Diana: 29 χρόνια μετά, γιατί η «πριγκίπισσα του λαού» δεν έφυγε ποτέ πραγματικά
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ Νταϊάνα (Diana) ήταν μόλις 36 ετών όταν έχασε τη ζωή της σε τροχαίο δυστύχημα στο Παρίσι. Μαζί της στο αυτοκίνητο βρίσκονταν ο Ντόντι Φαγιέντ και ο οδηγός Ανρί Πολ, ενώ ο σωματοφύλακάς της, Τρέβορ Ρις-Τζόουνς, ήταν ο μοναδικός επιζών. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 31ης Αυγούστου, το αυτοκίνητο συνετρίβη στη σήραγγα της Αλμά. Η Νταϊάνα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Pitie-Salpetriere, όπου, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, άφησε την τελευταία της πνοή περίπου στις 4:00 τα ξημερώματα.
Εκείνη την ημέρα δεν έφυγε απλώς ένα μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας. Έφυγε μια γυναίκα που, μέσα σε μόλις 36 χρόνια ζωής, είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια σχέση με το κοινό που ελάχιστοι δημόσιοι άνθρωποι έχουν γνωρίσει. Το πένθος ήταν πρωτοφανές. Εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, λουλούδια και σημειώματα πλημμύρισαν το Λονδίνο, ενώ η κηδεία της μεταδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο και παρακολουθήθηκε από εκατοντάδες εκατομμύρια τηλεθεατές. Κι όμως, η ιστορία της Νταϊάνα δεν σταμάτησε εκεί.
Μετά τον θάνατό της, η παρουσία της άρχισε να παίρνει μια διαφορετική μορφή. Δεν ήταν πλέον η πριγκίπισσα που βλέπαμε στις επίσημες εμφανίσεις, ούτε η γυναίκα που φωτογράφιζαν καθημερινά οι παπαράτσι. Ήταν πλέον μια φιγούρα που ο καθένας μπορούσε να γνωρίσει μέσα από τις φωτογραφίες, τις συνεντεύξεις της, τις ιστορίες ανθρώπων που τη γνώρισαν, αλλά και μέσα από τις ταινίες, τις σειρές, τα βιβλία και τη μόδα.
Και κάπως έτσι, η Νταϊάνα άρχισε να περνά από τη μία γενιά στην άλλη. Άνθρωποι που δεν την έζησαν ποτέ από κοντά άρχισαν να ανακαλύπτουν τη ζωή της μέσα από τις εικόνες της. Τα ρούχα της επέστρεψαν στις τάσεις, οι εμφανίσεις της έγιναν σημείο αναφοράς για μια νέα γενιά, η ιστορία της μεταφέρθηκε στην οθόνη και τα βιβλία για τη ζωή της συνέχισαν να βρίσκουν νέους αναγνώστες. Η Νταϊάνα έφυγε από τη ζωή εκείνο το ξημέρωμα στο Παρίσι. Η εικόνα της, όμως, συνέχισε να ζει και σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα παραμένει αναγνωρίσιμη ακόμη και σε ανθρώπους που γεννήθηκαν μετά τον θάνατό της.
Μια εικόνα που ο χρόνος δεν κατάφερε να ξεθωριάσει
Η Νταϊάνα γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1961 στο Νόρφολκ, σε μια οικογένεια της βρετανικής αριστοκρατίας. Είκοσι χρόνια αργότερα, στις 29 Ιουλίου 1981, παντρεύτηκε τον τότε πρίγκιπα της Ουαλίας, Κάρολο, σ' έναν γάμο που έμοιαζε βγαλμένος από παραμύθι και παρακολούθησε ολόκληρος ο κόσμος. Από τη σχέση τους γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Γουίλιαμ και ο Χάρι, και για ένα διάστημα η οικογένεια έμοιαζε να ενσαρκώνει την εικόνα της τέλειας βασιλικής ζωής.
Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, τα πράγματα ήταν πολύ πιο περίπλοκα. Η σχέση της Νταϊάνα και του Καρόλου άρχισε σταδιακά να φθείρεται, μέχρι που το ζευγάρι οδηγήθηκε σε διάσταση και, τελικά, στο διαζύγιο. Την ίδια στιγμή, η Νταϊάνα βρισκόταν όλο και περισσότερο στο επίκεντρο μιας δημοσιότητας που δύσκολα μπορούσε να διαχειριστεί οποιοσδήποτε άνθρωπος. Οι κάμερες την ακολουθούσαν σχεδόν παντού. Στις επίσημες εμφανίσεις της, στις διακοπές, στα ταξίδια, στις εξόδους της, αλλά και στις πιο προσωπικές στιγμές της με τους γιους της. Κάθε εμφάνιση μπορούσε να γίνει πρωτοσέλιδο και κάθε φωτογραφία να αποτελέσει αντικείμενο σχολιασμού.
Η Νταϊάνα δεν ήταν απλώς διάσημη. Ήταν μια από τις πιο φωτογραφημένες γυναίκες στον κόσμο. Και αυτή η διαρκής προσοχή έγινε σταδιακά ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια της ζωής της. Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ιστορίας της. Όσο περισσότερο ο κόσμος ήθελε να τη βλέπει, τόσο λιγότερος χώρος έμενε για να ζήσει μακριά από τα βλέμματα. Η ίδια δημοσιότητα που την έκανε αγαπητή σε εκατομμύρια ανθρώπους ήταν εκείνη που πολλές φορές δεν της επέτρεπε να κινηθεί ελεύθερα ούτε στην καθημερινότητά της.
Και όσο η σχέση της με το Παλάτι γινόταν πιο δύσκολη, τόσο περισσότερο η Νταϊάνα έμοιαζε να αναζητά τη δική της ταυτότητα έξω από αυτό. Δεν ήθελε πλέον να είναι μόνο η πριγκίπισσα που έπρεπε να ακολουθεί ένα πρωτόκολλο. Ήθελε να είναι η Νταϊάνα. Και αυτή η αλλαγή θα επηρέαζε όχι μόνο τη ζωή της, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η βρετανική κοινή γνώμη έβλεπε τη μοναρχία.
Η Νταϊάνα ήξερε πώς να στρέφει τα φώτα εκεί όπου υπήρχε ανάγκη
Αν κάποιος γνωρίζει τη Νταϊάνα μόνο μέσα από τις φωτογραφίες της, είναι εύκολο να πιστέψει ότι η ιστορία της περιορίζεται στα εντυπωσιακά φορέματα, τον βασιλικό γάμο, τις επίσημες εμφανίσεις και τα πρωτοσέλιδα. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πολύ μεγαλύτερη. Πίσω από τη διάσημη εικόνα της υπήρχε μια γυναίκα που επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη δημοτικότητά της για να στρέψει το ενδιαφέρον του κόσμου σε ανθρώπους και ζητήματα που συχνά έμεναν στο περιθώριο.
Κατά τη διάρκεια της δημόσιας ζωής της, η Νταϊάνα υπήρξε πρόεδρος ή προστάτιδα περισσότερων από 100 φιλανθρωπικών οργανώσεων. Ασχολήθηκε με τους άστεγους, τα παιδιά, τα άτομα με αναπηρία, αλλά και με ανθρώπους που ζούσαν με HIV/AIDS. Δεν ήταν, όμως, μόνο οι οργανώσεις που επέλεξε να στηρίξει. Ήταν κυρίως ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να το κάνει.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και του ’90, ο φόβος γύρω από το AIDS ήταν τεράστιος. Η άγνοια και το στίγμα ήταν ακόμη έντονα, ενώ πολλοί άνθρωποι πίστευαν λανθασμένα ότι ο HIV μπορούσε να μεταδοθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Η Νταϊάνα στάθηκε απέναντι σε αυτή την αντίληψη με τον πιο απλό και άμεσο τρόπο: πλησιάζοντας ανθρώπους που άλλοι φοβούνταν να αγγίξουν. Η εικόνα της να σφίγγει το χέρι ενός ανθρώπου που ζούσε με HIV έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της δημόσιας δράσης της. Δεν χρειάστηκε μια μεγάλη ομιλία. Μια χειραψία ήταν αρκετή για να περάσει ένα μήνυμα που, εκείνη την εποχή, είχε τεράστια σημασία.
