαπάνη διαβίωσης ενός πολίτη;

Όσο αυξάνονται τα ενοίκια, τόσο αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου

Η συνεχής αύξηση των ενοικίων δεν επιβαρύνει μόνο τα νοικοκυριά. Αυξάνει παράλληλα και τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου.

Τα τελευταία χρόνια, σε πολλές περιοχές της χώρας, τα μισθώματα έχουν αυξηθεί ακόμη και κατά 50% σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια. Για τον ενοικιαστή αυτό σημαίνει μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα. Για το κράτος, όμως, σημαίνει υψηλότερα φορολογικά έσοδα, καθώς κάθε αύξηση του ενοικίου οδηγεί σε μεγαλύτερο δηλωθέν εισόδημα από ακίνητη περιουσία, υψηλότερο φόρο εισοδήματος και, σε αρκετές περιπτώσεις, σε υπαγωγή του εκμισθωτή σε υψηλότερη φορολογική κλίμακα.

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι ότι φορολογείται το εισόδημα του ιδιοκτήτη. Αυτό είναι απολύτως εύλογο.

Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ η Πολιτεία αναγνωρίζει πλήρως την αύξηση του εισοδήματος του εκμισθωτή, δεν αναγνωρίζει τη μείωση της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας του ενοικιαστή.

Η μεγαλύτερη φορολογική ασυμμετρία της στεγαστικής πολιτικής

Ας υποθέσουμε ότι ένας εργαζόμενος πριν από λίγα χρόνια είχε καθαρές αποδοχές 1.500 ευρώ και κατέβαλλε 550 ευρώ για το ενοίκιο της κύριας κατοικίας του. Σήμερα μπορεί να αμείβεται με 1.600 ευρώ, όμως το ενοίκιο να έχει αυξηθεί στα 900 ευρώ.

Παρά τη μικρή αύξηση των αποδοχών του, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του έχει μειωθεί. Πριν καλύψει ακόμη τις βασικές ανάγκες της καθημερινότητας - τρόφιμα, ενέργεια, μετακινήσεις, υγεία και εκπαίδευση - αναγκάζεται να διαθέσει σχεδόν το 60% του μηνιαίου εισοδήματός του μόνο για τη στέγαση.

Η αγοραστική του δύναμη μειώνεται. Το ίδιο και η πραγματική φοροδοτική του ικανότητα.

Κι όμως, το φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να τον αντιμετωπίζει σαν να διαθέτει ακόμη τα χρήματα που έχει ήδη καταβάλει για το ενοίκιο της κύριας κατοικίας του.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η βασική στρέβλωση: η φορολογία υπολογίζεται με βάση το ονομαστικό εισόδημα και όχι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα που απομένει στον πολίτη μετά την κάλυψη της μεγαλύτερης αναγκαίας δαπάνης διαβίωσης, της κατοικίας.

Το ενοίκιο φορολογείται ουσιαστικά δύο φορές

Η διατύπωση αυτή μπορεί αρχικά να ακούγεται υπερβολική. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται για διπλή φορολόγηση του ίδιου προσώπου, αλλά για τη φορολογική επιβάρυνση της ίδιας οικονομικής συναλλαγής από τις δύο πλευρές. Ο ενοικιαστής καταβάλλει το μίσθωμα χρησιμοποιώντας εισόδημα που έχει ήδη φορολογηθεί, ενώ το εισόδημα που προκύπτει από την εκμίσθωση φορολογείται σύμφωνα με το ισχύον φορολογικό πλαίσιο.

Το πραγματικό ζήτημα, όμως, δεν είναι ο τρόπος φορολόγησης του εισοδήματος από την εκμίσθωση. Είναι ότι, για τον ενοικιαστή, η καταβολή του ενοικίου αποτελεί μία απολύτως αναγκαία δαπάνη διαβίωσης και όχι εισόδημα ή προαιρετική καταναλωτική δαπάνη. Παρότι η κατοικία αποτελεί βασική προϋπόθεση αξιοπρεπούς διαβίωσης, το ποσό που καταβάλλεται για την κύρια κατοικία δεν αναγνωρίζεται φορολογικά, δεν μειώνει τη φορολογική βάση και δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας του πολίτη.

