Η ιστορία της Ρουθ Σνάιντερ: Ο μοναδικός άνθρωπος που φωτογραφήθηκε να ξεψυχά στην ηλεκτρική καρέκλα
Η παράνομη σχέση, η ασφάλεια ζωής, το άγριο έγκλημα κ μια φωτογραφία που έμεινε στην ιστορία🕛 χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Ήταν 12 Ιανουαρίου του 1928 και οι λιγοστοί άνθρωποι που είχαν το «προνόμιο» να βρίσκονται στις φυλακές Sing Sing της Νέας Υόρκης, μπορούσαν να νιώσουν την ένταση στην ατμόσφαιρα. Όλα ήταν έτοιμα για τη θανάτωση της Ρουθ Σνάιντερ, η οποία είχε καταδικαστεί στην εσχάτη των ποινών για τη δολοφονία του συζύγου της.
Λίγη ώρα αργότερα, το ίδιο τίμημα επρόκειτο να πληρώσει και ο εραστής της, Χένρι Γκρέι. Αν και η εκτέλεση της θανατικής ποινής ήταν κάτι ήδη πολύ γνώριμο στους Αμερικανούς κι έγινε... συνήθεια τις επόμενες δεκαετίες, αυτή η 12η Ιανουαρίου και πολύ περισσότερο η επόμενη ημέρα, θα γράφονταν στην ιστορία.
Το κλικ που κανείς δεν άκουσε
Το ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα στη Ρουθ, τον σύζυγό της Άλμπερτ Σνάιντερ και τον Γκρέι και βέβαια η δολοφονία, είχαν προκαλέσει τεράστιο ενδιαφέρον στα μέσα ενημέρωσης της εποχής. Η αίθουσα ήταν σιωπηλή όσο οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έδεναν τη θανατοποινίτισσα στην ηλεκτρική καρέκλα. Η ίδια έκλαιγε και προσευχόταν κι αυτές ήταν οι τελευταίες αντιδράσεις στη ζωή της.
Τη στιγμή της εκτέλεσης, δεν ακούγονταν ούτε οι ανάσες των παρευρισκόμενων και είναι απορίας άξιο πώς δεν ακούστηκε κι ο απαλός ήχος μιας φωτογραφικής μηχανής. Κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι... Μέχρι την επόμενη ημέρα, όταν η φωτογραφία της εκτέλεσης της Ρουθ Σνάιντερ εμφανίστηκε ως πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα New York Daily News. Η γυναίκα αυτή είχε μόλις γίνει ο πρώτος και μοναδικός άνθρωπος που φωτογραφήθηκε να πεθαίνει στην ηλεκτρική καρέκλα.
Υπεύθυνος γι αυτό ήταν ο Τομ Χάουαρντ, ένας φωτογράφος της Chicago Tribune, ο οποίος είχε προσληφθεί από τη New York Daily News, με την ελπίδα ότι οι υπάλληλοι των φυλακών δεν θα αναγνώριζαν έναν δημοσιογράφο που ερχόταν από άλλη πόλη.
Ο Χάουαρντ είχε κρύψει τη φωτογραφική μηχανή στον αστράγαλό του και κατάφερε να τραβήξει τη διαβόητη φωτογραφία χρησιμοποιώντας ένα κουμπί ενεργοποίησης συνδεδεμένο με ένα καλώδιο που περνούσε μέσα από το παντελόνι του.
Ο παράνομος έρωτας που οδήγησε στον φόνο
Μέχρι το 1925, η Ρουθ Σνάιντερ ήταν βαθιά δυστυχισμένη στον γάμο της. Ο σύζυγός της πιστεύεται ότι εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένος με την πρώην αρραβωνιαστικιά του κι ίσως έτσι εξηγείται το γεγονός ότι έπινε πολύ και δεν έδινε καμία σημασία στη Ρουθ και την εννιάχρονη κόρη τους.
Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, η Ρουθ γνώρισε έναν πωλητή κορσέδων. Η επαφή της με τον Χένρι Τζαντ Γκρέι εξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε μια παθιασμένη εξωσυζυγική σχέση και δύο χρόνια αργότερα, αποφάσισαν να φύγουν μαζί.
Όπως αναφέρει η ιστοσελίδα Smithsonian Magazine, σχεδίαζαν να χρηματοδοτήσουν τη νέα τους ζωή συνάπτοντας ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής για τον σύζυγο της Σνάιντερ. Όπως πολύ συχνά συμβαίνει στις ΗΠΑ, αυτή η προοπτική είσπραξης χρημάτων από ασφάλειες ζωές οδηγεί πολλές φορές σε προσχεδιασμένες δολοφονίες.
Ασφάλεια ζωής και δολοφονία
Η Σνάιντερ ασφάλισε τη ζωή του συζύγου της για 45.000 δολάρια, ποσό που σήμερα αντιστοιχεί σε περισσότερα από 800.000 δολάρια, και συμπεριέλαβε έναν όρο «διπλής αποζημίωσης». Αυτό σήμαινε ότι η ασφαλιστική εταιρεία θα κατέβαλε το διπλάσιο ποσό αν εκείνος πέθαινε από «τυχαίο συμβάν». Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει αυτοκτονία, ατύχημα ή ακόμη και δολοφονία. Σατανικό σχέδιο, το οποίο περίμενε την υλοποίησή του...
Στις 20 Μαρτίου 1927, η Ρουθ και ο σύντροφός της εκτέλεσαν αυτό το σχέδιο. Δολοφόνησαν τον Σνάιντερ χτυπώντας τον με το μεταλλικό αντίβαρο ενός παραθύρου, πιέζοντας στα ρουθούνια του βαμβάκι εμποτισμένο με χλωροφόρμιο και στραγγαλίζοντάς τον με το σύρμα μιας κορνίζας.
Στη συνέχεια, η Σνάιντερ κάλεσε την αστυνομία και ισχυρίστηκε ότι «δύο γιγαντόσωμοι Ιταλοί» είχαν εισβάλει βίαια στο σπίτι τους στο Κουίνς της Νέας Υόρκης.
Η ιστορία τους κατέρρευσε γρήγορα.
Παρότι η Σνάιντερ ισχυρίστηκε ότι οι «Ιταλοί» είχαν ληστέψει το σπίτι, οι υποτιθέμενοι δράστες είχαν αφήσει πίσω το χρυσό ρολόι τσέπης του συζύγου της.
Επιπλέον, ενώ υποστήριξε ότι οι δολοφόνοι την είχαν δέσει, η αστυνομία θεώρησε ύποπτο το γεγονός ότι είχαν δέσει μόνο τα πόδια της και όχι τα χέρια της.
Υπό την πίεση των ανακρίσεων, η Σνάιντερ και ο Γκρέι λύγισαν και άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον.
Και οι δύο συνελήφθησαν, κρίθηκαν ένοχοι για φόνο πρώτου βαθμού και καταδικάστηκαν σε θάνατο.
Η ιστορία της φωτογραφίας
Η δημοσιογραφική κάλυψη του εγκλήματος, της δίκης και της θανατικής καταδίκης της Ρουθ Σνάιντερ μετατράπηκε σε πραγματικό μιντιακό θέαμα.
Οι εφημερίδες ταμπλόιντ δημοσίευαν σοκαριστικές και συχνά ψευδείς λεπτομέρειες, προσπαθώντας να ξεπεράσουν η μία την άλλη σε εντυπωσιασμό.
Η Σνάιντερ χαρακτηρίστηκε «τεχνητή ξανθιά δολοφόνος», «η παγωμένη κυρία του Κουίνς» και «μια επιπόλαιη κυνηγός απολαύσεων, συνηθισμένη στην απεριόριστη ικανοποίηση των επιθυμιών της, η οποία τελικά καταλήγει σε ένα όργιο δολοφονικού πάθους και λαγνείας».
Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία της εκτέλεσής, η New York Daily News σχεδίασε έναν τρόπο να ξεπεράσει όλους τους ανταγωνιστές της: να εξασφαλίσει μια φωτογραφία της στην ηλεκτρική καρέκλα. Κάτι αρκετά εύκολο ως ιδέα, αλλά πολύ δύσκολο να γίνει πράξη.
Υπήρχαν δύο βασικά εμπόδια: οι φωτογραφικές μηχανές απαγορεύονταν στον θάλαμο εκτελέσεων των φυλακών Σινγκ Σινγκ και το προσωπικό των φυλακών θα αναγνώριζε οποιονδήποτε εργαζόταν για τη Daily News.
Έτσι, σύμφωνα με το περιοδικό Time, η εφημερίδα προσέλαβε διακριτικά τον Τομ Χάουαρντ, φωτογράφο της Chicago Tribune.
Την ημέρα της εκτέλεσης, στις 12 Ιανουαρίου 1928, ο Χάουαρντ μπήκε στις φυλακές Σινγκ Σινγκ μαζί με περίπου 20 ακόμη άτομα. Οι φρουροί δεν τον αναγνώρισαν και δεν αντιλήφθηκαν τη φωτογραφική μηχανή που είχε κρύψει στον αστράγαλό του.
Η Σνάιντερ οδηγήθηκε στον θάλαμο εκτελέσεων στις 23:00. Κλαίγοντας και προσευχόμενη, δέθηκε στην ηλεκτρική καρέκλα, ενώ 24 μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και ο Χάουαρντ, παρακολουθούσαν.
Στις 23:01 ενεργοποιήθηκε το ηλεκτρικό ρεύμα της καρέκλας.
Μέχρι τις 23:04, η Ρουθ Σνάιντερ είχε μείνει ακίνητη. Ένας γιατρός εξέτασε το σώμα της και επιβεβαίωσε τον θάνατό της.
Καθώς όλοι είχαν στραμμένη την προσοχή τους στη σκηνή μπροστά τους, κανείς δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε τον Χάουαρντ τη στιγμή που φωτογράφιζε τη γυναίκα που πέθαινε.
Πρωτοσέλιδο
Το επόμενο πρωί, η New York Daily News δημοσίευσε τη φωτογραφία του Χάουαρντ στην πρώτη σελίδα, υπό τον τίτλο DEAD (σ.σ. νεκρή)». Η εφημερίδα εξαντλήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά.
Ο Χάουαρντ έλαβε 100 δολάρια για τη φωτογραφία, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν 2.000 δολάρια σήμερα.
Η εικόνα προκάλεσε σκάνδαλο. Παρότι η πρώτη εκτέλεση με ηλεκτρική καρέκλα είχε πραγματοποιηθεί σχεδόν 40 χρόνια νωρίτερα, η Σνάιντερ ήταν ο πρώτος άνθρωπος που φωτογραφήθηκε την ώρα που πέθαινε με αυτόν τον τρόπο.
Και παραμένει μέχρι και σήμερα, καθώς ποτέ στην ιστορία δεν τραβήχτηκε ανάλογη φωτογραφία που να αποτυπώνει την πραγματικότητα μιας εκτέλεσης στη φυλακή.
Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» μέχρι την ΑΟΖ : Η γεωπολιτική και νομική αντιπαράθεση Ελλάδας - Τουρκίας στο Αιγαίο
Ποιος κερδίζει πολιτικά από το χάος στη Γαλλία; Η επόμενη μέρα μετά τις βίαιες διαδηλώσεις
Το φαινόμενο των συχνών αναταράξεων: Πώς η κλιματική κρίση αλλάζει τις πτήσεις
Η ιστορία της Ρουθ Σνάιντερ: Ο μοναδικός άνθρωπος που φωτογραφήθηκε να ξεψυχά στην ηλεκτρική καρέκλα
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