Η Νταϊάνα δεν έμενε στα λόγια. Πήγαινε εκεί όπου υπήρχε ανάγκη. Καθόταν δίπλα στους ανθρώπους, τους άκουγε, τους άγγιζε, τους αγκάλιαζε. Η συμπεριφορά της ήταν διαφορετική από την τυπική εικόνα μιας γαλαζοαίματης που επισκέπτεται μια φιλανθρωπική δράση. Δημιουργούσε την αίσθηση μιας πραγματικής ανθρώπινης επαφής. Και αυτή ακριβώς η επαφή ήταν που έκανε τη διαφορά.
Το 1997, λίγους μόλις μήνες πριν από τον θάνατό της, η Νταϊάνα αποφάσισε ν' ασχοληθεί ακόμη πιο ενεργά με ένα ζήτημα που μέχρι τότε βρισκόταν μακριά από την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων, τις νάρκες ξηράς. Τον Ιανουάριο ταξίδεψε στην Αγκόλα, όπου επισκέφθηκε περιοχές που είχαν μολυνθεί από νάρκες και συναντήθηκε με ανθρώπους που είχαν χάσει άκρα ή είχαν τραυματιστεί σοβαρά. Οι φωτογραφίες της από την επίσκεψη έκαναν τον γύρο του κόσμου.
Η πιο χαρακτηριστική εικόνα ήταν εκείνη της Νταϊάνα να περπατά μέσα σε ναρκοπέδιο, φορώντας προστατευτικό εξοπλισμό και ακολουθώντας ειδικά διαμορφωμένη ασφαλή διαδρομή. Η παρουσία της δεν ήταν μια ακόμη επίσημη βασιλική υποχρέωση. Ήταν ένας τρόπος να μεταφέρει ένα ξεχασμένο ανθρωπιστικό ζήτημα στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Και το κατάφερε.
Λίγους μήνες αργότερα, συνέχισε την εκστρατεία της στις ΗΠΑ και στη συνέχεια ταξίδεψε στη Βοσνία. Εκεί βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με τις συνέπειες των ναρκών και μίλησε με ανθρώπους που είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα ακόμη και χρόνια μετά το τέλος των συγκρούσεων. Για τη Νταϊάνα, η δημοσιότητα δεν ήταν πλέον μόνο ένα βάρος. Είχε γίνει ένα εργαλείο που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να κάνει τους άλλους να κοιτάξουν εκεί όπου μέχρι τότε δεν κοίταζαν. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες πλευρές της κληρονομιάς της.
Χρόνια αργότερα, ο γιος της, πρίγκιπας Χάρι, θα ακολουθούσε τα βήματά της. Η Αγκόλα θα παρέμενε συνδεδεμένη με τη μνήμη της μητέρας του, καθώς ο ίδιος συνέχισε να μιλά για την ανάγκη εξάλειψης των ναρκών και να επισκέπτεται περιοχές που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειές τους. Η Νταϊάνα μπορεί να έζησε μόλις 36 χρόνια, αλλά πρόλαβε να δείξει ότι η πραγματική επιρροή ενός δημόσιου προσώπου δεν μετριέται μόνο από το πόσα βλέμματα συγκεντρώνει. Μετριέται και από το πού επιλέγει να τα στρέψει.
Ποια Νταϊάνα αξίζει να δούμε;
Η Νταϊάνα έχει βρέθηκε πολλές φορές στην οθόνη και στις σελίδες των βιβλίων. Η ζωή της έχει γίνει σειρά, ταινία, ντοκιμαντέρ και αντικείμενο δεκάδων βιογραφιών. Όμως κάθε έργο την προσεγγίζει διαφορετικά. Άλλα επιχειρούν να ανασυνθέσουν γεγονότα, άλλα εστιάζουν σε συγκεκριμένες περιόδους της ζωής της και άλλα ενδιαφέρονται περισσότερο για τον άνθρωπο πίσω από τη δημόσια εικόνα.
