Παράδοση και νεωτερικότητα
Ακρόπολη/Eurokinissi

Παράδοση και νεωτερικότητα

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Αυτοί λοιπόν που θέλησαν να ξεχάσουν την ταπεινή τους καταγωγή, υιοθέτησαν, όταν ξεπέρασαν τα συµπλέγµατα κατωτερότητας, το αστικό σύνθηµα «επιστροφή στις ρίζες», αλλά οι ρίζες ήταν πια ξεραµένες και έπρεπε να τις ξαναφυτέψουν

Είναι σχεδόν κανόνας η παράδοση να αντιµετωπίζεται σαν απολίθωµα, να αναζητείται περισσότερο ανάµεσα στους νεκρούς παρά στους ζωντανούς. Είναι στερεότυπο η αντιπαράθεσή της µε τη νεωτερικότητα, µε κάθε νεωτερισµό, µε όρους αξιολογικής κρίσης πάντοτε. Το παλιό είναι καλό. Ο,τι µας παραδίδεται από τις προηγούµενες γενιές είναι «γνήσιο», «αυθεντικό», «ιερό». Κάθε αλλαγή είναι απειλή και αντιµετωπίζεται σαν αλλοίωση και όχι ως ιστορική εξέλιξη. Πρώτα πρώτα πρέπει να αναρωτηθούµε κατά πόσο η «παράδοση» είναι το αντίθετο της νεωτερικότητας ή είναι προϊόν της. Η έννοια της παράδοσης δεν υφίσταται παρά µόνο στο πλαίσιο της νεωτερικότητας.

Οι κοινωνίες που ζουν µέσα σε αυτό που εµείς ονοµάζουµε «παράδοση» δεν διαθέτουν αυτή την έννοια. Αυτό που εµείς λέµε «παράδοση» είναι η δική τους καθηµερινή πραγµατικότητα, η πραγµατική ζωή τους. ∆εν είναι ένα αντικείµενο που χρήζει µελέτης, προστασίας, αναβίωσης κ.λπ. Για να γίνει αυτό παράδοση, πρέπει να υπάρξει µια µετάβαση σε έναν νέο τρόπο ζωής, πρέπει να βγούµε, να φύγουµε από αυτό. Για να γίνει κάτι «λαϊκό», πρέπει να προηγηθεί εξαστισµός, πρέπει να προκύψει ιστορικά η αστική τάξη, το αστικό ως κοινωνική και πολιτισµική κατηγορία. Το λαϊκό είναι και αυτό, λοιπόν, προϊόν της αστικής σκέψης, του αστικού µετασχηµατισµού.

Οι όροι «παραδοσιακός» και «λαϊκός» δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιο αυτών που εµείς εκ των υστέρων και απέξω αποκαλούµε έτσι. Αν θεωρήσουµε την παράδοση επινόηση της νεωτερικότητας, τότε, πέραν της αποδοχής της άποψης περί της ιστορικής συγκρότησής της, θα πρέπει να την εννοήσουµε και ως µια δυναµική διαδικασία, ως ένα σύνολο προδιαγραφών, υλικών και πνευµατικών, χρήσιµων για την ευηµερία και την αναπαραγωγή µιας κοινωνίας. Η αντικειµενοποίηση της παράδοσης στο πλαίσιο της αστικής δοµικής νοσταλγίας προσλαµβάνει πολλαπλές διαστάσεις και εκφράσεις. Πάνω από όλα, η παράδοση-τρόπος ζωής δίνει τη θέση της στην παράδοση-γνώση ή στη γνώση της παράδοσης, µε τη διαµεσολάβηση κεντρικών θεσµών που ελέγχονται από τους ιδεολογικούς µηχανισµούς του κράτους. Ωστόσο, οι κρατικοί θεσµοί δεν είναι οι µόνοι φορείς διατήρησης, επινόησης, διάδοσης κ.ο.κ. της παράδοσης.