Η αδικία είναι ακόμη μεγαλύτερη για τις οικογένειες

Η στρέβλωση του φορολογικού συστήματος γίνεται ακόμη πιο εμφανής στις οικογένειες.

Χιλιάδες γονείς καλούνται σήμερα να καλύψουν όχι μόνο το ενοίκιο της κύριας κατοικίας τους, αλλά και το ενοίκιο της φοιτητικής κατοικίας των παιδιών τους.

Όλες αυτές οι δαπάνες πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικών συναλλαγών, με ενεργά ηλεκτρονικά μισθωτήρια καταχωρημένα στην ΑΑΔΕ. Το κράτος γνωρίζει κάθε ευρώ που καταβάλλεται.

Και όμως, ούτε ένα μέρος αυτών των ποσών δεν αναγνωρίζεται φορολογικά, ακόμη και όταν πρόκειται για οικογένειες με παιδιά, νέα ζευγάρια ή νοικοκυριά χωρίς καμία ακίνητη περιουσία.

Η άλλη πλευρά της συναλλαγής: η φορολόγηση του ιδιοκτήτη

Σήμερα, τα εισοδήματα από εκμίσθωση ακινήτων φορολογούνται αυτοτελώς από το πρώτο ευρώ, μετά την αυτόματη έκπτωση ποσοστού 5% για δαπάνες, με προοδευτική κλίμακα:

  • 15% για εισόδημα έως 12.000 €.

  • 25% για το τμήμα του εισοδήματος από 12.001 € έως 24.000 €.

  • 35% για το τμήμα του εισοδήματος από 24.001 € έως 36.000 €.

  • 45% για το τμήμα του εισοδήματος άνω των 36.001 €.

Η φορολόγηση αυτή εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα εισοδήματα του φορολογουμένου και δεν αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης. Εξάλλου, η κατοχή και η εκμετάλλευση ενός ακινήτου συνοδεύονται από σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις, όπως ο ΕΝΦΙΑ, οι δαπάνες συντήρησης και ανακαίνισης, οι ασφαλίσεις, καθώς και τα έξοδα διαχείρισης ή δικαστικής διεκδίκησης μη καταβληθέντων μισθωμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να εξεταστούν παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν και τους συνεπείς ιδιοκτήτες, όπως η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα εισοδήματα από ενοίκια έως 12.000 ευρώ και η δυνατότητα φορολογικής αναγνώρισης μέρους των τόκων στεγαστικών δανείων ή άλλων τεκμηριωμένων δαπανών που συνδέονται άμεσα με την απόκτηση και διατήρηση εισοδήματος από ακίνητα.

Το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται αλλού. Ενώ η Πολιτεία αναγνωρίζει πλήρως το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από την εκμίσθωση, εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει φορολογικά την αντίστοιχη δαπάνη του ενοικιαστή, παρότι πρόκειται για την ίδια οικονομική συναλλαγή και για μία απολύτως αναγκαία δαπάνη διαβίωσης. Αυτή η ασυμμετρία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στρεβλώσεις της σημερινής φορολογικής πολιτικής για τη στέγαση και καθιστά αναγκαία την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο προσδιορίζεται η πραγματική φοροδοτική ικανότητα των πολιτών.

Η ψηφιακή εποχή επιτρέπει μια δικαιότερη φορολογική πολιτική

Η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο στον ψηφιακό μετασχηματισμό της φορολογικής διοίκησης. Η ΑΑΔΕ γνωρίζει πλέον σχεδόν σε πραγματικό χρόνο κάθε μίσθωση, κάθε τροποποίηση ή λύση σύμβασης και κάθε ηλεκτρονική πληρωμή ενοικίου.

Επομένως, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστικό ζήτημα απόδειξης της δαπάνης ούτε σημαντικός κίνδυνος εικονικών συναλλαγών, όταν η πληρωμή πραγματοποιείται μέσω του τραπεζικού συστήματος και αντιστοιχεί σε ενεργό ηλεκτρονικό μισθωτήριο.