Γι’ αυτό και έχει σημασία να ξέρουμε τι ακριβώς παρακολουθούμε ή διαβάζουμε. Μια δραματική σειρά δεν είναι ιστορικό ντοκουμέντο και μια ταινία δεν μπορεί πάντα να μας πει τι πραγματικά συνέβη. Μπορεί, όμως, να μας βοηθήσει να καταλάβουμε την εποχή, την πίεση και τις συνθήκες μέσα στις οποίες έζησε η Νταϊάνα. Η πιο γνωστή σύγχρονη τηλεοπτική απεικόνιση της Νταϊάνα είναι, χωρίς αμφιβολία, το «The Crown». Η σειρά του Netflix την έφερε ξανά στο επίκεντρο, συστήνοντάς την μάλιστα σε ένα κοινό που δεν είχε ζήσει τη δεκαετία του ’80 και του ’90.
Η Νταϊάνα εμφανίζεται για πρώτη φορά στην τέταρτη σεζόν, όπου την υποδύεται η Έμα Κόριν. Στις δύο τελευταίες σεζόν, τον ρόλο αναλαμβάνει η Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι. Η σειρά παρακολουθεί τη γνωριμία και τον γάμο της με τον Κάρολο, τη ζωή της μέσα στη βασιλική οικογένεια, τη σταδιακή διάλυση του γάμου τους, τη σχέση της με τα μέσα ενημέρωσης και, τελικά, τα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Η σειρά κατάφερε να αναπαραστήσει με εντυπωσιακή λεπτομέρεια την εποχή, από τα κοστούμια και τα σκηνικά μέχρι τις δημόσιες εμφανίσεις της Νταϊάνα. Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη μοναξιά και την πίεση που βίωνε πίσω από τις κλειστές πόρτες του Παλατιού.
Υπάρχει, όμως, μια σημαντική λεπτομέρεια που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Το «The Crown» δεν είναι ντοκιμαντέρ. Είναι μια δραματοποιημένη σειρά που βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, αλλά χρησιμοποιεί και μυθοπλαστικά στοιχεία. Με άλλα λόγια, είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να μπει κάποιος στην εποχή και να αποκτήσει μια εικόνα για τη ζωή της Νταϊάνα, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε διάλογο ή κάθε σκηνή ως ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός.
Αν το «The Crown» προσπαθεί να αφηγηθεί ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της, το «Spencer» του Πάμπλο Λαραΐν επιλέγει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Η ταινία, με την Κρίστεν Στιούαρτ στον ρόλο της Νταϊάνα, δεν επιχειρεί να παρουσιάσει ολόκληρη τη ζωή της. Περιορίζεται σε λίγες ημέρες των Χριστουγέννων του 1991 στο Σάντριγχαμ, σε μια περίοδο κατά την οποία ο γάμος της με τον Κάρολο βρισκόταν ήδη σε βαθιά κρίση.
Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τον σκηνοθέτη δεν είναι τόσο το τι συνέβη πραγματικά μέσα σε εκείνες τις ημέρες, όσο το πώς μπορεί να ένιωθε η Νταϊάνα. Η μοναξιά. Η πίεση. Η αίσθηση εγκλωβισμού. Η ανάγκη να ξαναβρεί τον εαυτό της. Η επιθυμία να ζήσει με τους δικούς της όρους. Γι’ αυτό και το «Spencer» λειτουργεί περισσότερο ως ψυχολογικό πορτρέτο παρά ως κλασική βιογραφική ταινία.
Ο θεατής δεν πρέπει να περιμένει μια πιστή αναπαράσταση γεγονότων. Βλέπει μια καλλιτεχνική προσέγγιση της Νταϊάνα και της ψυχολογικής της κατάστασης. Η ερμηνεία της Κρίστεν Στιούαρτ, πάντως, απέσπασε ιδιαίτερη αναγνώριση και της χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου.
Το 2013, κυκλοφόρησε η ταινία «Diana», με τη Ναόμι Γουότς στον ομώνυμο ρόλο. Η ταινία επικεντρώνεται κυρίως στα τελευταία δύο χρόνια της ζωής της και ιδιαίτερα στη σχέση της με τον Πακιστανό καρδιοχειρουργό Χασνάτ Χαν. Η ιστορία βασίστηκε στο βιβλίο «Diana: Her Last Love» της Κέιτ Σνελ.
Πρόκειται για μια διαφορετική ματιά στη Νταϊάνα μετά το διαζύγιό της. Μακριά από τον Κάρολο και το Παλάτι, η ταινία επιχειρεί να παρουσιάσει μια γυναίκα που προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα ζωή και να βρει χώρο για μια προσωπική σχέση έξω από το ασφυκτικό ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης. Η ταινία, ωστόσο, δεν έγινε δεκτή ιδιαίτερα θερμά από τους κριτικούς.
Για όποιον θέλει να πλησιάσει περισσότερο τη Νταϊάνα μέσα από τη δική της φωνή, το ντοκιμαντέρ «Diana: In Her Own Words» έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η παραγωγή βασίζεται σε ηχογραφήσεις από μυστικές συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και δίνει στον θεατή την ευκαιρία να ακούσει την ίδια τη Νταϊάνα να μιλά για τη ζωή της, τον γάμο της και τη θέση της μέσα στη βασιλική οικογένεια.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά. Δεν ακούμε μια ηθοποιό να προσπαθεί να την υποδυθεί. Ακούμε τη δική της φωνή. Οι ηχογραφήσεις συνδέθηκαν με την έρευνα του δημοσιογράφου Άντριου Μόρτον για τη βιογραφία του «Diana: Her True Story». Για κάποιον που θέλει να ξεφύγει από τις δραματοποιήσεις και να ακούσει πώς περιέγραφε η ίδια τη ζωή της, το ντοκιμαντέρ αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον ξεκίνημα.
Αν οι ταινίες και οι σειρές μάς δίνουν διαφορετικές εκδοχές της Νταϊάνα, τα βιβλία μπορούν να μας οδηγήσουν ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματική γυναίκα πίσω από την εικόνα. Και αν υπάρχει ένα βιβλίο από τ' οποίο αξίζει να ξεκινήσει κάποιος, αυτό είναι το «Diana: Her True Story» του Άντριου Μόρτον. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1992 και προκάλεσε τεράστια αίσθηση, καθώς παρουσίαζε μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη της ευτυχισμένης πριγκίπισσας που είχε γνωρίσει μέχρι τότε το κοινό.
Χρόνια αργότερα έγινε γνωστό ότι η ίδια η Νταϊάνα είχε συμβάλει στο υλικό που χρησιμοποιήθηκε για το βιβλίο, μέσω των ανθρώπων του περιβάλλοντός της. Οι μεταγενέστερες εκδόσεις περιλαμβάνουν επιπλέον στοιχεία και κυκλοφόρησαν με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «In Her Own Words». Το βιβλίο έχει ιδιαίτερη αξία όχι μόνο επειδή αφηγείται τη δική της πλευρά, αλλά και επειδή αποτυπώνει μια κρίσιμη στιγμή στη σχέση της Νταϊάνα με τη μοναρχία και τα μέσα ενημέρωσης.
Για όποιον θέλει να πάει ακόμη βαθύτερα, υπάρχει το «The Diana Chronicles» της Tina Brown. Η δημοσιογράφος δεν περιορίζεται στον γάμο της Νταϊάνα και στη σχέση της με τον Κάρολο. Εξετάζει ολόκληρο το περιβάλλον στο οποίο έζησε, όπως τη βασιλική οικογένεια, τη μοναρχία, τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης, τους ανθρώπους γύρω της και τη σταδιακή μεταμόρφωσή της από νεαρή αριστοκράτισσα σε παγκόσμια celebrity.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι δεν προσπαθεί να παρουσιάσει τη Νταϊάνα ως μια άψογη ηρωίδα. Τη δείχνει ως έναν πολύ πιο σύνθετο άνθρωπο. Μια γυναίκα με ανασφάλειες αλλά και τεράστια αυτοπεποίθηση σε ορισμένες στιγμές. Με αδυναμίες αλλά και ισχυρή προσωπικότητα. Με ανάγκη για αγάπη, αλλά ταυτόχρονα με όλο και μεγαλύτερη επίγνωση της δύναμης που είχε πάνω στα μέσα ενημέρωσης. Και αυτή η πιο σύνθετη εικόνα είναι ίσως πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την εύκολη εικόνα της «τέλειας πριγκίπισσας».