Από τη Μεταπολίτευση και έπειτα οι κύριοι φορείς που ασχολούνται συστηµατικά µε την παράδοση είναι οι πολυώνυµοι σύλλογοι (πολιτιστικοί, εκπολιτιστικοί, µορφωτικοί, εξωραϊστικοί κ.λπ.). Ολο αυτό το κίνηµα συνοψίζεται σε µια νοσταλγική ενατένιση του αγροτικού παρελθόντος, ενός παρελθόντος που δεν ήταν τόσο ιδεατό όσο το παρουσιάζουν οι σχετικές ρητορικές, αναβιώσεις και αναπαραστάσεις κάθε είδους. Πρόκειται για το φαινόµενο του φολκλορισµού, που ωραιοποιεί το παρελθόν και εξαντλείται σε υµνολόγια και παραστάσεις δρωµένων στο πλαίσιο πολιτιστικών εκδηλώσεων τουριστικού ή πανηγυρικού χαρακτήρα. Σε όλο αυτό το φαινόµενο ενυπάρχει µια αντίφαση, που συνδέεται µε τη συγκεχυµένη και σχιζοειδή σχέση µας µε το κοντινό παρελθόν µας, µια αντίφαση και µια σύγχυση που παράγει και αναπαράγει ένα πρόβληµα ως προς τη συλλογική µας ταυτότητα. Ενα παρελθόν που αφήσαµε πίσω «πετώντας µαύρη πέτρα», έναν σκληρό και υποτιµηµένο τρόπο ζωής, τον χωριάτικο τρόπο ζωής, που η (µικρο)αστική ιδεολογία στιγµάτισε µε τον χειρότερο τρόπο, µε αποτέλεσµα οι πρώην χωριάτες όχι µόνο να επιδιώκουν διακαώς τον «αποβλαχισµό» τους και την ένταξή τους στις µάζες των µικροαστών των πόλεων αλλά και να ντρέπονται για την καταγωγή τους, για τις χωριάτικες ρίζες τους.

Αυτοί λοιπόν που θέλησαν να ξεχάσουν την ταπεινή τους καταγωγή υιοθέτησαν, όταν ξεπέρασαν τα συµπλέγµατα κατωτερότητας, το αστικό σύνθηµα «επιστροφή στις ρίζες», αλλά οι ρίζες ήταν πια ξεραµένες και έπρεπε να τις ξαναφυτέψουν. Ετσι άρχισαν οι αναβιώσεις και οι αναπαραστάσεις σε ένα πλαίσιο ωραιοποίησης και επινόησης ή επένδυσης παραδόσεων µε νέα νοήµατα. Υστερα ήρθαν και τα ευρωπαϊκά προγράµµατα ανάπτυξης (αγροτουρισµός, οικοτουρισµός) και αργότερα η «άυλη πολιτιστική κληρονοµιά» της UNESCO, και τη φολκλοροποίηση ακολούθησε η εµπορευµατοποίηση, µια ολόκληρη βιοµηχανία, η οποία παράγει εκτός από παραδοσιακά προϊόντα και ιδεολογία. Ενα «µετά» που µας επιστρέφει σε έναν νέο οιονεί ροµαντισµό, όπου αναζητούµε πνευµατικές-ψυχολογικές διεξόδους στα αδιέξοδα της µεταβιοµηχανικής πια εποχής.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2020 - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΝΕΟ APP ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ Ethnos.gr - App Store Ethnos.gr - Google Play
ΣΧΟΛΙΑ <% totalComments %>
ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Tο ethnos.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται ενώ το ethnos.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

Δείτε εδώ τους όρους χρήσης.

Προσθήκη Σχολίου
<% replyingComment.name %>
Ακύρωση
Το σχόλιό σας έχει προωθηθεί για έγκριση
Αυτός ο ιστότοπος προστατεύεται από το reCAPTCHA και ισχύουν η Πολιτική Απορρήτου και οι Όροι Παροχής Υπηρεσιών της Google.

NETWORK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΕΞΥΠΝΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