Παράλληλα, η φορολογική αναγνώριση μέρους της δαπάνης ενοικίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο για την πλήρη δήλωση των πραγματικών μισθωμάτων. Με τον τρόπο αυτό, θα ενισχυόταν περαιτέρω η φορολογική συμμόρφωση, θα περιορίζονταν φαινόμενα αδήλωτων ή εικονικών συναλλαγών και θα δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση ή ακόμη και την ενίσχυση των δημοσιονομικών εσόδων.

Με άλλα λόγια, η Πολιτεία διαθέτει ήδη όλα τα απαραίτητα εργαλεία για να εφαρμόσει μία δικαιότερη και αποτελεσματικότερη φορολογική πολιτική. Και όμως, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αυτή τη δαπάνη σαν να μην υπάρχει.

Το υψηλό ενοίκιο περιορίζει την πραγματική οικονομία

Η αύξηση των ενοικίων δεν επηρεάζει μόνο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Όταν μία οικογένεια καταβάλλει κάθε χρόνο 2.000, 3.000 ή ακόμη και 4.000 ευρώ περισσότερα για στέγαση σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια, αυτά τα χρήματα δεν κατευθύνονται στην κατανάλωση, στην αποταμίευση, στην εκπαίδευση ή σε άλλες παραγωγικές δαπάνες.

Απορροφώνται σχεδόν αποκλειστικά από το αυξημένο κόστος κατοικίας.

Έτσι, η στεγαστική κρίση δεν επιβαρύνει μόνο τα νοικοκυριά. Περιορίζει την κατανάλωση, μειώνει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες.

Δεν ζητείται φοροαπαλλαγή. Ζητείται φορολογική δικαιοσύνη.

Η συζήτηση δεν αφορά τη φορολόγηση των εισοδημάτων από ακίνητα, αλλά την ανάγκη το φορολογικό σύστημα να αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πραγματική οικονομική κατάσταση των πολιτών.

Η καταβολή ενοικίου για την κύρια κατοικία δεν αποτελεί προαιρετική καταναλωτική επιλογή, αλλά μία απολύτως αναγκαία δαπάνη διαβίωσης, η οποία μειώνει αντικειμενικά την πραγματική φοροδοτική ικανότητα του ενοικιαστή.

Η φορολογική νομοθεσία ήδη λαμβάνει υπόψη κοινωνικά, οικογενειακά και εισοδηματικά κριτήρια σε πλήθος περιπτώσεων. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος η μεγαλύτερη μηνιαία δαπάνη των περισσότερων ελληνικών νοικοκυριών να παραμένει εκτός οποιασδήποτε ουσιαστικής φορολογικής αναγνώρισης.

Η αναγνώριση μέρους της δαπάνης ενοικίου δεν συνιστά προνόμιο ούτε ειδική φορολογική μεταχείριση. Αποτελεί μία παρέμβαση που ενισχύει τη φορολογική ισότητα, αποκαθιστά μια υφιστάμενη ασυμμετρία και οδηγεί σε δικαιότερη αποτύπωση της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας του φορολογούμενου.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία: η φορολογία ως εργαλείο στεγαστικής πολιτικής

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η στεγαστική πολιτική δεν περιορίζεται μόνο στα επιδόματα στέγασης. Σε αρκετές περιπτώσεις, η φορολογία αξιοποιείται ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής για τη στήριξη των νοικοκυριών που επιβαρύνονται με υψηλό κόστος κατοικίας.

Ανάλογα με το φορολογικό σύστημα κάθε χώρας, εφαρμόζονται μέτρα όπως φορολογικές ελαφρύνσεις για την κύρια κατοικία, ειδικές προβλέψεις για νέους εργαζόμενους και οικογένειες με παιδιά, ενισχύσεις που συνδέονται με τη φοιτητική κατοικία ή άλλες μορφές φορολογικής ανακούφισης για όσους επιβαρύνονται με υψηλές στεγαστικές δαπάνες.