Γιατί η Diana επιστρέφει ξανά και ξανά;
Ίσως γιατί κάθε εποχή ανακαλύπτει στη Νταϊάνα κάτι διαφορετικό. Στη δεκαετία του ’90 ήταν η πριγκίπισσα που κατάφερε να μικρύνει την απόσταση ανάμεσα στη μοναρχία και τον κόσμο, να κάνει το Παλάτι να μοιάζει λίγο πιο ανθρώπινο και να μετατρέψει τη δημόσια παρουσία της σε μια σχέση σχεδόν προσωπική με εκατομμύρια ανθρώπους. Στα ’00s έγινε το σύμβολο μιας εποχής που είχε χαθεί απότομα. Στα ’10s μετατράπηκε σε διαχρονικό fashion reference, με το στιλ της να επιστρέφει ξανά και ξανά στις τάσεις. Στα ’20s ξαναμπήκε στο προσκήνιο μέσα από το «The Crown» και το «Spencer». Και σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό της, μπορεί να τη συναντήσει από ένα βίντεο στο TikTok με ένα oversized sweatshirt και biker shorts μέχρι τις αίθουσες ενός μουσείου, ένα ντοκιμαντέρ ή τις σελίδες μιας νέας βιογραφίας.
Η εικόνα της, άλλωστε, δεν είναι ποτέ ακριβώς η ίδια. Αλλάζει ανάλογα με την εποχή και, κυρίως, ανάλογα με το ποιος την κοιτάζει. Για κάποιους παραμένει η «Πριγκίπισσα του λαού». Για άλλους, η γυναίκα που ασφυκτιούσε μέσα στους κανόνες ενός αυστηρού θεσμού. Για τη μόδα είναι ένα ανεξάντλητο icon, ένα πρόσωπο του οποίου οι εμφανίσεις εξακολουθούν να αντιγράφονται σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα. Για τον κόσμο της pop culture είναι μία από τις πρώτες πραγματικά παγκόσμιες celebrities. Και για τον Γουίλιαμ και τον Χάρι, πίσω από όλα αυτά τα πρόσωπα, τους τίτλους και τις φωτογραφίες, ήταν και παραμένει η μητέρα τους.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της. Η Νταϊάνα δεν κατάφερε απλώς να κάνει τη βασιλική οικογένεια πιο οικεία. Κατάφερε να δείξει ότι πίσω από τον τίτλο, το πρωτόκολλο και τη λάμψη υπάρχει ένας άνθρωπος με φόβους, αδυναμίες, επιθυμίες και ανάγκη για σύνδεση. Και σ' έναν κόσμο όπου οι διάσημοι έρχονται και φεύγουν με την ταχύτητα μιας οθόνης, αυτή η ανθρώπινη πλευρά είναι ίσως ο λόγος που η δική της εικόνα δεν ξεθώριασε ποτέ.
Είκοσι εννιά χρόνια μετά, η Νταϊάνα δεν είναι απλώς μια γυναίκα που θυμόμαστε. Είναι ένα πρόσωπο που κάθε γενιά ξαναδιαβάζει, ξαναγνωρίζει και, με τον δικό της τρόπο, ξαναανακαλύπτει. Γιατί τελικά δεν υπάρχει μόνο μία Νταϊάνα. Υπάρχει η Νταϊάνα που έζησε, η Νταϊάνα που θυμόμαστε και η Νταϊάνα που κάθε εποχή δημιουργεί ξανά.