Η κοινή φιλοσοφία είναι ότι η κατοικία δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ιδιωτική καταναλωτική δαπάνη, αλλά ως βασικό κοινωνικό αγαθό που επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα και την ποιότητα ζωής των πολιτών.

Αντίθετα, στην Ελλάδα, παρά την πλήρη ψηφιοποίηση των μισθώσεων, των ηλεκτρονικών πληρωμών και των στοιχείων που διαθέτει η ΑΑΔΕ, εξακολουθεί να μην υπάρχει ουσιαστική φορολογική αναγνώριση της δαπάνης ενοικίου για την κύρια κατοικία.

Η μεταρρύθμιση μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα

Η εφαρμογή του μέτρου δεν προϋποθέτει νέα πληροφοριακά συστήματα, πρόσθετες δηλώσεις ή νέους μηχανισμούς ελέγχου. Η ΑΑΔΕ διαθέτει ήδη όλα τα απαραίτητα δεδομένα, μέσω των ηλεκτρονικών μισθωτηρίων και των υποχρεωτικών τραπεζικών πληρωμών των ενοικίων. Πρόκειται, επομένως, για μία μεταρρύθμιση που μπορεί να υλοποιηθεί άμεσα, με περιορισμένο διοικητικό κόστος και υψηλό βαθμό διαφάνειας.

10 προτάσεις για μια σύγχρονη φορολογική πολιτική στη στέγαση

Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με την αύξηση της προσφοράς κατοικιών ή με επιδοματικές πολιτικές. Απαιτεί και ένα φορολογικό σύστημα που αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πραγματική οικονομική δυνατότητα των πολιτών.

Η Πολιτεία διαθέτει ήδη όλα τα ψηφιακά εργαλεία για να εφαρμόσει μια δικαιότερη και πιο στοχευμένη πολιτική. Οι παρακάτω προτάσεις μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ενός σύγχρονου πλαισίου φορολογικής μεταρρύθμισης στη στέγαση.

1. Αναγνώριση μέρους του ενοικίου της κύριας κατοικίας ως φορολογικά εκπιπτόμενης δαπάνης

Η καταβολή ενοικίου για την κύρια κατοικία θα μπορούσε να αναγνωρίζεται εν μέρει ως εκπιπτόμενη δαπάνη, έως ενός ανώτατου ετήσιου ποσού, ώστε η φορολογία να αντανακλά περισσότερο την πραγματική φοροδοτική ικανότητα του πολίτη.

2. Εφαρμογή αποκλειστικά για την κύρια κατοικία

Το μέτρο θα πρέπει να αφορά μόνο την κύρια κατοικία του φορολογουμένου, διατηρώντας τον κοινωνικό του χαρακτήρα και αποκλείοντας εξοχικές ή δευτερεύουσες κατοικίες.

3. Στόχευση με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια

Η ενίσχυση πρέπει να απευθύνεται σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη, με αντικειμενικά κριτήρια εισοδήματος και περιουσίας, ώστε να εξασφαλίζεται κοινωνική δικαιοσύνη και δημοσιονομική ισορροπία.

4. Πρόσθετη μέριμνα για οικογένειες και νέους

Να προβλεφθούν αυξημένα όρια ή ειδικές φορολογικές ελαφρύνσεις για νέους εργαζόμενους, νέα ζευγάρια, οικογένειες με παιδιά, πολύτεκνους, μονογονεϊκές οικογένειες και άτομα με αναπηρία.

5. Φορολογική αναγνώριση της φοιτητικής κατοικίας

Η δαπάνη ενοικίου για τη φοιτητική κατοικία εξαρτώμενων τέκνων θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επιλέξιμη δαπάνη, καθώς συνδέεται άμεσα με την πρόσβαση στην εκπαίδευση και επιβαρύνει σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

6. Αυτόματη εφαρμογή μέσω της ΑΑΔΕ

Δεν απαιτείται νέα γραφειοκρατία. Η αναγνώριση της δαπάνης μπορεί να γίνεται αυτόματα, αξιοποιώντας τα ηλεκτρονικά μισθωτήρια, τις τραπεζικές πληρωμές και τα στοιχεία που ήδη διαθέτει η ΑΑΔΕ.

7. Ετήσιο ανώτατο όριο αναγνώρισης της δαπάνης

Η φορολογική αναγνώριση μπορεί να συνοδεύεται από ανώτατο πλαφόν, ώστε να προστατεύονται τα δημόσια έσοδα και να αποφεύγεται η επιδότηση ιδιαίτερα υψηλών μισθωμάτων.

8. Τακτική αξιολόγηση του μέτρου

Η αποτελεσματικότητα του μέτρου θα πρέπει να αξιολογείται περιοδικά, με βάση δείκτες όπως το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για στέγαση, η φορολογική συμμόρφωση και η εξέλιξη των ενοικίων, ώστε να προσαρμόζεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.

9. Η κατοικία να αναγνωριστεί ως βασική δαπάνη διαβίωσης

Η σημαντικότερη μεταρρύθμιση δεν είναι τεχνική αλλά θεσμική. Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ότι η δαπάνη για την κύρια κατοικία αποτελεί βασική δαπάνη διαβίωσης και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών.

10. Δημιουργία Ετήσιας Έκθεσης Στεγαστικής Επιβάρυνσης

Η ΑΑΔΕ, αξιοποιώντας τα δεδομένα των ηλεκτρονικών μισθωτηρίων και των τραπεζικών πληρωμών, θα μπορούσε να δημοσιεύει σε ετήσια βάση συγκεντρωτικά στοιχεία για το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για στέγαση ανά εισοδηματική κατηγορία, ηλικιακή ομάδα και γεωγραφική περιοχή. Η συστηματική αυτή παρακολούθηση θα επιτρέπει την αξιολόγηση της στεγαστικής επιβάρυνσης και τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων φορολογικών και στεγαστικών πολιτικών.

Η φορολογική δικαιοσύνη ξεκινά από την αναγνώριση της κατοικίας

Η φορολογική αναγνώριση μέρους της δαπάνης ενοικίου δεν αποτελεί προνόμιο ούτε νέα επιδότηση.

Αποτελεί μία θεσμική παρέμβαση που μπορεί να αποκαταστήσει μια διαχρονική φορολογική ασυμμετρία, να ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, να στηρίξει την πραγματική οικονομία και να αξιοποιήσει τις ψηφιακές δυνατότητες που ήδη διαθέτει η χώρα.

Η φορολογική δικαιοσύνη δεν σημαίνει να πληρώνουν κάποιοι λιγότερους φόρους. Σημαίνει να φορολογούνται όλοι με βάση την πραγματική οικονομική τους δυνατότητα. Και όταν η μεγαλύτερη μηνιαία δαπάνη ενός πολίτη είναι η κατοικία του, ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα δεν μπορεί να συνεχίζει να την αγνοεί.

Τα σχολιά σας δημοσιεύονται άμεσα με δική σας ευθύνη. Το ΕΘΝΟΣ θα παρεμβαίνει και τα προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται
καταχώρηση
Διαβάστε ακόμη

Φοροδιαφυγή - «μαμούθ» άνω των 17 εκατ. ευρώ: Δήλωνε άστεγη αλλά ζούσε σε βίλα με πισίνα

Το πακέτο της ΔΕΘ, η αντιπολίτευση και η Κυριακή των εκλογών: Τα 5+1 μηνύματα Μητσοτάκη

Ιταλία: 43χρονος άνδρας πέθανε κατά τη διάρκεια αστυνομικής σύλληψης - Φώναζε επανειλημμένα «βοήθεια»

«Καμίνι» η χώρα: Πού ξεπέρασε τους 41 βαθμούς ο υδράργυρος - Έρχονται πιο δύσκολες ημέρες

επόμενο άρθρο
#TAGS
  • ειδήσεις τώρα
  • ενοίκιο
  • στέγαση
Ακολούθησε το Έθνος στο Google News!
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr